Σε δικαστική συμπαράσταση τίθενται οι ενήλικοι, οι ανήλικοι, και οι εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών.

Α. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ανηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι παραπάνω όροι για τον ενήλικο. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Γ. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση εκτίοντος ποινή στερητική της ελευθερίας (ΑΚ 1688).

Ο εκτίων ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον δύο ετών, μπορεί να υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μόνο με αίτησή του και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτησή του.

Δ. Διακρίσεις δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1676 ΑΚ).

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Ε. Υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1667).

Απαιτείται κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο με αντίστοιχο αίτημα.

α) Την αίτηση υποβάλει αποκλειστικά, ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, ο εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε, ή και αυτεπαγγέλτως.

β) Προκειμένου περί ανηλίκου ο επίτροπος του ανηλίκου.  

γ) Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, την αίτηση υποβάλει το ίδιο το πρόσωπο.

ΣΤ. Αρμοδιότητα δικαστηρίου (ΚΠολΔ 801).  

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

Ζ. Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη  (ΑΚ 1669).

α) Δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, α) Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και β) Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

β) Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

γ) Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Η. Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

Θ. Διορισμός εποπτικού συμβουλίου (ΑΚ 1682).

Στην περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (πλήρους, ή μερικής)   διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου.

Ι. Διαδικασία υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

α) Στην δίκη καλείται υποχρεωτικά ο συμπαραστατέος και η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

β) Απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης δημόσιας αρχής, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την κατάσταση του συμπαραστατέου, την οποία το δικαστήριο συνεκτιμά σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου, που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης

γ) Ο δικαστής αν το κρίνει μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά.

δ) Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών».

ΙΑ. Διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1672, 1673, ΚΠολΔ 781, 805).

α) Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα παραπάνω πρόσωπα, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

ζ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

η) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

θ) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

ΙΒ. Αποτελέσματα δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1681, ΚΠολΔ 802).

α) Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν, αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση.

β) Η έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει, από την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει.

γ) Η απόφαση επιδίδεται με την επιμέλεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, στον συμπαραστατέο, στον δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

δ) Το δικαστήριο γνωστοποιεί στον συμπαραστατούμενο το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Η γνωστοποίηση παραλείπεται, αν υπάρχει προφανής αδυναμία του συμπαραστατουμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ή βάσιμος κίνδυνος να προκληθεί βλάβη, ή χειροτέρευση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται πρόνοια προστασίας της προσωπικότητάς του.

ΙΓ. Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

α) Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του.

β) Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

ΙΔ. Άρση δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1685).

Αν έλειψαν οι λόγοι που προκάλεσαν την δικαστική συμπαράσταση, αυτή αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να την ζητήσουν, ή και αυτεπαγγέλτως.

ΙΕ. Ένδικα μέσα  (ΚΠολΔ 803).

α) Κατά της απόφασης έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία.

β) Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

γ) Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

δ) Παρέμβαση, ή τριτανακοπή, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση.

ΙΣΤ. Ικανότητα παράστασης ανηλίκου (ΚΠολΔ 802).

Εφ όσον ο συμπαραστατέος έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί, ή να δέχεται, επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί, ή να παραιτείται, από ένδικα μέσα.