Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 έως 579, 583 εδ α, 585 ΑΚ, που εφαρμόζονται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), προκύπτει ότι, αν κατά τον χρόνο της παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου, τούτο έχει έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ή ελάττωμα, που γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει ο εκμισθωτής, και εμποδίζει μερικά ή ολικά την συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης έλειψε μία τέτοια ιδιότητα, ή εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ή, αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρεθεί από τον μισθωτή, ολικά ή μερικά, η συμφωνημένη χρήση του μισθίου (νομικό ελάττωμα), ο μισθωτής δικαιούται, α) Να απατήσει την μείωση του μισθώματος, ή την μη καταβολή του μισθώματος, β) Να καταγγείλει την μίσθωση, γ) Να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης.

Δικαίωμα αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης.

Ο μισθωτής, αντί της μείωσης, ή της μη καταβολής, του μισθώματος, μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης. Η αγωγή περιλαμβάνει κάθε θετική ζημία, ως και το διαφυγόν κέρδος, που συνδέεται αμέσως και αιτιωδώς με την ολική, ή μερική, παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου, από το συγκεκριμένο ελάττωμα, ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας (ΑΠ 1292/2003, ΑΠ 83/2002). Η επιλογή γίνεται με αγωγή, ή ανταγωγή, ή και κατ ένσταση, σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή του μισθώματος, ή απόδοσης του μισθίου. Οι παρεχόμενες κατά συρροή αξιώσεις υπάρχουν διαζευκτικώς και συνεπώς η επιλογή της μίας αποκλείει την άσκηση των λοιπών με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά την βούληση του μισθωτή, εφ όσον βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα (ΟλΑΠ 50/2005).