Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 § 2, 5 και 13 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους» και 1002 ΑΚ προκύπτει, ότι οι συνιδιοκτήτες οικοδομής  μπορούν με συμφωνία τους να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο στα κοινά μέρη που μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι, όσο και στις διηρημένες ιδιοκτησίες τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού, που είναι ενδοτικού δικαίου, καθορίζοντας συνελεύσεις και διορίζοντας διαχειριστή, που θα τους εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων. Διαχειριστής μπορεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, να διοριστεί συνιδιοκτήτης ή τρίτος, με τον κανονισμό δε της πολυκατοικίας καθορίζονται ο τρόπος διορισμού, τα καθήκοντα και οι εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους συνιδιοκτήτες.

Β. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 παρ. β' και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του πιο πάνω νόμου, διορισμένος διαχειριστής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων, το σύνολο των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, παριστάμενος ως ενάγων και εναγόμενος για τις υποθέσεις που σχετίζονται με την διαχείρισή της, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη, ή να εναχθεί απ' αυτόν για κάθε διαφορά από την σχέση της συνιδιοκτησίας. Διάδικος όμως στο δικαστήριο, δηλαδή υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσης, είναι μόνο η ένωση των συνιδιοκτητών (παρισταμένη στο δικαστήριο με το διαχειριστή της) και όχι οι κατ' ιδίαν συνιδιοκτήτες, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά του τρίτου σε σχέση με την εκκρεμή δίκη, τα ονόματα των οποίων ούτε καν χρειάζεται να αναφέρονται στην αγωγή, αρκεί να γίνεται μνεία της συγκεκριμένης ένωσης των συνιδιοκτητών κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφισβήτηση για την ταυτότητά της και να αναφέρεται στην αγωγή ότι εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΠ 966/2014).

Γ. Αν μετά την λήξη της θητείας του διαχειριστή δεν συνήλθε η Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών και δεν εξελέγη νέος διαχειριστής, ο παλαιός διαχειριστής  εξακολουθεί να ασκεί την διαχείριση με την ανοχή και σιωπηρή συναίνεση και των άλλων συνιδιοκτητών, οι οποίοι δεν αντιλέγουν, όποτε υπάρχει διαχειριστής «εν τοις πράγμασι» ο οποίος νόμιμα εκπροσωπεί την συνιδιοκτησία (ΑΠ 907/2009).

Δ. Ο διαχειριστής θεωρείται εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, όχι ατομικά του καθενός, αλλά του συνόλου των συνιδιοκτητών ως ομάδας. Στην εντολή αυτή ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 718 και 303 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται αλλιώς στον κανονισμό. Συνεπώς, ο διαχειριστής είναι υποχρεωμένος κατά την διάρκεια της εντολής να παρέχει στον συνιδιοκτήτη της πολυκατοικίας πληροφορίες για την πορεία της διαχειρίσεως και ειδικότερα για τις γενόμενες εισπράξεις και πληρωμές κλπ. Αν παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή είναι υπεύθυνος, κατά το άρθρο 714 ΑΚ, στην αποκατάσταση κάθε ζημίας που επήλθε στην περιουσία του εντολέα του.

Ε. Ο διαχειριστής, μόνο με την λήξη της θητείας του είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ, δηλ. να ανακοινώσει λογαριασμό εσόδων και εξόδων, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά. Η παροχή της λογοδοσίας δεν γίνεται έναντι καθενός μεμονωμένου συνιδιοκτήτη της πολυκατοικίας ατομικά, αλλά μόνον έναντι της Γενικής Συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας και μόνο κατά την λήξη της θητείας του, εκτός αν ο κανονισμός ορίζει διαφορετικά (ΕφΑθ 7426/2005).

Ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος (ή ορόφου) επικαλούμενος άρνηση του διαχειριστή να του δώσει πληροφορίες για την πορεία της διαχειρίσεώς του, ή να λογοδοτήσει, δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών (ΕφΑθ 5784/2001, ΕφΑθ 7426/2005), έχει όμως το δικαίωμα, χωρίς να αρνηθεί να καταβάλει τα κοινόχρηστα τα οποία πρέπει να καταβληθούν, να ασκήσει αγωγή επιδείξεως εγγράφων κατ' άρθρα 902, 903 ΑΚ και 450, 451 ΚΠολΔ, δηλαδή λογαριασμών δαπανών και αποδείξεων πληρωμής της διαχειρίσεως της αιτουμένης χρονικής περιόδου. Για την πληρότητα της αγωγής επιδείξεως εγγράφων πρέπει να γίνεται ακριβής προσδιορισμός των εγγράφων και του περιεχομένου ενός εκάστου εξ αυτών. Το αίτημα για επίδειξη εγγράφων ασκείται μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, και όχι με προβολή σχετικού ισχυρισμού (ΕφΑθ 7426/2005).