Κατά την διάταξη του άρθρου 682  ΚΠολΔ, τα Δικαστήρια κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 ΚΠολΔ, σε επείγουσες περιπτώσεις, ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος, ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν.

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, πρέπει, εκτός από την ύπαρξη δικαιώματος του ουσιαστικού δικαίου, για την προστασία του οποίου επιδιώκεται η λήψη τους, να υπάρχει «επείγουσα περίπτωση» ή «επικείμενος κίνδυνος», προς αποτροπή του οποίου να κατατείνει το ζητούμενο ασφαλιστικό μέτρο. Και αυτό, γιατί η δικαστική προστασία που παρέχεται με την μορφή των ασφαλιστικών μέτρων έχει ως σκοπό την εξασφάλιση, ή την διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση κατά την διαγνωστική δίκη, η οποία εκκρεμεί, ή πρόκειται να ανοιχθεί, καθώς και την αποφυγή βλαβών, οι οποίες είναι ενδεχόμενο να επέλθουν κατά το χρόνο που απαιτείται να περάσει για την διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, ή της αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί στο μέλλον ο τελικός σκοπός τους (ΜονΠρΑθ 14385/2013).

Β. Ως επείγουσα περίπτωση νοείται εκείνη που χρειάζεται άμεση ρύθμιση με δικαστική παρέμβαση, κυρίως όταν η πάροδος του χρόνου μέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να επιφέρει ουσιώδη βλάβη οποιασδήποτε έκτασης στην υλική φύση του αντικειμένου, ή όταν συντρέχει ανάγκη προσωρινής απόλαυσης του δικαιώματος, όχι όμως όταν ζητείται αποτροπή κινδύνου στο απώτερο μέλλον.

Γ. Επικείμενος κίνδυνος υπάρχει όταν η απειλούμενη βλάβη από στιγμή σε στιγμή επικρέμεται επί του πράγματος, ή των διαδίκων, χωρίς να αρκεί να είναι απλώς ενδεχόμενος, αλλά πρέπει να επίκειται βλάβη που να δημιουργεί την έννοια του κινδύνου, οπότε και πρέπει να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για αποτροπή της βλάβης.

Δ. Αν οι πραγματικές προϋποθέσεις της επείγουσας περίπτωσης, ή  του επικείμενου κινδύνου, δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθ όσον αυτά αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας, ή του προσώπου, διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαίτησης και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας.

Ε. Συνεπώς, όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία να δικαιολογείται από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών, και, συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτηση, ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (ΜΠρΑθ 367/2017, ΜονΠρΠειρ 3297/ 2019).

ΣΤ. Σημειώνεται ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 692 ΚΠολΔ αποτρέπει τη δημιουργία με τα ασφαλιστικά μέτρα ανεπανόρθωτων, ή δυσχερώς αναστρέψιμων, συνεπειών, που ματαιώνουν τον πρακτικό σκοπό της κύριας δίκης, δηλαδή συνεπειών που η ανατροπή τους μετά την αντίθετη οριστική κρίση δεν είναι αυτόματη και απαιτεί ενδεχομένως σημαντικές δαπάνες από τον ηττηθέντα στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, ή εξαρτάται κυρίως από τη θέληση του αντιδίκου του.

Ζ. Εν κατακλείδι η επείγουσα περίπτωση υφίσταται, όταν η ρυθμιστέα σχέση απαιτείται να ρυθμιστεί επειγόντως με δικαστική παρέμβαση, λόγω της ανάγκης για την γρήγορη απόλαυση του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος από μέρος του δικαιούχου, έτσι ώστε εν όψει και της βραδύτητας της οριστικής επίλυσης της διαφοράς, να μην προξενηθεί ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος, και υπάρχει όταν η βλάβη, που απειλείται απ` αυτόν, είναι πολύ κοντά και επικρέμεται στο πράγμα, ή τους διαδίκους (ΜονΠρΠειρ 3297/ 2019).