Κρίσιμο είναι το θέμα της νομιμότητας της απόλυσης εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όταν ο εργαζόμενος αρνείται να εμβολιστεί κατά της νόσου covid-19, όπου ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός.

Α. Στην περίπτωση που ο εμβολιασμός είναι υποχρεωτικός και ο εργαζόμενος στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα αρνείται να εμβολιαστεί, το θέμα έχει λυθεί προσωρινά, νομοθετικά, με την θέση του εργαζομένου σε καθεστώς αναστολής εργασίας, χωρίς καταβολή μισθού. Το μέτρο έχει κριθεί, με τις πρώτες δικαστικές αποφάσεις, συνταγματικό, καθώς προστατεύεται το υπέρτατης αξίας έννομο αγαθό της υγείας και της ζωής των πολιτών και ιδίως των ευπαθών ομάδων.

Αν η αναστολή εργασίας για τον ανεμβολίαστο, θα μπορούσε να μετατραπεί σε απόλυση, απαιτείται νομοθετική ρύθμιση, που θα εξαρτηθεί, αν η πανδημία θα διαρκέσει χρονικά πέρα από κάποιο όριο, το οποίο σήμερα δεν μπορεί να προσδιοριστεί.

Β. Το θέμα της απόλυσης γεννάται για τους ανεμβολίαστους, όπου ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός.

α) Σύμφωνα με τον νέο εργασιακό νόμο 4808/2021, η απόλυση είναι απολύτως άκυρη, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του ίδιου του νόμου, η οποία δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι δε ακυρώσιμη, όταν είναι καταχρηστική, χωρίς η καταχρηστικότητα να προσδιορίζεται από τον νόμο. Έχει κριθεί ότι καταχρηστική είναι η απόλυση, όταν υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, όταν, δηλαδή, δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη, ή από αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας και γίνεται για την ικανοποίηση από τον εργοδότη αισθήματος εκδίκησης προς τον εργαζόμενο, που είναι άσχετο με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας.  

β) Το ερώτημα επομένως που τίθεται είναι, αν η επιλογή του εργαζομένου να μην εμβολιαστεί, παρά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη να ρυθμίζει τα της επιχείρησής του, θέτει σε κίνδυνο την λειτουργία της επιχείρησης, αλλά και των συναλλασσόμενων με την επιχείρηση, ειδικά σε επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου, όπου πρυτανεύει το υπέρτατης αξίας έννομο αγαθό της υγείας και της ζωής των πολιτών και ιδίως των ευπαθών ομάδων, και αν ο λόγος αυτός «ως σπουδαίος λόγος προστασίας της δημόσιας υγείας», αποτελεί νόμιμο λόγο να απολυθεί ο εργαζόμενος.

γ) Επειδή δεν προβλέπεται σχετική ρύθμιση, η άρνηση δε του εργαζομένου να εμβολιαστεί  δεν αποτελεί αντισυμβατική ενέργεια, ειδικά όταν δεν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας, με άμεσο κίνδυνο στην δημόσια υγεία, η απόλυση προκρίνεται ως παράνομη και καταχρηστική, γιατί δεν συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, ιδίως όταν υπάρχουν μέτρα ηπιότερα της απόλυσης, τα οποία μπορεί να λάβει ο εργοδότης, εντός του πλαισίου του διευθυντικού του δικαιώματος.

δ) Επειδή η πανδημία ήρθε και δύσκολα θα φύγει και ο εμβολιασμός είναι μονόδρομος για να ξεπεραστεί η πανδημία, νομικά ορθότερο είναι, πριν ο εργοδότης καταφύγει στο έσχατο μέτρο της απόλυσης του εργαζομένου, να λάβει ηπιότερα μέτρα από αυτό της απόλυσης. Αν δεν το πράξει, επειδή η απόλυση είναι άσχετη με αυτή καθεαυτή την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, η απόλυση προκρίνεται ως παράνομη και καταχρηστική.

ε) Ενδεικτικά τα ηπιότερα μέτρα, που μπορεί να λάβει ο εργοδότης, είναι       

1) Χορήγηση άδειας, ώστε ο εργαζόμενος να σκεφτεί το ενδεχόμενο του εμβολιασμού.

2) Αλλαγή καθηκόντων του εργαζομένου, όπου είναι δυνατόν, ώστε ο εργαζόμενος να μη εκτίθεται σε κίνδυνο νόσησης, ή να εκθέτει άλλους σε κίνδυνο νόσησης.

3) Εφαρμογή της τηλεργασίας, όπου είναι δυνατόν.  

4) Θέση του εργαζομένου σε αναστολή εργασίας, χωρίς καταβολή μισθού, για όσο χρονικό διάστημα αρνείται να εμβολιαστεί.