Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους, ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Α. Με την διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης

1. Η έλλειψη συνείδησης των πράξεων.

Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση, εγκεφαλικό οίδημα, επιθανάτια αγωνία κλπ) δεν έχει την δυνατότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης, που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεών της, χωρίς να απαιτείται γενικά και πλήρως έλλειψη της συνειδήσεως, αλλά αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεώς του

2. Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης (πνευματική ασθένεια).

α) Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, καθ όσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις αισθήματα, ορμές και επιρροές τρίτων και του είναι αδύνατο να αντισταθεί σε υποβολές που προέρχονται από τρίτους.

β) Οι ασθένειες οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στη διαταραχή αυτή είναι  οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες αλλά και οι οργανοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια. Η διακρίβωση του πότε στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ή περιορίζεται αποφασιστικά ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, εν όψει και του ότι μία εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξη ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Β. Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Γ. Στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξής της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική ασθένεια (ΑΠ 714/2014, ΑΠ 1420/2010, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

 Δ. Δεν αποκλείεται από τον νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο καταστάσεων, δηλαδή τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της στέρησης της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.

Ε. Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο πρόσωπο προς σύνταξη διαθήκης είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη (άρθρο 1748, 180 ΑΚ). Ο καθένας που έχει έννομο συμφέρον όπως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη (ΑΠ 1063/2006, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

ΣΤ. Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης κατά τεκμήριο υφίσταται και συνεπώς αυτός που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του. Αυτός που με αγωγή ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της, φέρει το βάρος να προκαλέσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο δικαστήριο σχετικά με την ανυπαρξία των παραπάνω προϋποθέσεων προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 1063/2006, ΕφΑθ 4518/2011, ΤρΕφΠειρ 168/2019).