Σύμφωνα με το άρθρο 1813 ΑΚ « Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ' αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1825 ΑΚ «Οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Ο μεριδούχος κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος».  

Α. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1827, 1829, 1830, 1871 και 1872 ΑΚ προκύπτει ότι η νόμιμη μοίρα αναγκαίου κληρονόμου, (δηλαδή κατιόντος, γονέα και συζύγου) του κληρονομουμένου, συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, κατά το ποσοστό που αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, έχων εμπράγματο δικαίωμα επί της  κληρονομίας. Αν ο κληρονομούμενος, με διαθήκη,  προσέβαλε την νόμιμο μοίρα, η πράξη αυτή είναι άκυρος αφ' εαυτή κατά το μέρος που προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας και δεν χρήζει προσβολής, ο δε  μεριδούχος προς προστασία του μετέρχεται, ως και κάθε άλλος κληρονόμος, την περί κλήρου αγωγή, στρεφομένη κατά των νεμομένων τα αντικείμενα της κληρονομίας και δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τούτων κατά το ανήκον σε αυτόν ποσοστό.

Β. Από δε τον συνδυασμό και των διατάξεων των άρθρων , 1710, 1712, 1831 και 1832 ΑΚ καθώς και της 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο μεριδούχος, ενάγων τον συγκληρονόμο του, προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση του ανήκοντος σε αυτόν μέρους της κληρονομίας, οφείλει να ισχυρισθεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομούμενου, το κληρονομικό δικαίωμα, ήτοι την συνδέουσα αυτόν μετά του κληρονομουμένου συγγενική σχέση, στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομία ως μεριδούχου, τα περιουσιακά στοιχεία και την αποτίμηση τους σε χρήμα και δη το είδος, την έκταση του καθενός και την ιδιότητα τους ως κληρονομιαίων, την υπό του εναγομένου κατοχή και κατακράτηση αυτών ως κληρονόμου του διαθέτη και την κατά τους νόμιμους τύπους σύσταση διαθήκης, με την οποία προσβλήθηκε η νόμιμη μοίρα του.

Γ. Κατά το άρθρο 1832 παρ. 1 ΑΚ, η αξία της κληρονομίας, εφ όσον είναι αναγκαία, βρίσκεται «με εκτίμηση». Εξεύρεση της αξίας της κληρονομίας «με εκτίμηση» σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομίας δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση. Για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία, που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτόν στην κληρονομία, στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά, είτε με άλλο τρόπο, και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ηθικό καθήκον. Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου.

Δ. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου, α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κατιόντος, ε) από το ποσό της νόμιμης μοίρας αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε καταλογισμό και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του κατιόντος και παρανομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο ενάγων μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, αλλά ύστερα από αφαίρεση της αξίας των κληρονομιαίων εκείνων στοιχείων, με τα οποία ο ενάγων και οι άλλοι μεριδούχοι συγκληρονόμοι του λαμβάνουν κληρονομικό μερίδιο που δεν υπερβαίνει την νόμιμη μοίρα τους. Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος, επιπλέον αυτών που τυχόν του έχουν καταλειφθεί, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας, για να λάβει έτσι την νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 854/2007, ΑΠ 1176/2002, ΕφΑθ 4181/2008, ΑΠ 207/2008, ΑΠ 854/2007).

Ε. Στην περίπτωση που ουδέν καταλείπεται στον μεριδούχο, δεν γίνεται, εφ όσον δεν προβάλλονται χρέη και δαπάνες κηδείας και απογραφής της κληρονομίας, αποτίμησή της και ως εκ τούτου δεν έχουν θέση τα περί υπολογισμού της νόμιμης  μοίρας της, κατά τα άρθρα 1831, 1833 και 1834 ΑΚ, εξευρισκόμενης αυξημένης πλασματικής κληρονομικής ομάδας, γιατί στις περιπτώσεις αυτές ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό εξ εκάστου υπαρκτού κληρονομιαίου στοιχείου.