Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ, ανίκανοι να συντάξουν  διαθήκη είναι

1. Οι ανήλικοι.

2. Όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας, ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη.

Η ανικανότητα των συμπαραστατουμένων αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση, ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

3. Όσοι πάσχουν από έλλειψη συνείδησης των πράξεων.

Αυτή υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει την δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει την σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου, ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου.

4) Όσοι πάσχουν από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη (πνευματική ασθένεια).  

α) Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια, παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κλπ.

Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, εν όψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Β. Δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής, ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Γ. Αυτός που με αγωγή ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της, φέρει το βάρος να προκαλέσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο δικαστήριο σχετικά με την ανυπαρξία των παραπάνω προϋποθέσεων προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 1063/2006, ΕφΑθ 4518/2011, ΤρΕφΠειρ 168/2019).