Α. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία.

Β. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του, για αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου.

Γ. Η επικοινωνία γονέα - τέκνου στοχεύει στην διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να ενδιαφέρει η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, αν δηλαδή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή όχι, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η λύση του γάμου. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών από αυτήν την επικοινωνία.

Δ. Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν και η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και η στάση του σε σχέση με την επικοινωνία. Η ψυχική στάση του παιδιού είναι μεταβλητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις, που θα συνεπάγεται για αυτό μια επικοινωνία, που είναι αντίθετη προς την θέλησή του.

Ε. Επομένως το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψιν του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες, θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπ όψιν και την υποκειμενική πλευρά του παιδιού.

ΣΤ. Υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι δυνατόν, να επέλθει πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, αναφέρεται ότι, γίνεται δεκτό από την νομολογία, ότι δεν θεσπίζεται, με οποιοδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υποχρέου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου, να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντας το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο.

Ζ. Με βάση, όμως, την αρχή της αναλογικότητας και με δεδομένο ότι η επιμήκυνση της απουσίας επαφής μεταξύ γονέα και τέκνου, μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχισμό του ανήλικου, με αισθήματα απόρριψης του πατρικού, ή μητρικού,  ανάλογα, προτύπου, η επιβολή του πλήρους αποκλεισμού τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (ΜονΠρΠειρ 126/2016).