Α. Μέχρι πρόσφατα η απόλυση του εργαζομένου για οικονομοτεχνικούς λόγους, βάσει των περιορισμών του άρθρου 281 ΑΚ, θεωρείτο υπό προϋποθέσεις ότι εγένετο κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη επομένως ήταν άκυρη και θεωρείτο ως μη γενομένη. Αποτέλεσμα ήταν ο απολυθείς εργαζόμενος, να δύναται να διεκδικήσει δικαστικά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ζητώντας την επιστροφή του στην εργασία, με καταβολή σε αυτόν μισθών υπερημερίας για την περίοδο από την απόλυση μέχρι την επαναπρόσληψη.

Β. Με τον νέο νόμο 4808/2021 για την προστασία της εργασίας αυτό άλλαξε.

Ο απολυθείς εργαζόμενος δεν δύναται, πλέον, να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, και την επιστροφή του στην εργασία, με καταβολή σε αυτόν μισθών υπερημερίας για την περίοδο από την απόλυση μέχρι την επαναπρόσληψη, αλλά μόνο, αφού διαπιστωθεί ότι η απόλυση οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, να αναζητήσει πρόσθετη (έξτρα) αποζημίωση.

Γ. Η έξτρα αυτή αποζημίωση κυμαίνεται από 3 έως 24 μηνιάτικα, πλέον της προβλεπόμενης αποζημίωσης. Αν προστεθούν και τα 12 μηνιάτικα της κανονικής αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός, εφ όσον έχει από 16 έτη και πάνω συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη, το συνολικό πακέτο της αποζημίωσης μπορεί να φτάσει έως τα 36 μηνιάτικα. Το εύρος της έξτρα αποζημίωσης το καθορίζει το δικαστήριο με δυο βασικά κριτήρια, α)  την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και β) την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.

Δ. Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι ανάγονται στην αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, ή τμημάτων της επιχείρησης και την μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση.  

Η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, ελέγχεται, όμως, αφ ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, και αφ ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως, δηλαδή, επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 55/2015). Ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης, να λάβει υπ όψιν του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στην συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπ όψιν η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και της δυνατότητας εξεύρεσης απ αυτόν άλλης εργασίας, ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφ όσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 13/2014, 1404/2014).