Από την διάταξη του άρθρου 1839 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1840, 1843 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη) μπορεί να αποκληρώσει το τέκνο του, να το αποκλείσει δηλαδή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή και από την νόμιμο μοίρα που δικαιούται ως μεριδούχος (με άλλα λόγια να μην κληρονομήσει τίποτα) για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους.

Α. Οι  λόγοι αυτοί είναι

1) Επιβουλεύθηκε την ζωή του διαθέτη, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του διαθέτη.

2) Προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στον διαθέτη, ή στον σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών.

3) Έγινε ένοχος κακουργήματος, ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη, ή του συζύγου του.

4) Αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει τον διαθέτη.

5) Ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά την θέληση του διαθέτη.

α) Ως πλημμέλημα νοείται αυτό που ορίζεται τον Ποινικό Κώδικα. Δεν απαιτείται και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο, που εξετάζει τον λόγο της αποκλήρωσης, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος, ή πλημμελήματος (ΑΠ 22/2019). Το «σοβαρό» πλημμέλημα κρίνεται με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη. Ως «σοβαρό» χαρακτηρίζεται και η περίπτωση σκαιούς εξυβρίσεως του διαθέτη από τον κατιόντα, όπως  με τις λέξεις «παλιόγρια, γκαγκαρέτσα, να σε θάψουμε εδώ στην αυλή» (ΑΠ 1281/2007) αλλά και η χειροδικία, ή απειλή χειροδικίας κατ' αυτού (ΑΠ 1406/2012).

β) Ως άτιμος ή ανήθικος βίος νοείται η διαρκώς άτιμη, ή ανήθικη διαγωγή του κατιόντος, εξ αιτίας της οποίας προσάπτεται κατά τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις ατιμωτικό όνειδος στην οικογενειακή τάξη και αξιοπρέπεια (όπως η παρατεταμένη συζυγική απιστία του κατιόντος, η κατ' εξακολούθηση τέλεση εγκλημάτων κατά των ηθών). Ο άτιμος ή ανήθικος βίος πρέπει να αποτελεί στάση ζωής, χωρίς να αρκούν μεμονωμένες πράξεις (ΑΠ 1411/98, Εφ Αθ 4632/2007, (ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007).

Β. Η αποκλήρωση του άρθρου 1839 ΑΚ συνιστά  την «αποκλήρωση με στενή έννοια», δηλαδή την  στέρηση από το τέκνο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας και διακρίνεται από την «αποκλήρωση με ευρεία έννοια» του άρθρου 1713 ΑΚ, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή συγγενή ή σύζυγο, χωρίς όμως να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Η αποκλήρωση με ευρεία έννοια δε χρειάζεται καμία δικαιολογία από τον διαθέτη, ούτε υπόκειται σε τύπο, όπως, όμως, ορίζεται στο άρθρο 1713 ΑΚ με την αποκλήρωση αυτή δεν μπορεί ο αποκληρούμενος,  εφ όσον είναι και μεριδούχος, όπως είναι το τέκνο, να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1843 ΑΚ ο λόγος της «αποκλήρωσης με στενή έννοια» πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σε αυτήν, κατά δε το άρθρο 1844 ΑΚ το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά την διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.

Δ. Επομένως, για να είναι έγκυρη η «αποκλήρωση με στενή έννοια» πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) Βούληση του διαθέτη, με την διαθήκη του, να στερήσει το τέκνο του από την κληρονομία και την νόμιμη μοίρα, η οποία μπορεί να είναι ρητή (ο διαθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «αποκληρώνω»), ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως «στερώ από την νόμιμη μοίρα». Ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης.

β) Ύπαρξη λόγου από τους περιοριστικά ανωτέρω αναφερθέντες λόγους του άρθρου 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση, ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του τέκνου προς το διαθέτη και την οικογένεια του.

γ) Αναφορά του λόγου αποκλήρωσης στην διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς ποιον από τους προαναφερόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης. Γίνεται δεκτό ότι η σχετική μνεία μπορεί να γίνει, είτε με την χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου, ή και με την χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς, ή ευρέως, παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη με εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στην διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοιάστως σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης (ΑΠ 1420/1981).

δ) Ύπαρξη του λόγου αποκλήρωσης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Πρέπει δηλαδή ο λόγος αποκλήρωσης να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δηλαδή κατά το χρόνο αυτό να υφίσταται και να είναι αληθινός χωρίς να απαιτείται να εξακολουθεί να υπάρχει και μέχρι το θάνατο του διαθέτη και

ε) Ανυπαρξία συγγνώμης εκ μέρους του διαθέτη. Για την συγγνώμη δεν απαιτείται τύπος. Μπορεί να δοθεί ρητά, ή σιωπηρά. 

Ε. Άκυρη αποκλήρωση - Λήψη νόμιμης μοίρας

Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν, α) η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ή β) όταν ο λόγος αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός, ή γ) έγινε για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του τέκνου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ο αποκληρωθείς, στην περίπτωση αυτή, θα λάβει την νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, γιατί για το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005, ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007, (ΕφΑθ 4000/2008).

ΣΤ. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής

Το τέκνο που ισχυρίζεται ότι αποκληρώθηκε χωρίς νόμιμο και αληθινό λόγο, μπορεί να ασκήσει κατά του τετιμημένου αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, και μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 1788 ΑΚ διετούς προθεσμίας  και μέχρι του χρόνου παραγραφής της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 768/1988, ΑΠ 244/2000, ΕφΠατρων 407/2003, ΠολΠρΧανιων 142/2005), με σκοπό την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του. Στην περίπτωση αυτή την ύπαρξη, ή την αλήθεια, του λόγου της αποκλήρωσης οφείλει να αποδείξει ο εναγόμενος, γιατί εκείνος ωφελείται από την διαθήκη, που περιέχει την διάταξη για την αποκλήρωση (ΕφΑθ 4000/2008, ΕφΑθ 97/2000).