Η πολυκατοικία στερείται νομικής προσωπικότητας και έτσι οι συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας αποτελούν ένωση προσώπων κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 107 ΑΚ (ΑΠ 523/1987).

Σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 3741/1929 οι συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας μπορούν να ορίσουν ένα πρόσωπο ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών της πολυκατοικίας.

Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης προσβάλλεται μόνο με αγωγή μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των έξι μηνών, που ορίζει το άρθρο 101 ΑΚ κατά ανάλογη εφαρμογή του. Αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 273 ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται το απαράγραπτο των ενστάσεων (ΑΠ 1489/1999, ΕφΑθ 696/2008).

Κατ` εξαίρεση, η ακυρότητα απόφασης της γενικής συνέλευσης μπορεί να προταθεί και κατ` ένσταση, οπότε και η αγωγή ή ανταγωγή ακυρότητας αυτής δεν υπόκειται στην κατά το άνω άρθρο 101 ΑΚ εξάμηνη προθεσμία, μόνο εάν δεν φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μιας τέτοιας απόφασης (ΑΠ 1489/1999, ΑΠ 668/1999, ΕφΑθ 696/2008), αν το ελάττωμα αφορά το απαιτούμενο από τον κανονισμό, για την λήψη της, ποσοστό απαρτίας και πλειοψηφίας, ή συνδέεται με την συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπου που δεν είχε δικαίωμα, όταν η ψήφος επηρέασε βάσιμα, ή ήταν δυνατόν να επηρεάσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας (ΕφΑθ 228/2005).

Στην εξαίρεση αυτή  δεν υπόκειται η απόφαση της γενικής συνέλευσης της οποίας το ελάττωμα αφορά την μη συμφωνία της με όρο του κανονισμού της πολυκατοικίας. Η ελαττωματική αυτή απόφαση προσβάλλεται κατά το άρθρο 101 ΑΚ μέσα στην ορισμένη αποσβεστική προθεσμία και όχι με τη γενική αναγνωριστική αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή αγωγή μπορεί να ασκηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης, λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος, δεν είναι απλώς ακυρώσιμη, αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (180 ΑΚ). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκείνες οι οποίες δεν περιβλήθηκαν τα εξωτερικά γνωρίσματα απόφασης, ή αποφάσεις που εκδόθηκαν πέρα από την ανήκουσα στην συνέλευση εξουσία, ή εμφανίζουν αντίθεση με απαγορευτικό νόμο, ή γενικά νόμο δημόσιας τάξης (όπως 281 ΑΚ) ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της εκφρασθείσας με αυτέςδικαιοπρακτικής βούλησης κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (ΑΠ 819/2007, ΕφΑθ 696/2008).

Η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ κατά την οποία «κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή", δεν έχει ανάλογη εφαρμογή στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 101 ΑΚ και έτσι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 261 εδ. β, 270 παρ. 1 και 263 ΑΚ για την διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 902/1999, ΕφΑθ 696/2008).