Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.

Κατά συνέπεια ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιονδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, (ή και οι απώτεροι ανιόντες του (παππούδες, γιαγιάδες)) διατηρούν το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο, αποκλεισμός δε, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους.  

Α. Αστικές Κυρώσεις

1) Σύμφωνα με την διάταξη άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί, με αίτημα του αιτούντος, να απειλήσει με χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα έτος εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947. Σύμφωνα δε με το άρθρο 947 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση, δικάζοντας  σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ.

2) Κατά συνέπεια, η δικαστική απόφαση, η οποία ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα (απώτερου ανιόντα) και τέκνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει την δυνητική ευχέρεια, κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 ΚΠολΔ, εφ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να απειλήσει κατά του άλλου γονέα για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους όρους που τέθηκαν, προσωπική κράτηση, ή χρηματική ποινή.

3) Για να εκτελεστεί, όμως, η απόφαση επιβολής προσωπικής κράτησης, ή χρηματικής ποινής, κατά του γονέα που παρεμποδίσει την επικοινωνία, απαιτείται σε δεύτερο στάδιο έκδοση νέας  δικαστικής απόφασης. Με την νέα αυτή απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

4) Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης στο δεύτερο στάδιο με την νέα απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά ότι επιδόθηκε η πρώτη απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοση της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου, από απόγραφο και επιταγής.

5) Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του καθ ου η εκτέλεση, είτε με πλειστηριασμό, που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

6) Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά το χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Β. Ποινικές κυρώσεις

Πέραν των ανωτέρω κυρώσεων σε βάρος αυτού που παρεμποδίζει την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο, κυρώσεις σε βάρος του προβλέπονται και από το άρθρο  169Α ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, κατά αυτού που δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή, ή διάταξη δικαστικής, ή εισαγγελικής, απόφασης, σχετική με την επικοινωνία με το τέκνο, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη, ή χρηματική ποινή.

Γ. Άλλες συνέπειες

1) Επειδή η αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της επικοινωνίας συνιστά καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδιζόμενου γονέα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Για να γεννηθεί, όμως, αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να αντίκειται σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, ανεξαρτήτως του δικαίου που βρίσκεται η απαγόρευση αυτή, χωρίς να απαιτείται και η ύπαρξη πταίσματος σ' αυτόν που προσβάλλει, αρκεί μόνον η αντικειμενική παρανομία (ΜονΠρΘεσ 8513/2018, ΠΠρΑθ 124/2021)

2) Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αξιωθεί σε βάρος του παρεμποδίζοντος την επικοινωνία, α) αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, β)  αξίωση για αποζημίωση κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, γ) αξίωση για ικανοποίηση ηθικής βλάβης.