Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ που ορίζει, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία, ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και επί των μισθώσεων κατοικιών και  εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 44 π.δ.34/1995 και επί των εμπορικών μισθώσεων.

Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα, να προβεί στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου μισθώματος, αρχικού, ή μετά από αναπροσαρμογή, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταχθείσα καλή πίστη. Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση, ή ουσιώδης μείωση, της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο, κατόπιν αγωγής, πρώτα διαγνώσκει, αν, μεταξύ του οφειλομένου μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, υπάρχει διαφορά και είναι τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, αναπροσαρμόζει το μίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη. Λαμβάνεται υπ όψιν και η θέση και η κατάσταση του μισθίου, τα συγκριτικά στοιχεία και οι ειδικές συνθήκες, η πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, που είναι επιτευκτέα σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Αν με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι, υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ του μισθώματος και της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής η παροχή του ενάγοντος-μισθωτή κατά τρόπο που να προκαλεί το περί δικαίου αίσθημα και να προσκρούει στην αρχή της καλής πίστης και της συναλλακτικής εντιμότητας, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, γιατί η διαφορά υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε με την σύμβαση ο ενάγων-μισθωτής, η δε εμμονή του εναγομένου-εκμισθωτή στην καταβολή του μισθώματος αντιμάχεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η μείωση του μισθώματος στο προσήκον μέτρο κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπ όψιν κατά των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου να περιορισθεί η ζημία του ενάγοντος-μισθωτή και να αποκατασταθεί η καλή πίστη (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 669/2011, ΑΠ 1229/2011, ΑΠ 508/2010, ΑΠ 850/2010, ΑΠ 1464/2009). ΕφΑθ 36/2013, ΕφΠειρ 37/2013).