Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872, 1882 ΑΚ, προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας, ή κάποιου αντικειμένου της.

Σημείωση 1

Ως αντικείμενα της κληρονομιάς, των οποίων την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και α) εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε δικαίωμα νομής ή κατοχής, ακόμη και αν είχε αποβληθεί όταν ζούσε, β) καθετί που ο νομέας κληρονομίας αποκτά με δικαιοπραξία χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα.

Σημείωση 2

Με την περί κλήρου αγωγή εναγόμενος είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας).

Β. Στοιχεία της περί κλήρου αγωγής είναι, α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα (ΑΠ 400/2009, ΑΠ 856/2018).

Γ. Δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της περί κλήρου αγωγής, α) η αποδοχή και η μεταγραφή της κληρονομιάς και β) η κυριότητα του ενάγοντος στα αντικείμενα της κληρονομιάς, εφ όσον η αγωγή δεν περιέχει διεκδίκηση, έστω και εάν ζητείται η απόδοση αυτών στον ενάγοντα (ΑΠ 75/2018).

Σημείωση 3

Η περί κλήρου αγωγή υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομιάς (ΑΠ 1822/2014,  2028/2009, ΜονΕφΠειρ 744/2019). Προκειμένου περί διαδοχής, εκ διαθήκης, είναι δυνατόν η έναρξη της παραγραφής να προηγηθεί της δημοσιεύσεως της διαθήκης, δεδομένου ότι η επαγωγή της κληρονομιάς επέρχεται ανεξαρτήτως της δημοσιεύσεως αυτής, (άρθρο 1710 ΑΚ). Όμως, στην περίπτωση αυτή, η παραγραφή που άρχισε δεν μπορεί να συμπληρωθεί παρά μόνο όταν δημοσιευθεί η διαθήκη, γίνει αποδοχή της κληρονομιάς εντός της νόμιμης προθεσμίας, ή σιωπηρή αποποίηση, και παρέλθει τουλάχιστον ένα εξάμηνο (άρθρο 259 ΑΚ, ΑΠ 1822/2014, ΜονΕφΠειρ 744/2019)

Σημείωση 4

Κατά το άρθρο 1879 ΑΚ, εφ' όσον δεν έχει παραγραφεί η περί κλήρου αγωγή, ο νομέας της κληρονομίας δεν μπορεί να επικαλεσθεί κατά του κληρονόμου την χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, πράγματος που νέμεται ως ανήκον στην κληρονομία κατ' αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος.

Σημείωση 5

Η αγωγή περί κλήρου διακρίνεται από την αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ), με την οποία ο κληρονόμος ζητεί μόνο την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και στρέφεται κατά του εναγομένου, ο οποίος αρκεί να αμφισβητεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, χωρίς αντιποίηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος. Για την θεμελίωση της αγωγής αυτής, ο ενάγων κληρονόμος αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, την συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφ όσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ή την εγκατάστασή του ως κληρονόμου με διαθήκη, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο πράγμα, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή (ή απλή κατοχή) αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του, που περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου, ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 729/2011, ΑΠ 538/2016, ΑΠ 856/2018).

Δ. Στην περί κλήρου αγωγή, ως προς την ευθύνη, η διάταξη του άρθρου 1877 ΑΚ διακρίνει μεταξύ καλής και κακής πίσρτης νομέα. Νοείται ότι το αντικείμενο της καλής ή της κακής πίστεως του νομέα είναι το κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο αυτός αντιποιείται. Καλόπιστος θεωρείται ο νομέας της κληρονομίας, όταν πιστεύει, χωρίς βαρειά του αμέλεια, ότι είναι κληρονόμος. Κακής πίστεως είναι, αντιθέτως, ο νομέας που, όταν αποκτά τη νομή της κληρονομίας, γνωρίζει ή αγνοεί από βαρειά του αμέλεια ότι δεν είναι κληρονόμος (ΜονΕφΠειρ 744/2019).

α) Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να αποδώσει τα ωφελήματα που εξήγαγε πριν από την επίδοση της αγωγής και κάθε άλλη επαύξηση των κληρονομιαίων, αλλά μόνο στο μέτρο που έγινε απ' αυτά πλουσιότερος. Η υποχρέωση εκτείνεται και στους καρπούς που ο νομέας απέκτησε κατά κυριότητα.

β) Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει κάθε δαπάνη που έγινε υπέρ της κληρονομίας, ή υπέρ των κληρονομιαίων αντικειμένων, εφ όσον η δαπάνη αυτή δεν καλύπτεται κατά τον υπολογισμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού σύμφωνα με το άρθρο 1873. Στις δαπάνες ανήκει και οτιδήποτε ο νομέας κατέβαλε για να αποσβέσει βάρη ή χρέη της κληρονομίας.

γ) Αν ο νομέας της κληρονομίας ήταν κακόπιστος όταν απέκτησε τη νομή, ή αργότερα έμαθε ότι δεν είναι κληρονόμος, ευθύνεται από το χρόνο αυτό κατά τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του νομέα πράγματος μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής. Δεν αποκλείεται και περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.

δ) Αν ο νομέας της κληρονομίας απέκτησε τη νομή κάποιου αντικειμένου της με κολάσιμη πράξη, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

ε) Αν ο νομέας της κληρονομίας δεν είναι σε θέση να την αποδώσει αυτουσίως, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 1873).