Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά χρηματική απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφ όσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή.

Α. Αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό.

Σημείωση 1

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 ΚΠολΔ, εξαιρούνται από την κατάσχεση, α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης, ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων,

Β. Πως γίνεται η κατάσχεση

Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 983 ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση εγγράφου (κατασχετήριο) στον τρίτο. Το κατασχετήριο πρέπει να  επιδοθεί και στο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη μέσα σε οκτώ ημέρες, αφ ότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη.

α) Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει, α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου, ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.

β) Κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό.

γ) Σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει, ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Σημείωση 2

Η καταφατική δήλωση αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου. Τον εκτελεστήριο τύπο τον δίνει ο ειρηνοδίκης στη γραμματεία του οποίου έγινε η δήλωση (άρθρο 989).

Γ. Καταφατική δήλωση του τρίτου

Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθεί ο κατασχών, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφ ότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να του καταβάλει το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση, άλλως διεξάγεται  πλειστηριασμός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ.

Δ. Αρνητική δήλωση του τρίτου

Μέσα σε τριάντα ημέρες από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, δικαιούται ο κατασχών να ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ολική, ή μερική, ανακρίβεια της δήλωσης, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, θεωρώντας αυτόν οφειλέτη του κατασχεμένου (βλ ανάρτηση «Ανακοπή κατά κατάσχεσης στα χέρια τρίτου»).

Σημείωση 3

Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο σε διαταγή, η κατάσχεση μπορεί να γίνει, μόνο, αφού ο τίτλος αφαιρεθεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση με δικαστικό επιμελητή, συνταχθεί δε περί τούτου έκθεση παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και στην συνέχεια επιδοθεί το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση και στον εκ του τίτλου υπόχρεο τρίτο (ΚΠολΔ 983 παρ. 3 και 954 παρ.1). Ελλείπουσας οποιασδήποτε των ανωτέρω πράξεων, κατάσχεση των εν λόγω απαιτήσεων δεν υπάρχει, η κατάσχεση είναι ανυπόστατος, ο δε εκ του τίτλου υπόχρεος τρίτος δικαιούται να προτείνει το ανυπόστατο της κατάσχεσης, μη δεσμευόμενος από το άρθρο 987 ΚΠολΔ. Ο τρίτος δικαιούται με δήλωσή του, να προτείνει, είτε ότι δεν αφαιρέθηκε  ο τίτλος, είτε ότι δεν κοινοποιήθηκε το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση. Η αφαίρεση του τίτλου, πρέπει να προηγείται των επιδόσεων του κατασχετηρίου (ΕφΠειρ 870/2006).

Σημείωση 4

Το απόρρητο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες και σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Αυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης και μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του κατάσχόντος δανειστή, γιατί το δικαίωμα αυτό κατισχύει (ΚΠολΔ 983 παρ. 5, ΑΠ 19/2001). 

Σημείωση 5

Αν επιβάλλεται κατάσχεση κατάθεσης κοινού λογαριασμού σε τράπεζα εκ μέρους του δανειστή ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της κατάθεσης, αφού κατά τεκμήριο αμάχητο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της κατάθεσης, που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. ΄Ετσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (άρθρο 4 ν. 5368/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν» ( ΜονΠρΘεσ 3255/2016).