Μισθός, στη σύμβαση εργασίας, θεωρείται κάθε παροχή, την οποία, με βάση το νόμο, ή την συμφωνία, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Α. Δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση, ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει την δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει την χορήγησή τους.

Β. Τέτοια παροχή αποτελούν τα bonus, ή πριμ παραγωγικότητας, ως έμπρακτη επιβράβευση των προσπαθειών που καταβάλουν οι εργαζόμενοι στο πλαίσιο της επίτευξης των στόχων που έχουν τεθεί στην επιχείρηση. Τα ποσά αυτά είθισται να δίδονται από τις επιχειρήσεις στο τέλος του έτους, ωστόσο ο χρόνος που χορηγούνται ποικίλει, καθώς εναπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη αν θα δοθούν και πότε θα δοθούν.

Γ. Οι παροχές αυτές δεν μετατρέπονται σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου, ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν ο εργοδότης, κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους, ή πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).

Δ. Κατά συνέπεια, η διακοπή, ή τροποποίηση, μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, δηλαδή να θεωρηθεί η διακοπή, ή τροποποίηση, της  παροχής, ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (AΠ 603/2017, ΑΠ 48/2015, ΑΠ 395/2020), ούτε να διευρύνει την βάση υπολογισμού της αποζημίωσης, που οφείλεται στον εργαζόμενο σε περίπτωση απόλυσης (ΑΠ 699/2015).