Σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ  "1. Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη. 2. Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

Επομένως κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 ΚΠολΔ, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εκδίδεται απόφαση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του εισαγγελέα, από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική και δεν χωρεί παρέκταση.

Σημειώνεται ότι η εισαγγελική διάταξη του εισαγγελέα της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκη, που παρέχει την  δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, που προφανώς εκ παραδρομής παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη (η διάταξη εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του έχοντος συμφέρον, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων) έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την συμφωνία του ληξιάρχου. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του ληξιάρχου, τα εν λόγω εκ παραδρομής σφάλματα που παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001).

Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δεν συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης, με τελεσίδικη απόφαση Ειρηνοδικείου, της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά την διόρθωση, ή συμπλήρωση, της ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει, ούτε επιτρέπεται να περιέχει, διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον, σύμφωνα με τα άρθρα 4 περ. β' και 14 παρ.1 ν. 344/1976.

Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών, προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του φέροντος το όνομα, προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος, ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί, με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ΕφΔωδ 347/2005).

Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜονΠρΧίου 175/1990) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜονΠρΘεσσαλ 20438/2010).

Δεν συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος,  ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα

Έχει κριθεί ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής, ή αποποίησης, του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜονΠρΠατρ 430/2003), ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜονΠρΘεσσαλ 32576/2007).

Δεν υφίσταται, όμως, διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος, λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος, ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων το δικαίωμα επιλογής του ονόματος του, και επομένως δεν δικαιολογείται για τους λόγους αυτούς δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (ΕιρΑΘ 1290/2015, ΕιρΒόλου 545/2019, ΜονΠρΘεσσαλ 8/2013, ΜονΠρΘεσσαλ 3516/2013)