Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 παρ. 4 ΑΚ και 681Γ παρ. 3 εδ. α και 4 εδ. α, δ και ε ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, το δικαστήριο προκειμένου επί διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα - επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, πρέπει να ζητά και να συνεκτιμά και την γνώμη του τέκνου, εφ όσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του.

Α. Μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει την ωριμότητα, ή ανωριμότητα του. Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατά άρθρον 561 ΚΠολΔ.

Β. Η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφωθεί.

Γ. Υποχρέωση παράθεσης της γνώμης του ανηλίκου στην απόφαση δεν προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 3 ΑΚ, πράγμα άλλωστε εύλογο, δεδομένου ότι η παράθεση αυτή είναι βέβαιο ότι θα οξύνει έτι περαιτέρω τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις των διαδίκων γονέων, προκαλώντας εξ αντανακλάσεως βλάβη στο συμφέρον του ίδιου του τέκνου (ΑΠ 1316/2009, ΑΠ 824/2018).