Α. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, αν λείπει κάποιο από τα αναγκαία στοιχεία της (άρθρο 1718 ΑΚ). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη, α) γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, β) χρονολογείται από αυτόν, με αναγραφή ημέρας, μήνα και έτος και γ) υπογράφεται από αυτόν

Σημείωση 1

Στην περίπτωση που λείπει παντελώς η χρονολογία της, η ακυρότητα δεν επέρχεται στην περίπτωση που υπάρχει μέσα στην διαθήκη χρονολογία έστω ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα στοιχεία της, γιατί η έλλειψη αυτή μπορεί να αναπληρωθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού ληφθούν υπ όψιν και στοιχεία που βρίσκονται εκτός του περιεχομένου της διαθήκης, προς το σκοπό αποσαφήνισης των όσων περιέχονται στη διαθήκη και από τα οποία πιθανολογείται η χρονολογία σύνταξης της (ΑΠ 511/2000).

Σημείωση 2

Αντίθετα, στην περίπτωση που υπάρχει χρονολογία στην ιδιόγραφη διαθήκη, όμως αυτή είναι ψευδής ή εσφαλμένη, από σκοπού ή εκ πλάνης του διαθέτη, η ακυρότητα της διαθήκης θα επέλθει όχι από αυτήν και μόνον της έλλειψης της χρονολογίας (άρθρο 1721 παρ. 3 ΑΚ), αλλά μόνον αν διαπιστωθεί, μετά από έρευνα σχετικού ισχυρισμού του ενδιαφερομένου ότι με την αδύνατη αυτή χρονολογία καλύπτεται ελάττωμα της διαθήκης (π.χ. έλλειψη ικανότητας του διαθέτη), που επάγεται αυτό πλέον ακυρότητα αυτής (ΑΠ 986/1990).

Β. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, όταν συνετάγη από ανίκανο να συντάξει διαθήκη. Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι (άρθρο 1719 ΑΚ), 1) οι ανήλικοι, 2) όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας, ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη, 3) όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους, ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής τους.

Γ.  Η ακύρωση της ιδιόγραφης διαθήκης, για τους παραπάνω λόγους,  γίνεται με την άσκηση της, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, αναγνωριστικής αγωγής. Την ακύρωση μπορεί να προτείνει όποιος έχει έννομο συμφέρον, και όχι μόνον ο κληρονόμος, γιατί η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής (όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ περί ακυρώσεως ακυρώσιμου διαθήκης για κάποιον από τους λόγους των άρθρων 1782 - 1786 Α.Κ., δηλ. απειλή, δόλος, πλάνη) (ΑΠ 1409/2003). Αυτός που ζητά την δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους εκείνης, οπότε ο εναγόμενος, που έχει τιμηθεί με την διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους αυτής, οφείλει να αποδείξει ότι το όλο περιεχόμενο της διαθήκης εγράφη εξ ολοκλήρου ιδιοχείρως από το διαθέτη που την χρονολόγησε και την υπέγραψε ( ΑΠ 380/1989, ΑΠ 750/2000).

Σημείωση 3

Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν εγράφη από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη, δεν αποκλείεται όμως και τέτοιος αυτοτελής περί πλαστότητας αγωγικός ισχυρισμός).

Σημείωση 4

Για την αναγνωριστική αγωγή, που ασκείται κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, για την ακύρωση της διαθήκης δεν ορίζεται ειδική παραγραφή και επομένως έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ. 

Γ. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι ακυρώσιμη, 1) αν είναι προϊόν απειλής, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 1782 παρ. 1 ΑΚ), 2) αν είναι προϊόν πλάνης, από αίτια που μνημονεύονται στην διαθήκη και ανάγονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε την βούλησή του (άρθρο 1784 ΑΚ), 3) αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε την βούλησή του (άρθρο 1782 παρ. 2), 4) αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο, που υπήρχε κατά το θάνατό του και η ύπαρξή του κατά την σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε, ή έγινε μεριδούχος, μετά τη σύνταξή της (άρθρο 1786 ΑΚ), 5) Αν σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος, ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του (άρθρο 1785 ΑΚ).

Σημείωση 5

Η ακυρώσιμη διαθήκη, μετά την ακύρωσή της, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη (άρθρα 180, 184 ΑΚ).

Σημείωση 6

Μετά την ακύρωσή της δεν είναι επιτρεπτό να αντικατασταθεί με την εικαζόμενη βούληση του διαθέτη, και επέρχεται είτε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, είτε αναβιώνει η διαθήκη που είχε ανακληθεί με την διάταξη που ακυρώθηκε, δηλαδή η τυχόν υπάρχουσα προγενέστερη διαθήκη (ΠολΠρΑθ 5391/2004)

Σημείωση 7

Το δικαίωμα για ακύρωση της διαθήκης, για τους παραπάνω λόγους, παραγράφεται, όταν περάσουν δύο χρόνια από την δημοσίευση της διαθήκης (άρθρο 1888 ΑΚ).