Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1682 εδ. α ΑΚ, σε κάθε περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης έχουν, εφ όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία ανηλίκων. Έτσι, το λειτούργημα του δικαστικού συμπαραστάτη παύει με δικαστική απόφαση, κατόπιν αιτήσεως του εποπτικού συμβουλίου, ή αυτεπαγγέλτως, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν κριθεί ότι η συνέχιση της άσκησης του λειτουργήματος του μπορεί να θέσει σε κίνδυνο, λόγω παραμέλησης των καθηκόντων του, ή για άλλο λόγο, τα συμφέροντα του συμπαραστατουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1650 και 1651 ΑΚ, που αφορούν στην επιτροπεία ανηλίκων και εφαρμόζονται αναλόγως.

Β. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, το δικαίωμα υποβολής αίτησης παύσης του δικαστικού συμπαραστάτη, περιορίζεται μόνο, αφ ενός μεν στο εποπτικό συμβούλιο, ως όργανο, μη δυνάμενο να ασκηθεί από τα επί μέρους μέλη του, ούτε από συγγενείς του συμπαραστατουμένου, και αφ ετέρου στο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Πέραν αυτών των προσώπων κανένα άλλο πρόσωπο δεν νομιμοποιείται στην υποβολή της σχετικής αίτησης, αν κινδυνεύουν τα συμφέροντα του συμπαραστατουμένου  (ΑΠ 1103/2005, ΕφΑΘ 2089/2011).

Γ. Ως κριτήριο πρωταρχικό, ο νόμος θέτει τον κίνδυνο των συμφερόντων του συμπαραστατέου, ο οποίος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος, δηλαδή δεν απαιτείται να έχει επέλθει ζημία. Η αφροντισία των καθηκόντων του συμπαραστάτη είναι αυτή που βρίσκεται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από το λειτούργημά του και μπορεί να οφείλεται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη και η συνεπεία αυτής έκθεση σε κίνδυνο των ηθικών συμφερόντων του συμπαραστατουμένου (ΕφΑθ 1460/2018).