Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Β. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις.

Γ. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ.

Δ. Αν η γονική παροχή δεν υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, (συντρέχει, δηλαδή, περίπτωση ανάγκης) κρινόμενη κατά το χρόνο της παροχής, ή της υποχρεώσεως, τότε η γονική παροχή δεν  συνιστά δωρεά και για αυτό τον λόγο δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι περί δωρεάς διατάξεις. Αντίθετα, κατά το λόγο που υπερβαίνει το μέτρο, συνιστά δωρεά μόνο κατά το υπερβάλλον, για το οποίο και ως προς αυτό έχουν εφαρμογή οι περί δωρεάς διατάξεις (ΑΠ 654/ 2011, ΕφΠειρ 60/2016, ΕφΛαρ 42/2020).

Ε. Με τα δεδομένα αυτά, η αγωγή με την οποία ζητείται η ανάκληση της γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ, πρέπει να περιλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι, η γονική παροχή είναι δωρεά, γιατί υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο (ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 654/2011, ΕφΠειρ 60/2016).

ΣΤ. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ή στο σύζυγο, ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια αυτή θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή, του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου, ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σε αυτόν.

Ζ. Αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη, ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει την δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση.

Η. Το ζήτημα, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά, ή διαγωγή, του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, ή του συζύγου, ή του στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (ΑΠ 654/2011, ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1361/2007).

Θ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, προκύπτει ότι από την περιέλευση στο δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθ. 167 ΑΚ), η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά τον χρόνο που γίνεται η ανάκληση δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά ξανά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλά ανατρέπονται «αυτοδικαίως» για το μέλλον τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς.

Ι. Ο δωρεοδόχος είναι υποχρεωμένος πρωτογενώς να επιστρέψει αυτό τούτο το αντικείμενο της δωρεάς, βάσει ενοχής είδους κατά την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α. Η αγωγή είναι ενοχική και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του χωρίς αιτία κατεχομένου πράγματος.

ΙΑ. Αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς, γίνεται, εφ όσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, είτε με τη διεκδικητική αγωγή, είτε με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως (949 ΚΠολΔ) και μεταγραφή, αφ ενός της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και αφ ετέρου της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής. Εφόσον πραγματοποιηθούν τα ανωτέρω νομικά γεγονότα, μετατίθεται η κυριότητα του δωρηθέντος στον δωρητή (ΕφΛαρ 42/2020).

ΙΒ. Στην αγωγή πρέπει να περιγράφεται ότι η γονική παροχή υπερβαίνει το μέτρο των περιστάσεων και αποτελεί στην πραγματικότητα δωρεά, η οποία και πρέπει να ανακληθεί λόγω της αχαριστίας που επέδειξε ο εναγόμενος και δη με συμπεριφορά εξακολουθητική, η οποία και συνεχίζεται μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αίτημα (στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου) την ανάκληση του συμβολαίου της γονικής παροχής  κυριότητας (ή ψιλής κυριότητας) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει την κυριότητα νομή και κατοχή του εν λόγω ακινήτου, για την περίπτωση δε που δεν το πράξει τούτο οικειοθελώς, να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης περί αναμεταβίβασης στον ενάγοντα της κυριότητας, νομής και κατοχής του περιγραφόμενου αγωγή ακινήτου.