Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, ρητά ή σιωπηρά, είτε με την αρχική, είτε με μεταγενέστερη, συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως, α) να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός, ή β) ο τρόπος προσδιορισμού του, ή γ) χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 18/2011, ΑΠ 1953/2007, ΑΠ 1038/2019).

Β. Συναφής, με την αρχικά συμφωνηθείσα εργασία (για την οποία δεν οφείλεται πρόσθετη αμοιβή), θεωρείται εκείνη που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη από την φύση τους, ή από τον χρόνο και τον τόπο στον οποίο παρέχεται, με τα κύρια καθήκοντα του μισθωτού. Τέτοιες εργασίες είναι εκείνες, που έχουν προπαρασκευαστικό, συμπληρωματικό, ή παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αρχικά συμφωνηθείσα κύρια εργασία, ή και εκείνες που προσφέρονται παρεμπιπτόντως, χωρίς να επηρεάζουν, ή να αλλοιώνουν, ουσιαστικώς με άλλο τρόπο το χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης του εργαζομένου στο σύνολό της (ΑΠ 118/1997, ΑΠ 326/2017).

Γ. Πρόσθετη αμοιβή δεν οφείλεται αν έχει συμφωνηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας, είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή, ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησής του (ΑΠ 18/2011, ΑΠ 65/2020).