α) Συνηθισμένο είναι στην ναυτιλία ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα να συνιστούν μία, ή περισσότερες, εταιρείες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα, ή περισσότερα, πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιοι, είτε με ανάθεση της διαχείρισής τους σε άλλη εταιρεία, η οποία προϋπάρχει, ή ιδρύεται για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους.

Συνήθως τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά και της διαχειρίστριας εταιρείας, διατηρεί ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, που συμμετέχει κατά κανόνα και στην διοίκησή της και ως κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος,  απολαμβάνει τα κέρδη της πλοιοκτήτριας εταιρείας.

β) Κατ αρχήν η συμπεριφορά αυτή είναι θεμιτή και νόμιμη και υπόχρεος έναντι του παθόντος ναυτικού σε αποζημίωση είναι το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας (ΑΠΟλομ 5/1996, ΑΠ 9/2009).  

γ) Όταν, όμως, η επίκληση της δραστηριότητας της ναυτικής εταιρείας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της ναυτικής εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του πλοιοκτήτη, ή εφοπλιστή (κυρίαρχου μετόχου, ή εταίρου της) τότε υπάρχει κατάχρηση του θεσμού της ναυτικής εταιρείας (ΑΠ 618/2015).

Η κατάχρηση αυτή εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο πλοιοκτήτης, ή εφοπλιστής, ως κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος, χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει τον νόμο, ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο, ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση εταιρικών, ή ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών, ή ατομικών του δυνατοτήτων.

Στην περίπτωση αυτή έχουμε «κάμψη» της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και σε αποζημίωση του παθόντα ευθύνονται σε ολόκληρο, τόσο το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας, όσο και ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής (ΑΠ 9/2009, ΑΠΟλομ. 2/2013, ΑΠ 149/2013, ΑΠ 618/2015).