Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Την αίτηση στο δικαστήριο υποβάλει αποκλειστικά, ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, και εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε ή και αυτεπαγγέλτως. Πέρα από τα ανωτέρω πρόσωπα που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1667 ΑΚ, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως αδελφός, συγγενής, ή άλλο πρόσωπο που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση για να κηρυχθεί ο πάσχων σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΠ 1103/2005, ΜονΕφΛαρ 318/2020)

Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, ο δικαστής αποφασίζει μόνο ύστερα από αίτηση του ίδιου.

Γ. Κατά το άρθρο 1676 ΑΚ, τα παραπάνω νομιμοποιούμενα πρόσωπα μπορούν, κατά περίπτωση, να ζητήσουν  να τεθεί ο πάσχων (συμπαραστατέος).

α) Σε Πλήρη Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Σε Μερική Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Σε Πλήρη Επικουρική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Σε Μερική Επικουρική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Σε Συνδυασμό των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 1674 ΑΚ, ο δικαστής, προκειμένου να αποφασίσει την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (και τον διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, καθώς και όταν πρόκειται να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη), συνεκτιμά την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης, ή του σωματείου, ή του ιδρύματος, στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση.

Ε. Ο δικαστής αν το κρίνει, μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά. Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών» (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 1669 ΑΚ, το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη, συνήθως, το φυσικό πρόσωπο που προτείνεται από τον αιτούντα, ή από αυτόν που χρειάζεται την συμπαράσταση. Αν δεν προταθεί κανείς, ή αν εκείνος που προτάθηκε, δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και, ιδίως, με τους γονείς του, τα τέκνα του και τον σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Ζ. Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν ή και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 1667 ΑΚ, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη. Η εξουσία του περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο, απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου. Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός. Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, συνήθως, επιδιώκεται  με την ίδια αίτηση. Κατά το άρθρο 1673 ΑΚ, η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κυρίας δίκης.

Η. Κατά το άρθρο 1682 ΑΚ, όταν ζητείται να τεθεί ο συμπαραστατέος σε Πλήρη, ή Μερική, Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση,  διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου, που προτείνει ο αιτών.

Θ. Σύμφωνα με το άρθρο 1676 ΑΚ το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αίτηση ως προς το καθεστώς, στο οποίο θα τελεί το πρόσωπο που υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά αποφασίζει με γνώμονα την προστασία της προσωπικότητας του πάσχοντος και ανάλογα με τις ανάγκες του, διατάσσοντας την δικαστική συμπαράσταση, μόνο, όταν η εκπροσώπηση του πάσχοντος δεν μπορεί να διασφαλιστεί με ηπιότερα μέτρα, όπως λ.χ. με προηγούμενη εκούσια αντιπροσώπευση.

Ι. Η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο, είτε με αίτηση του νομιμοποιούμενου προσώπου, είτε αυτεπαγγέλτως, με πράξη του αρμοδίου Δικαστή, κατά το άρθρο 747 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον στην δίκη, με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  747 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο τρίτος με μόνη την κλήτευσή του, η οποία δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο ή τριτανακοπή, αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου. Η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα (ΑΠ 1103/2005, ΜονΕφΛαρ 331/2015).

ΙΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 1681 ΑΚ, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση. Για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει. Ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης και του χρόνου έναρξης του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη, έχει ως συνέπεια τον υποχρεωτικό διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ΑΚ 1672 εδ. γ, ΚΠολΔ 850 παρ. 5). Για να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πρέπει να επιδοθεί προς όλα τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η σχετική απόφαση, δηλαδή σε όλους όσους είχαν καταστεί διάδικοι της δίκης, καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αφού είναι από εκείνους που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση (άρθρο 761 ΚΠολΔ). Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 ΚΠολΔ μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης κατ` άρθρο 802 παρ. 4 ΚΠολΔ, άλλως εντός 3 ετών από τη δημοσίευσή της (ΤρΕφΛαρ 4/2015).