Α. Το κύριο όνομα του τέκνου προσδίνεται, είτε είναι βαπτισμένο, είτε είναι αβάπτιστο, με κοινή δήλωση των γονέων στον αρμόδιο Ληξίαρχο. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί από τον ένα γονέα, απαιτείται, όμως, έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου γονέα, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής (ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Β. Η αλλαγή του κύριου ονόματος, επειδή δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, επιτρέπεται, εφ όσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως ο δικαστής εκτιμήσει επαρκή τον σπουδαίο λόγο, η οποία (δικαστική απόφαση) στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Γ. Αίτημα της αγωγής μπορεί να αποτελεί ακόμη και η άρση δοθέντος ήδη ονόματος στο τέκνο. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα, ή την γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο, γιατί, ως ελέχθη, η ονοματοδοσία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του. Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, αναζητεί δε την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς κύρια ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα από τους γονείς, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους γονείς, ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς.