Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται στη νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου, να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση του εργαζομένου, να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν αποβάλλει τον χαρακτήρα της ακόμα και όταν ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας αναπτύσσει μεν πρωτοβουλίες ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, οι οποίες πολλές φορές θεωρούνται αυτονόητες λόγω των γνώσεων του και ενδείκνυνται από την φύση της εργασίας και την ιδιότητα του εργαζομένου, και οι οποίες ενίοτε δεν μπορούν να ελεγχθούν από τον εργοδότη, υποχρεούται όμως να ακολουθεί τις οδηγίες και τις εντολές του εργοδότη, ως προς το χρόνο και τον τόπο παροχής αυτής.

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και από ανεξάρτητο επαγγελματία, αφού δεν απαιτείται να παρέχεται αυτή κατά κύριο επάγγελμα.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από αυτή των ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπου ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και στην σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και για αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο, ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται σε ορισμένου χρόνου και σε αορίστου χρόνου.

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν καθορίζεται το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο εργαζόμενος θα προσφέρει τις υπηρεσίες του. Παύει αυτοδικαίως μόλις λήξει ο χρόνος για τον οποίο καταρτίστηκε, δεν απαιτείται έγγραφη αναγγελία και καταβολή αποζημίωσης. Σε αλλεπάλληλες ανανεώσεις των συμβάσεων ορισμένου χρόνου θεωρείται ότι πρόκειται για μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Λύνεται με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της δεν είναι καθορισμένη. Λύνεται, α) με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, β) με καταγγελία από τον μισθωτό και γ) με καταγγελία από τον εργοδότη.

Σε περίπτωση άκυρης για οποιοδήποτε λόγο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας  δημιουργείται απλή σχέση εργασίας. Ο εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, (ΑΠ 217/2017).