Α. Στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο εκμισθωτής πριν από την λήξη του νόμιμου, ή συμβατικού, χρόνου μπορεί να καταγγείλει, πρόωρα, την μίσθωση.

α) Όταν ο μισθωτής δεν καταβάλει το συμφωνηθέν μίσθωμα.

β) Όταν ο μισθωτής προβαίνει σε κακή χρήση του μισθίου, ή σε χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε.

γ) Όταν καθυστερεί την καταβολή των δαπανών των κοινοχρήστων, ως και κάθε άλλης χρηματικής οφειλής, που αφορά το μίσθιο και κατά τη συμφωνία βαρύνει τον μισθωτή.

δ) Όταν δεν καταβάλει την αποζημίωση που έχει επιδικαστεί τελεσίδικα για φθορές ή μεταβολές στο μίσθιο.

ε) Όταν αδικαιολόγητα αρνείται να επιτρέψει στον εκμισθωτή, ή σε αντιπρόσωπό του, (οι οποίοι μπορούν να συνοδεύονται από εμπειροτέχνη ή πραγματογνώμονα)  να επισκεφθεί το μίσθιο μία φορά κάθε τρίμηνο, για να διαπιστώσει την καλή και σύμφωνη με τους όρους της μίσθωσης χρήση του μισθίου

στ) Όταν συντρέχει «σπουδαίος λόγος».  Σπουδαίος λόγος συντρέχει όταν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μίσθωσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη, είτε για τα δύο μέρη, είτε για ένα μόνο από αυτά. Τούτο συμβαίνει, όταν ο σπουδαίος λόγος οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών, ή περιουσιακών, σχέσεων των μερών, ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα συνδρομής, ή μη υπαιτιότητας, στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 1326/2013).

Β. Η καταγγελία γίνεται τουλάχιστον πριν από δεκαπέντε ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα ( άρθρο 609 ΑΚ).