Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Με τον όρο «να αποδώσει» νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή.

Β. Κατά την διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Γ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι γεννιέται ευθύνη του μισθωτή για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή.

Δ. Προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.

Ε. Αποτελεί παράνομη παρακράτηση εκείνη που γίνεται χωρίς δικαίωμα από το νόμο, την σύμβαση, ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/2012).

ΣΤ. Δεν υπάρχει παρακράτηση, αν ο μισθωτής πρόσφερε πραγματικά και προσηκόντως το μίσθιο και ο εκμισθωτής αρνήθηκε να το παραλάβει, οπότε περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 599, 288, 349 και 351 ΑΚ (ΑΠ 646/2020).

Ε. Εκτός από την αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη, καθώς και την κατάπτωση ποινικής ρήτρας, που τυχόν συμφωνήθηκε για την περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου, η οποία έχει ως προϋπόθεση την υπαίτια αδυναμία παροχής, ή υπερημερία, του οφειλέτη. Ο εκμισθωτής πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την σύμβαση, την συμφωνία για την ποινή και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας, ή της αδυναμίας εκπλήρωσης, ο δε μισθωτής πρέπει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητάς του, ώστε να απαλλαγεί.

ΣΤ. Αν και η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης δεν αποτελεί καθ' εαυτή αδικοπραξία, είναι δυνατόν το ίδιο βιοτικό γεγονός να αποτελέσει και αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και αδικοπραξία, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτής προξενεί φθορές στο μίσθιο, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων του εκμισθωτή, τόσο από τη σύμβαση, όσο και από αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντιβαίνουσα στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΑΠ 781/2011).