Ετοιμότητα προς εργασία, δυνάμει των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, ν. 3755/1957 και ν. 1876/1990 και του π.δ. 88/1999, θεωρείται η παροχή εξαρτημένης εργασίας, όταν δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζόμενου με την ανάληψη της υποχρέωσης, να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η ετοιμότητα προς εργασία διακρίνεται κυρίως σε δύο βαθμίδες.

Α. Στην πρώτη, που ονομάζεται «γνήσια ετοιμότητα προς εργασία» ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο της επιχείρησης, ή και εκτός αυτής, από όπου μόλις κληθεί πρέπει, να έχει την δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη, ή τις περιστάσεις.  Στην περίπτωση αυτή, εκτός από την δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, οπότε πρόκειται για πλήρη απασχόληση, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας. Γι' αυτό στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας σε ημέρα Κυριακή, αργίας ή αναπαύσεως (ΑΠ 22/2018).

Β. Στην δεύτερη, που ονομάζεται «μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία», ή «απλή ετοιμότητα», ή «ετοιμότητα κλήσεως» ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζόμενου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Για αυτό στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 498/2016, ΑΠ 22/2018).

Γ. Μεταξύ των βαθμίδων αυτών είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ, να υπάρξουν και ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας, ανάλογα με την ένταση της απαιτούμενης εγρήγορσης του μισθωτού (ΑΠ 814/2014). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία, ή για κάποια ενδιάμεση μορφή, εξαρτάται από το αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 22/2018).