Α. Aπάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβληθεί σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και ταυτόχρονα υποστηριχθεί με την προσκόμιση πλαστών, ή νοθευμένων εγγράφων, ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του και από την οποία επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του.

Β. Στην περίπτωση αυτή έχουμε τετελεσμένη απάτη στο δικαστήριο, αφού με τον ψευδή ισχυρισμό και την επίκληση και προσαγωγή των ψευδών αποδεικτικών στοιχείων εκδόθηκε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη.

Γ. Στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν παραπλανάται από τον ψευδή ισχυρισμό και τα ανακριβή αποδεικτικά μέσα και απορρίπτει την αγωγή ως αβάσιμη, ή όταν εκδίδει μη οριστική απόφαση, έχουμε απόπειρα απάτης, αφού ο δράστης προέβη στις ανωτέρω ενέργειες με δόλο τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, και με αυτές αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ( ΑΠ 378/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του, ή σε άλλον, παράνομο όφελος, ή για να βλάψει το κράτος, ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.

A. Ως υπάλληλος νοείται κάθε πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου.

B. Για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος από υπάλληλο απαιτείται.

α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο, ή με διοικητική πράξη, ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας,

β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και

γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη, ή σε άλλον, παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να επέλθει βλάβη στο κράτος, ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

Γ. Μεταξύ της πράξης παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους, ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος, ή η βλάβη, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η ωφέλεια, ή η βλάβη, μπορεί να είναι όχι μόνο υλική, αλλά και ηθική. Όταν ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, ή του τρίτου, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ. 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ., 250 και 321 του ΚΠΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη, έστω και συναφή.

Άλλως παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.β' του ΚΠΔ λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός.

Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, κατά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου.

Α. Στην Αθήνα (και στις άλλες πόλεις) ο αριθμός των περιστεριών συνεχώς αυξάνεται. Οι δήμοι απλώς απομακρύνουν τα περιττώματα (ακαθαρσίες) των περιστεριών από αγάλματα, αρχαιολογικούς χώρους, κ.λ.π. Δεν λαμβάνουν, όμως, μέτρα για την επίλυση του προβλήματος, που δημιουργείται από την εγκατάσταση των περιστεριών στα μπαλκόνια, στις εσοχές, προεξοχές, στις εξωτερικές σωληνώσεις, των πολυκατοικιών και άλλων δημόσιων, ή ιδιωτικών, κτιρίων, που λειτουργούν ως χώροι καταφυγίου και εγκατάστασης των αστικών περιστεριών. Στους χώρους αυτούς τα περιστέρια πολλαπλασιάζονται, δημιουργώντας φωλιές (οι νεοσσοί, συνήθως, δεν φεύγουν από το μέρος που γεννήθηκαν) με μεγάλες  συγκεντρώσεις ακαθαρσιών, δυσχεραίνοντας τις συνθήκες υγιεινής διαβίωσης των ενοίκων, που αναγκάζονται, να λαμβάνουν, τις πιο πολλές φορές μάταια, ατομικά μέτρα πρόληψης εγκατάστασής των και απομάκρυνσης αυτών και των ακαθαρσιών τους, γιατί, αν δεν το πράξουν, τα μπαλκόνια τους, οι εσοχές των διαμερισμάτων τους και οι είσοδοι των πολυκατοικιών, θα φέρουν την εικόνα εγκατάλειψης, δυσοσμίας και βρωμιάς.  

Β. Έχει παρατηρηθεί, όπως λένε μελέτες ειδικών, ότι σε μεγάλες συγκεντρώσεις περιττωμάτων δημιουργούνται  σοβαρά προβλήματα υγιεινής, αφού στα περιττώματα έχουν βρεθεί παθογόνοι μικροοργανισμοί που μπορούν να μεταδώσουν στον άνθρωπο μία σειρά από ασθένειες, όπως  σαλμονέλα, τριχομονάδα, τύφος, χλαμυδίωση, εγκεφαλίτιδες, πνευμονίτιδες κ.λ.π., ενώ πολλά αστικά περιστέρια προσβάλλονται από παράσιτα, όπως τσιμπούρια, ορνιθόψειρες,  ακάρεα, που μπορεί να μεταδοθούν στον άνθρωπο.

Γ. Πολλοί άνθρωποι, από αγάπη προς τα ζώα, ταΐζουν τα περιστέρια στον δρόμο, στις γωνίες των δρόμων, μπροστά από εισόδους πολυκατοικιών, ή μεμονωμένων ισογείων κατοικημένων, ή μη, κατοικιών, άλλοι με υπολείμματα δικών τους τροφών και άλλοι στην καλύτερη περίπτωση με τροφές για πουλιά.

Δ. Εν όψει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων αγαπά τα ζώα και ειδικότερα τα περιστέρια, δημιουργείται το ερώτημα "Εσύ… που ταΐζεις τα περιστέρια κάτω στον δρόμο, κάτω από τις πολυκατοικίες, που συνήθως εσύ… δεν κατοικείς, τηρείς τους κανόνες καθαριότητας και υγιεινής;. Θα επέτρεπες να φωλιάσουν στο μπαλκόνι σου;. Θα τα τάιζες στο μπαλκόνι σου;». Επιτρέπεται αυτό που κάνεις;"  

Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει σαφής νομική απάντηση, γιατί ο νόμος στο σημείο αυτό δεν είναι σαφής. Δεν έχει οριοθετηθεί, που, πως και με ποιόν τρόπο πρέπει να ταΐζονται τα περιστέρια.

Ε. Σύμφωνα  με τον ν. 4039/2012, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 46 ν. 4235/2014, δεν απαγορεύεται το τάισμα περιστεριών στο αστικό ιστό, αρκεί να τηρούνται οι κανόνες καθαριότητας και υγιεινής. Όσοι ταΐζουν τα περιστέρια (οπουδήποτε) οφείλουν να διατηρούν το περιβάλλον, καθαρό και να μη ρυπαίνουν τον χώρο.    

ΣΤ. Σύμφωνα με τον ν. 1650/1986, ως ισχύει, ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, μέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Η προστασία του περιβάλλοντος, θεμελειώδες και αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας και πολιτικής, υλοποιείται κύρια μέσα από το δημοκρατικό προγραμματισμό. Βασικός στόχος είναι η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτόν, προληπτικών μέτρων.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ως ισχύει,  

α) «Περιβάλλον» νοείται, το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες,

β) «Ρύπανση» νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του,

γ) « Μόλυνση» νοείται η μορφή που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών στο περιβάλλον ή δεικτών που υποδηλώνουν την πιθανότητα παρουσίας τέτοιων μικροοργανισμών,

δ)«Υποβάθμιση» της ζωής  νοείται, η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες

ε) «Προστασία του περιβάλλοντος» νοείται το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωσή του.

στ) «Απόβλητα» νοείται, κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση.

Η. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 1650/1986, «Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000 έως 60.000 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή. Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή» (ΑΠ 696/2017, ΑΠ 913/2016, ΑΠ 1172/2016, ΑΠ 664/2019).

Θ.  Επομένως, προσοχή

Δεν απαγορεύεται το τάισμα περιστεριών στο αστικό ιστό, αρκεί να τηρούνται οι κανόνες καθαριότητας και υγιεινής. Όσοι ταΐζουν τα περιστέρια (οπουδήποτε) και στον δρόμο, οφείλουν να διατηρούν τον δρόμο και το περιβάλλον, καθαρό και να μη ρυπαίνουν, μολύνουν, ή υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των γειτόνων. Διαφορετικά διώκονται ποινικά για ρύπανση, μόλυνση και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

Το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται

1. Με την παραγραφή του εγκλήματος

Σύμφωνα με τα άρθρα 111 έως 113 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή του εγκλήματος  

α) Για τα κακουργήματα, αν ο νόμος για αυτά προβλέπει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, μετά από είκοσι έτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση (πλην της ποινής της ισόβιας κάθειρξης) μετά από δέκα πέντε έτη.

β) Για τα πλημμελήματα, μετά από πέντε έτη.

Αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικά περισσότερες από μία ποινές, οι πιο πάνω προθεσμίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη βαρύτερη απ αυτές. Η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Σε περίπτωση συμμετοχής η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού.

Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει, ή να εξακολουθήσει, η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η παραπάνω αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή, ή αναστολή, της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ' εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 ΚΠΔ.

Αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψή της δεν αναστέλλει την παραγραφή.

2. Με παραίτηση (σιωπηρή ή ρητή) από την έγκληση

α) Σύμφωνα με το άρθρο 114 ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται, αν η έγκληση δεν υποβληθεί εντός του τριμήνου από την ημέρα που ο παθών έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της, ή για έναν από τους συμμετόχους.

β) Το αξιόποινο εξαλείφεται και με ρητή δήλωση του παθόντος, ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης.

3. Με ανάκληση υποβληθείσας έγκλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 117 ΠΚ ο παθών μπορεί να ανακαλέσει (σύμφωνα με τους όρους που ορίζει ο ΚΠΔ) την έγκληση. Από την ανάκληση της έγκλησης εξαλείφεται το αξιόποινο, χωρίς να μπορεί να υποβληθεί νέα έγκληση.

Αν ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, ή τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, το δικαίωμα της έγκλησης έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, όπως οι γονείς. Αν ο παθών έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα της έγκλησης έχουν, τόσο ο παθών, όσο και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του το δικαίωμα αυτό το έχει μόνο ο παθών. Μετά τον θάνατο του παθόντος το δικαίωμα της έγκλησης μεταβιβάζεται στον επιζώντα σύζυγο, ή σε αυτόν που συμβίωνε με τον θανόντα έως τον θάνατό του καθώς και στα τέκνα του, και αν αυτοί δεν υπάρχουν, ή είναι δράστες του εγκλήματος, στους γονείς του.

Σύμφωνα με τα άρθρα 111 έως 113 ΠΚ, τα εγκλήματα παραγράφονται και το αξιόποινο εξαλείφεται

α) Για τα κακουργήματα, αν ο νόμος για αυτά προβλέπει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, μετά από είκοσι έτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση (πλην της ποινής της ισόβιας κάθειρξης) μετά από δέκα πέντε έτη.

β) Για τα πλημμελήματα, μετά από πέντε έτη.

Αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικά περισσότερες από μία ποινές, οι πιο πάνω προθεσμίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη βαρύτερη απ αυτές. Η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Σε περίπτωση συμμετοχής η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού.

Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει, ή να εξακολουθήσει, η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η παραπάνω αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει όταν η αναβολή, ή αναστολή, της ποινικής δίωξης, ή η αναβολή της δίκης, λαμβάνει χώρα κατ' εφαρμογή των άρθρων 29, 59 και 61 ΚΠΔ.

Αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψή της δεν αναστέλλει την παραγραφή

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας, αντικειμενικά απαιτείται η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής, την οποία και τέλεσε.

Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, με πειθώ, ή φορτικότητα, ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητος και της θέσης του, ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών.

Δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος (ΑΠ 129/2013, ΑΠ 296/2013).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή».

Από την διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς, ή προφορικώς, για κάποιον άλλον λέξεις, ή φράσεις, που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν, είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου.

Στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση, όπως το άτομο να μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσης, ή μεταχείρισης τέτοιας, που να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με την ηθική και κοινωνική του αξία.

Απλή δυσφήμηση

Από τη διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφήμησης, απαιτείται,

Αντικειμενικά, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι κατάλληλο κατ' αντικειμενική κρίση να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου,

Υποκειμενικά, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε αυτόν το βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση.

Δεν απαιτείται γνώση της αναληθείας. Η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος, δεν αποκλείει το δόλο αυτού.

Η διαφορά μεταξύ ισχυρισμού και διάδοσης του δυσφημιστικού γεγονότος, συνίσταται στο ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση, ο δράστης ανακοινώνει το γεγονός αυτό ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, ο δράστης μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό.

Τιμή, είναι το αγαθό, όνομα ή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, συνεπεία εκπλήρωσης από αυτό ηθικών και νομικών κανόνων. Υπόληψη, είναι το αγαθό, όνομα ή εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είναι κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αλλά και κάθε συγκεκριμένη κατάσταση ή συμπεριφορά αναγομένη στο παρελθόν ή το παρόν, η οποία υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, εφόσον συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί.

Απλές όμως κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος, ή εκδήλωση καταφρόνησης, ή ονειδισμού αυτού, χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης.

Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο, ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.

Συκοφαντική δυσφήμηση

Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται

Αντικειμενικά, α) ισχυρισμός, ή διάδοση, γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή, ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Υποκειμενικά, άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή, ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη.

Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του.

Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με τα άρθρα 231 και 232 ΚΠΚ

1. Κατά του μάρτυρα που κλήθηκε νόμιμα να καταθέσει την μαρτυρία του ενώπιον αρχής  και δεν εμφανίζεται,  ο καλών εκδίδει εναντίον του ένταλμα βίαιης προσαγωγής.

2. Αν αυτός που καλεί είναι ο εισαγγελέας, ανακριτής, ειρηνοδίκης ή ο πταισματοδίκης, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει το μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε από απείθεια την ορισμένη ημέρα σε πρόστιμο 50-100 ευρώ και στην πληρωμή των τελών. Στην ίδια ποινή υπόκειται και ο μάρτυρας που εμφανίστηκε, αρνείται όμως, χωρίς να υπάρχει νόμιμος λόγος, την μαρτυρία του, ή τον όρκο της μαρτυρίας του, με την επιφύλαξη και της βαρύτερης ποινής κατά τον ποινικό κώδικα.

3. Αν κάποιος από τους μάρτυρες, που κλητεύθηκε νόμιμα στο ακροατήριο δεν εμφανισθεί, καταδικάζεται από το δικαστήριο με πρόταση του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, σε πρόστιμο 100 -200 ευρώ καθώς και στην πληρωμή των τελών της απόφασης, ανεξάρτητα από την αναβολή ή όχι της δίκης. Αν η απουσία του μάρτυρα, που καταδικάσθηκε κατά τον τρόπο αυτόν αποτελέσει λόγο αναβολής της δίκης, καταδικάζεται επιπλέον στις δαπάνες που προκλήθηκαν από την αναβολή και οι οποίες εκκαθαρίζονται και ορίζονται σ' αυτήν την απόφαση.

4. Το δικαστήριο, αν πειστεί ότι ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας επίτηδες απουσίασε για να αναβληθεί, ή να ματαιωθεί, η εκδίκαση της υπόθεσης, τον καταδικάζει επιπλέον και στην ποινή της απείθειας (φυλάκιση έως έξι μήνες, ή χρηματική ποινή).

5. Θεωρούνται λιπομάρτυρες και τιμωρούνται με τις ίδιες ποινές και οι μάρτυρες που, μολονότι εμφανίστηκαν, αρνούνται χωρίς νόμιμο λόγο να δώσουν όρκο, ή να καταθέσουν.

6. Κατά του  μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε διατάσσεται συγχρόνως και η βίαιη προσαγωγή κατά τη νέα δικάσιμο. Η βίαιη προσαγωγή μπορεί να διαταχθεί και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν είναι δυνατό.

Ανάκληση της καταδίκης για λιπομαρτυρία.

1. Αν εκείνος που καταδικάστηκε για λιπομαρτυρία παρουσιαστεί για να εξεταστεί και αποδείξει ότι από κάποιο νόμιμο κώλυμα δεν εμφανίστηκε την ημέρα που είχε οριστεί, η καταδίκη ανακαλείται από αυτόν που την επέβαλε. Νόμιμα κωλύματα είναι οι περιπτώσεις ανώτερης βίας ή άλλων εμποδίων, που αιτιολογούνται ειδικά στην ανακλητική απόφαση.

2. Ο μάρτυρας, που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκήσει ανακοπή ο ίδιος, ή με πληρεξούσιο, κατά της καταδικαστικής απόφασης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοσή της σε αυτόν. Ο εισαγγελέας φροντίζει να εισαχθεί για συζήτηση η ανακοπή στην ίδια δικάσιμο με την κύρια υπόθεση για την οποία καλείται ο μάρτυρας να εμφανιστεί. Η ανακοπή εκδικάζεται, ακόμη και αν αναβληθεί εκ νέου η κύρια δίκη. Αν αυτή περατώθηκε ήδη ή έπαυσε η διαδικασία με άλλο τρόπο, η ανακοπή εισάγεται για εκδίκαση αφού κλητευθεί εκείνος που την άσκησε

3. Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, ή αν απορριφθεί αυτή που ασκήθηκε, η απόφαση εκτελείται.

4. Αν δεν γίνει ανακοπή, το δικαστήριο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως ανακαλεί την καταδικαστική του απόφαση εν όλω ή εν μέρει, αν πειστεί ότι εξαιτίας κάποιου κωλύματος δεν εμφανίστηκε ο μάρτυρας που καταδικάστηκε.

Σύμφωνα με τα άρθρα 223 επ. ΚΠΚ

1. Οι μάρτυρες εξετάζονται ο καθένας χωριστά. Επιτρέπεται, όταν αυτό είναι αναγκαίο, να εξετάζονται κατ' αντιπαράσταση προς τον κατηγορούμενο, ή άλλο μάρτυρα.

2. Οι μάρτυρες έχουν δικαίωμα να υπαγορεύσουν τις καταθέσεις τους (στην ανάκριση)  αν κατά την κρίση εκείνου που εξετάζει, δεν υπάρχουν λόγοι που να επιβάλλουν το αντίθετο. Ο μάρτυρας δεν μπορεί να χρησιμοποιεί σημειώσεις, εκτός αν πρόκειται για λογιστικά ζητήματα, ή αν αυτός που διεξάγει την ανάκριση, ή το δικαστήριο, το επιτρέψει για ειδικούς λόγους.

3. Ο μάρτυρας όταν εξετάζεται δεν του απευθύνονται ερωτήσεις για προσωπικές κρίσεις, παρά μόνο όταν αυτές συνδέονται αναπόσπαστα με τα γεγονότα που καταθέτει.

4. Όταν ο μάρτυρας καταθέτοντας, δεν απομακρύνεται από το θέμα και δεν πρέπει να διακόπτεται.

5. Στον μάρτυρα απευθύνονται ερωτήσεις, αφού τελειώσει την κατάθεσή του και αν είναι αναγκαία η συμπλήρωσή της. Παραπειστικές ερωτήσεις δεν επιτρέπονται.

6. Ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάσει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε, εκτός αν στον νόμο ορίζεται διαφορετικά. Αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του απαγορεύεται να ληφθεί υπόψη.

7. Ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Σύμφωνα με τα άρθρα 209 επ. ΚΠΔ

Αν κάποιος κληθεί (νόμιμα) να καταθέσει ενώπιον αρχής, δεν μπορεί να αρνηθεί την μαρτυρία του, εκτός αν έχει από τον νόμο το δικαίωμα να αρνηθεί.  Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν, γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΙ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ   

α) Οι παράφρονες και όσοι βρίσκονται προφανώς σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσουν τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί.

β) Όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα, ή έργα γραμματέα της ανάκρισης, στην ίδια υπόθεση.

γ) Όσοι έχουν παραπεμφθεί να δικαστούν για την ίδια πράξη, ως ότου αμετακλήτως κριθεί η ενοχή τους.

δ) όσοι κηρύχθηκαν αμετακλήτως ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται, και αν ακόμη δεν τους επιβλήθηκε ποινή.

ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΙ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΚΥΡΩΝΕΤΑΙ

α) Κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι λειτουργοί ή επαγγελματίες, στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, και οι βοηθοί των προσώπων αυτών,

β) Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν πρόκειται για στρατιωτικό ή διπλωματικό μυστικό ή μυστικό που αφορά την ασφάλεια του κράτους, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός με αίτηση της δικαστικής αρχής ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως τους εξουσιοδοτήσει σχετικά.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΡΝΗΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη μαρτυρία τους ο σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του ενήλικα κατηγορουμένου έως και τον τρίτο βαθμό.

Όταν κατηγορείται ανήλικος, η μαρτυρία των συγγενών είναι υποχρεωτική.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς, ή αναφέρει για αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.

Στοιχεία του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης είναι

α) η καταμήνυση, ή ανακοίνωση, ή αναφορά με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής αναγγελίας, αν πρόκειται για αδίκημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως, ή για πειθαρχικό αδίκημα,

β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον της αρχής,

γ) η καταμήνυση να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης, ή πειθαρχικής παράβασης,

δ) η καταμήνυση να είναι ψευδής,  

ε) ο δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση του κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη, ή πειθαρχική παράβαση,

στ) στη θέληση του να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και

ζ) στο σκοπό του να κινηθεί η ποινική, ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 εδ. α ν. 1599/1986, όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει τα αληθινά, με υπεύθυνη δήλωσή του, που  έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ίδιο νόμο σφραγιστού χαρτιού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται

α) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση, ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

β) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ν. 1599/1986 ειδικού σφραγιστού χαρτιού και

γ) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα.

Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν,  γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης (ΑΠ 1217/2016).

Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την θέληση τέλεσης της πράξης, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού  (ΑΠ 550/2014).

Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή, όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση καταθέτει εν γνώσει του ψέματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει την αλήθεια.

Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται

α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση,

β) τα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν να είναι αναληθή και

γ) ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο μάρτυρας γνωρίζει (με την έννοια της συνειδητής βεβαιότητας) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε είναι ψευδή, ή στο ότι αυτός γνωρίζει τα αληθή περιστατικά, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Ως περιστατικά νοούνται συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι, είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα, είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων. Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Επιπλέον πρέπει τα περιστατικά που κατατέθηκαν, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.

Με τον νέο Ποινικό Κώδικα (κυρώθηκε με τον ν. 4619/ 2019).

ΚΥΡΙΕΣ ΠΟΙΝΕΣ (άρθρα 50, 51,52, 53, 54 Π.Κ)

Κύριες ποινές είναι, α) οι στερητικές της ελευθερίας, β) η χρηματική ποινή και γ) η προσφορά κοινωφελούς εργασίας.

Ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.

Η κάθειρξη είναι πρόσκαιρη και κατ’ εξαίρεση, εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητά, ισόβια. Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη, ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών.

Η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι κατώτερη των δέκα ημερών.

Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι κατώτερη των έξι μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη ως δέκα έτη. Αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια, ή πρόσκαιρη, η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη, ούτε είναι κατώτερη από δύο.

ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΠΟΙΝΕΣ (άρθρο 59 Π.Κ)

Παρεπόμενες ποινές είναι, α) η αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων, β) η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος, γ) η αφαίρεση άδειας οδήγησης ή εκμετάλλευσης μεταφορικού μέσου, δ) η δημοσίευση καταδικαστικής απόφασης και ε) η δήμευση.

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (άρθρα 99, 100, 104Α Π.Κ)

Ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, ανεξαρτήτως προηγούμενων καταδικών, αναστέλλονται, εκτός εάν το δικαστήριο αιτιολογημένα κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Σε ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, το δικαστήριο, εφ όσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, δύναται να διατάξει την μερική έκτιση της ποινής και να αναστείλει το υπόλοιπο αυτής. Η μερική έκτιση της ποινής δεν μπορεί να έχει διάρκεια κατώτερη των 10 ημερών και ανώτερη των 3 μηνών.

Σε ποινές έως 3 έτη, όπου δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων. Κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από τρεις ώρες κοινωφελούς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 2.000 ώρες, ούτε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 3 ετών.

Σε ποινές φυλάκισης από 3 έτη έως 5 έτη, προβλέπεται η μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία, αφού ο καταδικασθείς θα έχει εκτίσει πραγματικά το 1/10 αυτής.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος για αδίκημα πλημμεληματικής φύσης κινδυνεύει άμεσα με φυλάκιση, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από 10 μέρες έως 3 μήνες για ποινές φυλάκισης έως 3 ετών, ενώ για ποινές από 3 έως 5 έτη, προβλέπεται έκτιση τουλάχιστον του 1/10 της επιβληθησόμενης ποινής.

Ο κίνδυνος φυλάκισης είναι άμεσος, γιατί με το άρθρο 98 του ν. 4623/2019 (για το επιτελικό κράτος) ανεστάλη η ισχύς των διατάξεων του Π.Κ, κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας, είτε ως κύρια ποινή, είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής, ή χρηματικής ποινής. Σύμφωνα με την πρόβλεψή του, τα πλημμελήματα που προβλέπονται σε διατάξεις του Π.Κ και απειλούνται με μοναδική ποινή την παροχή κοινωφελούς εργασίας, τιμωρούνται με χρηματική ποινή.

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ (άρθρο 101 Π.Κ)

Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής, καταστεί αμετάκλητη καταδίκη για πράξη που τελέστηκε πριν από τη δημοσίευση της απόφασης για την αναστολή, και η συνολική ποινή που επιβάλλεται υπερβαίνει τα τρία έτη, η αναστολή θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκε ποτέ, εκτός αν το δικαστήριο, απαγγέλλοντας την νέα καταδίκη, ρητά διατάξει με την ίδια απόφαση να διατηρηθεί η αναστολή, λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος για το οποίο απαγγέλθηκε η νέα καταδίκη.

ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ (άρθρο 102 Π.Κ)

Αν κατά τον χρόνο της αναστολής ο καταδικασθείς καταδικαστεί και πάλι για έγκλημα που τελέστηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής, το δικαστήριο διατάσσει την άρση της αναστολής μόλις καταστεί αμετάκλητη η νέα καταδίκη. Η ποινή που επιβλήθηκε με τη νέα καταδίκη εκτελείται στη συνέχεια μετά την ποινή που είχε ανασταλεί, εκτός αν λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος που αφορά η νέα καταδίκη, το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ρητά διατάξει να μην αρθεί η αναστολή.

Αν η αναστολή δεν ανακληθεί και δεν αρθεί, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.

ΠΑΡΟΧΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (άρθρο 55 Π.Κ)

Η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να έχει διάρκεια ανώτερη των 720 ωρών  ούτε να είναι κατώτερη των 100 ωρών, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας λαμβάνεται υπό όψιν και η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του υπαιτίου, καθώς και οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις. Προσδιορίζονται οι δομές στις οποίες μπορεί να προσφερθεί η κοινωφελής εργασία. Οι 4 ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν προς μία ημέρα φυλάκισης, ή μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής . Η αντιστοιχία αυτή των ωρών κοινωφελούς εργασίας προς τη χρηματική ποινή, ή την ποινή φυλάκισης, καθορίζεται κατά τρόπο δεσμευτικό για το δικαστήριο.

ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ (άρθρο 57 Π.Κ)

Η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες. Ανώτερο όριο ορίζονται οι 360 μονάδες, δηλαδή αντίστοιχες με την διάρκεια ενός έτους, υπολογιζόμενης της διάρκειας κάθε μήνα σε 30 ημέρες.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι ανώτερη,

 α) από ενενήντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται ως μόνη κύρια ποινή ή διαζευκτικά με ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας,

β) από εκατόν ογδόντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται διαζευκτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας, 

γ) από τριακόσιες εξήντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται αθροιστικά με ποινή στερητική της ελευθερίας.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα ευρώ, ούτε ανώτερο από εκατό ευρώ.

Η χρηματική ποινή διαγράφεται με τον θάνατο του καταδικασθέντος. Δεν εκτελείται εναντίον των κληρονόμων του.

Το δικαστήριο επιβάλλοντας χρηματική ποινή, οφείλει να ορίσει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων και το ύψος κάθε μονάδας. Για τον προσδιορισμό των ημερήσιων μονάδων λαμβάνεται υπ όψιν η βαρύτητα της πράξης και η ενοχή του δράστη. Για το ύψος της ημερήσιας μονάδας λαμβάνεται υπ όψιν η προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, όπως τα καθαρά έσοδα που αποκτά κατά την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε μέρα, τυχόν άλλα εισοδήματα, εν γένει την περιουσία του, και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις. Για καταδικασθέντες, που αδυνατούν να καταβάλουν αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής, ή που η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από 3 χρόνια, ώστε ο καταδικασθείς να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. Στην περίπτωση που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος, αυτός, μετά την καταδίκη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση να διευρύνει την προθεσμία καταβολής της χρηματικής ποινής , η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 5 χρόνια, να μειώσει το ύψος της ημερήσιας μονάδας, ή να αντικαταστήσει την χρηματική ποινή με προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Τα αιτήματα μπορεί να υποβάλλονται σωρευτικά, ή διαζευκτικά, μπορούν όμως να υποβληθούν μία μόνο φορά. Ο καθορισμός των δόσεων γίνεται με την απόφαση που επιβάλλει την χρηματική ποινή. Αυτό προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος είναι παρών στην δίκη. Μπορεί, όμως, να ζητήσει με μεταγενέστερη αίτησή του. Μαζί με τη χρηματική ποινή το δικαστήριο ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί, εάν ο καταδικασθείς δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινή δεν μπορεί να ανασταλεί.

ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ (άρθρο 79 Π.Κ)

1) Η επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από τον Δικαστή με βάση την βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη. Το Δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμήσει τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα σχετικά κριτήρια δεν συνιστά αιτιολογία.

2) Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του,

α) την βλάβη που προξένησε το έγκλημα, ή τον κίνδυνο που προκάλεσε,

β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του.

3) Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει,

α) την ένταση του δόλου, ή το βαθμό της αμέλειάς του,

β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε,

γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη,

δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη,

ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά,

στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.

4) Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως,

α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς,

β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση,

γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει,

δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος.

5) Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως,

α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης,

β) η ιδιαίτερη σκληρότητα,

γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος,

δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του,

ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών.

ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (άρθρο 83 Π.Κ)

Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής,

α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη,

β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη,

γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη,

δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της.

Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.

ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ (άρθρο 84 Π.Κ)

Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως,

α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα,

β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης,

γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του,

ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.

Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Όταν ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, γίνει δεκτός κατ ουσία από το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής θα γίνει αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 ν. 4239/2014. Στην περίπτωση που το δικαστήριο απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό ως ουσία αβάσιμο, στην επιμέτρηση της ποινής θα γίνει αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ

ΣΥΡΡΟΗ ΛΟΓΩΝ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (άρθρο 85 Π.Κ)

Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής, ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης ως εξής,

α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία,

β) τα δύο έτη σε ένα,

γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και

δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.

Οι παραπάνω μειωμένες ποινές επιβάλλονται και όταν ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΦΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (άρθρο 104Β Π.Κ)

Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν,

α) έχει πληγεί τόσο σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ώστε η επιβολή της ποινής να εμφανίζεται πλέον δυσανάλογα επαχθής,

β) έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, ώστε η ποινή να μην κρίνεται πλέον αναγκαία,

γ) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, ή

δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος, ώστε η επιβολή της ποινής να μην εμφανίζεται πλέον αναγκαία, σε συνδυασμό και με τη μικρή βαρύτητα της πράξης.

Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος.

Σύμφωνα με  τον ν. 4689/2020

  1. Παραγραφή αξιοποίνου ( Άρθρο 63)

Α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30-04-2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι (1) έτος, ή χρηματική ποινή, ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές.

Β. Η παραγραφή του αξιοποίνου δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή, ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας, προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του (1) έτους.

Γ. Εάν, στην περίπτωση των παραπάνω πλημμελημάτων, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.

Δ. Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται, με διάταξή του, ο αρμόδιος εισαγγελέας.

Ε. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις παραπάνω πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.

ΣΤ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα πλημμελήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εξής διατάξεις των άρθρων του Ποινικού Κώδικα

82Α (εγκλήματα ρατσιστικού χαρακτήρα)

142 (έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων από αμέλεια)

155 (προσβολή συμβόλων άλλου κράτου)

158 παρ. 2 (νόθευση εκλογής ή ψηφοφορίας περιφερειακής ή τοπικής αυτοδιοίκησης) 160 (αντιποίηση πολιτικού αξιώματος)

163 (παραβίαση μυστικότητας ψηφοφορίας)

166 παρ. 1 (διατάραξη εκλογικής διαδικασίας)

168 παρ. 3 (διατάραξη πλειστηριασμού)

169 Α (παραβίαση δικαστικής απόφασης)

173 παρ. 1 (απόδραση κρατουμένου)

175 (αντιποίηση)

178 (παραβίαση σφραγίδων)

183 (διέγερση σε ανυπακοή)

184 παρ. 1 (διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων)

221 παρ. 2 εδάφιο πρώτο (δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικού πιστοποιητικού)

230 (ψευδής καταγγελία)

285 παρ. 4 περ. α (παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών από αμέλεια)

304Α παρ. 1 εδ. δεύτερο (σωματική βλάβη εμβρύου ή νεογνού από αμέλεια)

337 παρ. 1 (προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας)

358 (παραβίαση υποχρέωσης για διατροφή)

377 (κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση).

Ζ. Η θέση στο αρχείο δικογραφίας, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος, ή ο μάρτυρας, ή έγινε η αναφορά στην αρχή, ή η καταμήνυση, ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά την διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται μετά τη συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, σύμφωνα με την παρ. 2, και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος.

Η. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 εδ. δεύτερο και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, τέθηκε η δικογραφία στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο ΚΠΔ), κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών, αναβάλλει, με πράξη του, κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης που τέθηκε στο αρχείο.

  1. Μη εκτέλεση ποινών (Άρθρο 64)

Α. Οι κύριες ποινές, α) φυλάκισης διάρκειας μέχρι (6) μηνών, ή β) χρηματικές ποινές, ή γ) ποινές παροχής κοινωφελούς εργασίας, που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, εφ όσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου νέα αξιόποινη πράξη από δόλο, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης, ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται για χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί σωρευτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των (6) μηνών.

Β. Οι μη εκτελεσθείσες αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.

Γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 82Α, 235, 236, 237, 242, 259, 285, 358 και 390 του ΠΚ, καθώς και των νόμων 927/1979, 3304/2005, του άρθρου 11 του ν. 4443/2016, και της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 25.02.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020.

Δ. Η θέση στο αρχείο της απόφασης, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος, ή ο μάρτυρας, ή έγινε η αναφορά στην αρχή, ή η καταμήνυση, ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται όταν η απόφαση που τέθηκε στο αρχείο καταστεί αμετάκλητη.

Σύμφωνα με το άρθρο 104Α του νέου Ποινικού Κώδικα

Α. Σε ποινές φυλάκισης έως 3 έτη, όπου δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων. Κάθε ημέρα φυλάκισης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε περισσότερες από τρεις ώρες κοινωφελούς εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 2.000 ώρες, ούτε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 3 ετών.

Β. Σε ποινές φυλάκισης από 3 έτη έως 5 έτη, προβλέπεται η μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία, αφού ο καταδικασθείς θα έχει εκτίσει πραγματικά το 1/10 αυτής.

Γ. Η μετατροπή δεν είναι εφικτή αν ο καταδικασθείς δεν συναινεί, ή δεν είναι παρών στο δικαστήριο που τον καταδίκασε. Αν ο καταδικασθείς δεν είναι παρών, μπορεί να ζητήσει την μετατροπή της ποινής του σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του.

Σύμφωνα με τον νέο Ποινικά Κώδικα

Α. Μείωση της απειλούμενης ποινής (άρθρο 83 Π.Κ)

Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής, α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον (2) ετών, ή κάθειρξη έως (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον (1) έτους, ή κάθειρξη έως (6) έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.

Β. Ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84 Π.Κ)

Η ποινή μειώνεται επίσης και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια, ή από μεγάλη ένδεια, ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή, ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, ή παρασύρθηκε από οργή, ή βίαιη θλίψη, που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει, ή να μειώσει, τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.

Γ. Συρροή λόγων μείωσης ποινής (άρθρο 85 Π.Κ)

Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής, ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης, ως ποινής ως εξής, α) τα (5) έτη μειώνονται σε (3), β) τα (2) έτη σε (1), γ) το (1) έτος σε (6) μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.

Οι παραπάνω ποινές επιβάλλονται και όταν πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής, ή ελαφρυντικής περίπτωσης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με το άρθρο 57 του νέου Ποινικού Κώδικα η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες. Ανώτερο όριο ορίζονται οι 360 μονάδες, δηλαδή αντίστοιχες με την διάρκεια ενός έτους, υπολογιζόμενης της διάρκειας κάθε μήνα σε 30 ημέρες.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι ανώτερη, α) από ενενήντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται ως μόνη κύρια ποινή ή διαζευκτικά με ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, β) από εκατόν ογδόντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται διαζευκτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας και γ) από τριακόσιες εξήντα ημερήσιες μονάδες όταν απειλείται αθροιστικά με ποινή στερητική της ελευθερίας. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις, το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα ευρώ, ούτε ανώτερο από εκατό ευρώ.

Το δικαστήριο επιβάλλοντας χρηματική ποινή, οφείλει να ορίσει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων και το ύψος κάθε μονάδας. Για τον προσδιορισμό των ημερήσιων μονάδων λαμβάνεται υπ όψιν η βαρύτητα της πράξης και η ενοχή του δράστη. Για το ύψος της ημερήσιας μονάδας λαμβάνεται υπ όψιν η προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, όπως τα καθαρά έσοδα που αποκτά κατά την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε μέρα, τυχόν άλλα εισοδήματα, εν γένει την περιουσία του, και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις. Για καταδικασθέντες, που αδυνατούν να καταβάλουν αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής, ή που η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από 3 χρόνια, ώστε ο καταδικασθείς να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. Στην περίπτωση που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος, αυτός, μετά την καταδίκη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση να διευρύνει την προθεσμία καταβολής της χρηματικής ποινής , η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 5 χρόνια, να μειώσει το ύψος της ημερήσιας μονάδας, ή να αντικαταστήσει την χρηματική ποινή με προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Τα αιτήματα μπορεί να υποβάλλονται σωρευτικά, ή διαζευκτικά, μπορούν όμως να υποβληθούν μία μόνο φορά. Ο καθορισμός των δόσεων γίνεται με την απόφαση που επιβάλλει την χρηματική ποινή. Αυτό προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος είναι παρών στην δίκη. Μπορεί, όμως, να ζητήσει με μεταγενέστερη αίτησή του. Μαζί με τη χρηματική ποινή το δικαστήριο ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί, εάν ο καταδικασθείς δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινή δεν μπορεί να ανασταλεί.

Η χρηματική ποινή διαγράφεται με τον θάνατο του καταδικασθέντος. Δεν εκτελείται εναντίον των κληρονόμων του

Σύμφωνα με το άρθρο 105 του νέου Ποινικού Κώδικα, όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας έως (15) έτη και έχει υπερβεί το (70) έτος της ηλικίας, εκτίει την ποινή, ή το υπόλοιπο της ποινής, στην κατοικία του.

Η έκτιση της ποινής στην κατοικία για τους άνω τους άνω των (70) ετών δεν ισχύει, αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων.

Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών της περιοχής που εδρεύει το δικαστήριο αυτό, μετά από αίτηση του καταδικασθέντος.

Η έκτιση της ποινής κατ οίκον ισχύει, ανεξαρτήτως ποινής, και για τις μητέρες που έχουν την επιμέλεια ανήλικων τέκνων, τα οποία δεν έχουν συμπληρώσει το (18) έτος της ηλικίας τους.

Η έκτιση της ποινής κατ οίκον ισχύει, ανεξαρτήτως ποινής και ορίου ηλικίας, για εκείνους που νοσούν από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου, από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλονται σε τακτική αιμοκάθαρση, από ανθεκτική φυματίωση, ή είναι τετραπληγικοί, από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του (67%), από γεροντική άνοια, ή από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου.

Το δικαστήριο, ή το δικαστικό συμβούλιο, ανάλογα, μπορεί να επιβάλει στον καταδικασθέντα κατάλληλους κατά την κρίση του όρους, όπως, α) την έκτιση της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση, β)την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του καταδικασθέντος για διατροφή ή επιμέλεια άλλων προσώπων, γ) την συμμετοχή του καταδικασθέντος σε πρόγραμμα απεξάρτησης, ή άλλο θεραπευτικό πρόγραμμα και δ)την συμμετοχή του καταδικασθέντος σε συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής. 

Αν ο καταδικασθείς παραβιάσει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, ο εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής, αφού λάβει υπ όψιν την συχνότητα και σοβαρότητα της παραβίασης των όρων, τον βαθμό της υπαιτιότητάς του και το τμήμα της ποινής που εκτίθηκε, μπορεί, α) να προβεί σε προειδοποίησή του, β) να διατάξει την έκτιση μέρους της φυλάκισης διάρκειας (10) ημερών έως (1) μηνός και γ) να διατάξει την έκτιση της φυλάκισης. Το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να ανακαλέσει την έκτιση της ποινής στην κατοικία, αν διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 104Β του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν,

α) έχει πληγεί τόσο σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ώστε η επιβολή της ποινής να εμφανίζεται πλέον δυσανάλογα επαχθής,

β) έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, ώστε η ποινή να μην κρίνεται πλέον αναγκαία,

γ) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, ή

δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος, ώστε η επιβολή της ποινής να μην εμφανίζεται πλέον αναγκαία, σε συνδυασμό και με τη μικρή βαρύτητα της πράξης.

Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος.

Σύμφωνα με τα άρθρα 105Β, 106, 108, 109 του νέου Ποινικού Κώδικα, ο κατάδικος απολύεται από τις φυλακές με τους εξής όρους.

A. Προϋποθέσεις χορήγησης απόλυσης.

Όσοι καταδικάστηκαν σε στερητική της ελευθερίας ποινή μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης, εφόσον έχουν εκτίσει, α) σε περίπτωση φυλάκισης, τα 2/5 αυτής, β) σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, τα 3/5 αυτής και γ) σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης τουλάχιστον (20) έτη. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών, που προβλέπεται παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει (25) έτη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό.

Αν ο καταδικασθείς εργάζεται, κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας. Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας, ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού των οστών, ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλάσματα, ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση, ή από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευεργετικά ως (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής. Το ίδιο ισχύει και για, α) κρατουμένους με ποσοστό αναπηρίας (50%) και άνω, που δεν μπορούν να εργαστούν, εφ όσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, β) κρατουμένους με ποσοστό αναπηρίας (67%) και άνω, γ) κρατουμένους στους οποίους απαγορεύεται ύστερα από γνωμάτευση από το ΚΕ.Π.Α. η ανάληψη εργασίας, ή απασχόλησης που μπορεί βάσιμα να προκαλέσει σοβαρή και μόνιμη βλάβη στην υγεία τους, δ) κρατουμένους οι οποίοι νοσηλεύονται σε θεραπευτικά καταστήματα ή νοσοκομεία, εφ όσον η νοσηλεία τους έχει διαρκέσει τουλάχιστον (4) μήνες, ε) κρατούμενες μητέρες για όσο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους, στ) κρατουμένους που συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικά και ζ) κρατουμένους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτησή τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων, ή αστυνομικών διευθύνσεων.

Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα απόλυση υπό όρο, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με τα 2/5 της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης (16) έτη. Το χρονικό διάστημα των 2/5, ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης των (16) ετών, προσαυξάνεται κατά το 1/3 των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα (20) έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει (25) έτη.

B. Μη χορήγηση απόλυσης

Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μη χορηγηθεί αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία την συνέχιση της κράτησής του, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Μόνη η επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για την μη χορήγηση της απόλυσης.

Γ. Υποχρεώσεις απολυομένου

Στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο της ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής του. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν πάντοτε να ανακληθούν, ή να τροποποιηθούν, με αίτηση εκείνου που απολύθηκε.

Δ. Ανάκληση απόλυσης

Η απόλυση μπορεί να ανακληθεί, αν εκείνος που απολύθηκε δε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν κατά την απόλυση. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της ποινής.

Ε. Άρση απόλυσης

Η απόλυση αίρεται αν μέσα στο χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από (3) έτη, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα με δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από (1) έτος. Στην περίπτωση αυτή εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο όφειλε να εκτίσει κατά τον χρόνο της απόλυσης.

ΣΤ. Έκτιση ποινής 

Αν από την απόλυση περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από (3) έτη, ή αν περάσουν (3) έτη χωρίς να γίνει ανάκληση ή άρση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε. Η ισόβια κάθειρξη θεωρείται ότι εκτίθηκε, αν περάσουν (10) έτη από την απόλυση χωρίς να γίνει ανάκληση ή άρση της απόλυσης.

Σύμφωνα με το άρθρα 110Α του νέου Ποινικού Κώδικα ο κατάδικος απολύεται από τις φυλακές με τον όρο της κατ’ οίκον έκτισης της ποινής του με ηλεκτρονική επιτήρηση (βραχιολάκι) με τους εξής όρους.

Προϋποθέσεις χορήγησης απόλυσης

Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο του κατ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, εφ όσον έχουν εκτίσει, α) προκειμένου για φυλάκιση, το 1/5 αυτής, β) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα 2/5 αυτής και γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον 14 έτη. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο καταδικασθείς πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει (22) έτη, ακόμη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το 1/5 της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης για (12) έτη. Το χρονικό διάστημα του 1/5, ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης των (12) ετών, προσαυξάνεται κατά το 1/5 των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί, αν έχει παραμείνει στο κατάστημα (14) έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης αν έχει παραμείνει (20) έτη.

Παραμονή εκτός τόπου περιορισμού

Ο απολυθείς επιτρέπεται να απουσιάζει, προκαθορισμένες ώρες της ημέρας από τον τόπο του κατ οίκον περιορισμού, αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης, ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης, ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, ή αλκοόλ, ή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί. Οι ώρες απουσίας από τον τόπο του κατ' οίκον περιορισμού του και το σύνολο των υποχρεώσεών του καθορίζονται, είτε με το βούλευμα που διέταξε την απόλυσή του, είτε μετά την χορηγηθείσα απόλυση, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Με διάταξή του, ο ίδιος εισαγγελέας, είτε κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος, είτε αυτεπαγγέλτως, αποφασίζει για την αλλαγή του τόπου του κατ' οίκον περιορισμού, την τροποποίηση του προγράμματος των ωρών απουσίας και την επιβολή ή τροποποίηση των υποχρεώσεων του καταδικασθέντος.  

Ανάκληση απόλυσης

Η απόλυση μπορεί να ανακληθεί, αν ο καταδικασθείς δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται, εν όψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέστηκε, ότι δεν παρέχει την προσδοκία ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο μέλλον. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή.

Άρση απόλυσης

Η απόλυση αίρεται, όταν ο καταδικασθείς, κατά το χρονικό διάστημα της απόλυσης τελέσει κακούργημα, ή πλημμέλημα με δόλο, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον (6) μηνών, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης της απόλυσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς δικαιούται να απολυθεί υπό όρο κατά το άρθρο 105Β, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105Β παρ. 1. Το ίδιο ισχύει αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί απόλυση κατ' άρθρο 105Β, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 109. Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται, αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση υπό όρο κατ' άρθρο 105Β, χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση να θεωρείται ότι έχει ήδη εκτιθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 109

Α. Έγκληση είναι η μήνυση που υποβάλλεται από τον ίδιο τον παθόντα, ανεξαρτήτως αν το αδίκημα (έγκλημα) διώκεται αυτεπάγγελτα, ή κατ έγκληση του παθόντος, ενώ μήνυση είναι η καταγγελία που γίνεται προς τις αρμόδιες Αρχές από τρίτο πρόσωπο εκτός του παθόντος και αφορά αυτεπάγγελτα διωκόμενο έγκλημα. Τα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση τα ορίζει ο νόμος. Όσα δεν ορίζει ως τέτοια διώκονται αυτεπάγγελτα.

Β. Σύμφωνα με τα άρθρα 114 έως 117 του νέου Ποινικού Κώδικα, η έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης πρέπει να υποβληθεί από τον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που ο  αμέσως παθών έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της, ή για έναν από τους συμμετόχους, άλλως το αξιόποινο εξαλείφεται. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης.

Γ. Αν ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, ή τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, το δικαίωμα της έγκλησης έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Αν ο παθών έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα της έγκλησης έχουν, τόσο ο παθών, όσο και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, και μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του το δικαίωμα αυτό το έχει μόνο ο παθών.

Δ. Αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα έγκλησης, το δικαίωμα του καθενός είναι αυτοτελές. Η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος ακόμη και αν η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς. Μετά τον θάνατο του παθόντος το δικαίωμα της έγκλησης μεταβιβάζεται στον επιζώντα σύζυγο, ή σε αυτόν που συμβίωνε με τον θανόντα έως τον θάνατό του καθώς και στα τέκνα του, και αν αυτοί δεν υπάρχουν. ή είναι δράστες του εγκλήματος, στους γονείς του.

Ε. Αυτός που υπέβαλε την έγκληση μπορεί να την ανακαλέσει με τους όρους που ορίζει ο ΚΠΔ. Μετά την ανάκληση της έγκλησης που υποβλήθηκε δεν μπορεί να υποβληθεί νέα. Η ανάκληση που έγινε για έναν από τους συμμετόχους της πράξης έχει ως συνέπεια την παύση της ποινικής δίωξης και των υπολοίπων, εφόσον και αυτοί διώκονται με έγκληση. Αν η έγκληση έχει υποβληθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο του παθόντος, αυτός διατηρεί το δικαίωμα της ανάκλησης μόνο όσο διαρκεί η νόμιμη εκπροσώπηση. Μετά τη λήξη της, δικαίωμα ανάκλησης έχει ο παθών ή ο νέος νόμιμος εκπρόσωπός του. Η ανάκληση δεν έχει κανένα αποτέλεσμα για τον κατηγορούμενο που δηλώνει προς την αρχή ότι δεν την αποδέχεται

ΣΤ. Σύμφωνα με τον νέο Ποινικό Κώδικα με έγκληση διώκονται τα παρακάτω εγκλήματα.     

Άρθρο 308 ΠΚ= Σωματική κάκωση, ή βλάβη της υγείας 
Άρθρο 314 ΠΚ= Σωματική κάκωση, ή βλάβη της υγείας από αμέλεια
Άρθρο 331 ΠΚ= Αυτοδικία
Άρθρο 333 ΠΚ= Απειλή
Άρθρο 334 ΠΚ= Διατάραξη οικιακής ειρήνης
Άρθρο 337 ΠΚ= Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας
Άρθρο 353 ΠΚ= Προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας
Άρθρο 358 ΠΚ= Παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής
Άρθρο 359 ΠΚ= Εγκατάλειψη εγκύου
Άρθρο 361 ΠΚ= Εξύβριση
Άρθρο 362 ΠΚ= Δυσφήμηση
Άρθρο 363 ΠΚ= Συκοφαντική Δυσφήμηση
Άρθρο 365 ΠΚ= Προσβολή μνήμης νεκρού
Άρθρο 370 ΠΚ= Παραβίαση απορρήτου εγγράφων
Άρθρο 370 Β ΠΚ= Παραβίαση προγραμμάτων-στοιχείων ηλεκτρονικών υπολογιστών 
Άρθρο 370 Γ ΠΚ= Παραβίαση προγραμμάτων-στοιχείων ηλεκτρονικών υπολογιστών 
Άρθρο 371 ΠΚ= Παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας
Άρθρο 374 Α ΠΚ= Αυθαίρετη χρήση μεταφορικού μέσου
Άρθρο 375  παρ. 1 και 2 ΠΚ= Υπεξαίρεση
Άρθρο 377 ΠΚ= Κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας
Άρθρο 378 παρ. 1 εδ. β ΠΚ= Φθορά ξένου πράγματος μικρής αξίας ή ζημίας ελαφράς
Άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ= Απάτη (Όταν η απάτη στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ διώκεται αυτεπάγγελτα (άρθρο 386 παρ. 2). Αν η ζημία που προκλήθηκε είναι μικρής αξίας, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. 

Άρθρο 386 Α  παρ. 1 και 2 ΠΚ= Απάτη με υπολογιστή, ή κατασκευή, διάθεση, κατοχή  προγράμματος, ή συστήματος υπολογιστή, για τη διάπραξη του εγκλήματος (Όταν η απάτη στρέφεται κατά του ελληνικού δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ διώκεται αυτεπάγγελτα (άρθρο 386Α παρ.3). Αν η ζημία που προκλήθηκε είναι μικρής αξίας, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

Άρθρο 389 ΠΚ= Απατηλή πρόκληση βλάβης
Άρθρο 390 παρ. 1 εδ. α ΠΚ= Απιστία  (Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά τα 120.000 ευρώ, ή η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του Ελληνικού Δημοσίου,  ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά τα 120.000 ευρώ η πράξη διώκεται αυτεπάγγελτα (άρθρο 390 παρ.1 εδ. β και παρ.2).

Άρθρο 394 ΠΚ= Αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος
Άρθρο 397 ΠΚ= Καταδολίευση δανειστών
Άρθρο 404 ΠΚ= Τοκογλυφία

Ζ. Στις περιπτώσεις των άρθρων 372 (Κλοπή), 374 παρ. 1 (Διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής) και 378 παρ. 1 εδαφ. α΄  (Φθορά ξένου πράγματος με ανέφικτη χρήση, ή ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας) η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.

Η. Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 ΠΚ εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου, ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα, ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Στην περίπτωση του άρθρου 374Α, μαζί με την απόδοση του πράγματος απαιτείται και η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος.

Θ. Εάν ο υπαίτιος των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, ή εφ όσον πρόκειται για πλημμέλημα το πράξει μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα.

Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρκεί να διαλαμβάνει τον χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Δεν απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης.

Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση.

Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη στη Δικαστική Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο, ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση, ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυσην ή στην έγκληση ((ΟλΑΠ 8/1995, ΑΠ 596/ 2010, ΑΠ 185/2013).

Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με την συνδρομή των προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο, ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων.

Για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία της απόφασης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ όψιν του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα. Η αβεβαιότητα επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς αναφορά άμεση ή έμμεση στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνων της πραγματογνωμοσύνης.Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Η πραγματογνωμοσύνη, που δεν έγινε κατ εντολή κάποιας δικαστικής αρχής, αλλά από τον κατηγορούμενο, δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την παραπάνω έννοια και δεν είναι  ιδιαίτερο αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων και δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της στην αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 2624/2008). Την έκθεση του τεχνικού συμβούλου το Δικαστήριο υποχρεούται, χωρίς να την μνημονεύει ειδικά, να την συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2624/2008).

Ο ν. 4557/2018, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Αύγουστο του 2018, ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20/5/2015 και αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Καταργήθηκε ο ν. 3691/2008, η οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η Οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής.

Σκοπός του νέου νομοθετήματος είναι, α) η πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) η πρόληψη και καταστολή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και γ) η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που ενέχουν.

Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) σημαίνει.

α) Η μεταβίβαση, ή μετατροπή, των περιουσιακών στοιχείων του δράστη.

Προϋποθέτει γνώση του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, ή συμμετοχή σε τέτοια δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη, ή την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας.

β) Η απόκτηση, ή κατοχή, ή χρήση, περιουσιακών στοιχείων από τρίτο.

Προϋποθέτει γνώση του τρίτου, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, ή από συμμετοχή σε τέτοια δραστηριότητα.

γ) Η σύσταση οργάνωσης, ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων, ως και η  συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα, με σκοπό την διάπραξη πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

δ) Η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η διευκόλυνση, ή η παροχή συμβουλών σε τρίτο, με σκοπό την διάπραξη πράξεων νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

ε) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την τοποθέτηση σε αυτόν, ή την διακίνηση μέσω αυτού, εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.

Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν απαιτείται να έχει τελεσθεί στην Ελλάδα, αρκεί να έχει λάβει χώρα στο έδαφος άλλου κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 

Εγκληματικές δραστηριότητες, άλλως «βασικά αδικήματα», που οδηγούν σε διάπραξη πράξεων νομιμοποίησης παράνομων εσόδων αποτελούν

α) Η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ).

Εγκληματική οργάνωση θεωρείται η συγκρότηση δομημένης ομάδας από τρία ή περισσότερα πρόσωπα, ή η ένταξη ως μέλος σε αυτή, που επιδιώκει την διάπραξη των εξής κακουργημάτων,α. παραχάραξη, β. κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων, γ. πλαστογραφία, δ. ψευδής βεβαίωση, ε. νόθευση, στ. εμπρησμός, ζ. εμπρησμός σε δάση, η. πλημμύρα, θ. έκρηξη, ι. παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, ια. πρόκληση ναυαγίου, ιβ. δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων, ιγ. διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών, 14. ανθρωποκτονία με πρόθεση, ιδ.βαριά σωματική βλάβη, ιε.αρπαγή, ιστ. αναγκαστική εξαφάνιση προσώπου, ιζ. εμπόριο δούλων, ιη. εμπορία ανθρώπων, ιθ. αρπαγή ανηλίκων, κ. ακούσια απαγωγή, κα. βιασμός, κβ.κατάχρηση σε ασέλγεια, κγ. αποπλάνηση παιδιών, πορνογραφία ανηλίκων, κδ. σωματεμπορία, κε. ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής, κστ. διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, κζ. υπεξαίρεση, κη. ληστεία, κθ. εκβίαση, λ. απάτη, λα. απάτη με υπολογιστή, λβ. τοκογλυφία, λγ. διευκόλυνση της παράνομης εισόδου, ή εξόδου, ή της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών, που τελούνται από κερδοσκοπία, λδ. παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες, λε. παραβίαση της νομοθεσίας για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, λστ. παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος, λζ. παραβίαση της νομοθεσίας για τον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό αθλητισμό, αναφορικά με τα αδικήματα της βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις και του ντόπινγκ.

β) Οι τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187Α ΠΚ).

Τρομοκρατικές πράξεις θεωρούνται,  α. η ανθρωποκτονία με πρόθεση, β. η βαριά σωματική βλάβη, γ.η θανατηφόρα βλάβη, δ. η αρπαγή, ε. η αρπαγή ανηλίκων, στ. η διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ζ. ο εμπρησμός, η. ο εμπρησμός σε δάση, θ. η  πλημμύρα, ι. η έκρηξη, ια. οι παραβάσεις περί των εκρηκτικών υλών. ιβ. η κοινώς επικίνδυνη βλάβη, ιγ. η πρόκληση ναυαγίου, ιδ. η δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων, ιε. η νοθεία τροφίμων, ιστ. η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, των σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών, ιζ. η παραβίαση της νομοθεσίας περί προστασίας από ιοντίζουσες ακτινοβολίες,  ιη. η παραβίαση της νομοθεσίας του αεροπορικού δικαίου, ιθ. η παραβίαση της νομοθεσίας περί όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών.

γ) Η δωροληψία υπαλλήλου του δημοσίου τομέα (άρθρο 235 ΠΚ).

Δωροληψία είναι, το να ζητά ή να λαμβάνει, ο δημόσιος υπάλληλος για τον εαυτό του, ή για άλλον, αντάλλαγμα για να ενεργήσει, ή για να παραλείψει κάτι, που έχει σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του.

δ) Η δωροδοκία υπαλλήλου του δημοσίου τομέα (άρθρο 236 ΠΚ).

Δωροδοκία είναι να προσφέρει κάποιος, να υπόσχεται, ή να παρέχει, σε δημόσιο υπάλληλο (άμεσα ή μέσω τρίτου) οποιασδήποτε φύσης αντάλλαγμα για τον εαυτό του, ή για άλλον, για να ενεργήσει, ή να παραλείψει  κάτι, που έχει σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του.

ε) Η επιρροή μεσάζοντος (άρθρο 237 Α ΠΚ ).

Επιρροή μεσάζοντος θεωρείται, το να ζητεί κάποιος, ή να λαμβάνει άμεσα, ή μέσω τρίτου, ή να προσφέρει, ή να παρέχει άμεσα, ή μέσω τρίτου, οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τον εαυτό του, ή για άλλον, προκειμένου να ασκήσει αθέμιτη επιρροή, ώστε ο δημόσιος υπάλληλος να προβεί σε πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του. Επιρροή μεσάζοντος αποτελεί και η αποδοχή της υπόσχεσης παροχής ανταλλάγματος για την αθέμιτη επιρροή, την οποία ισχυρίζεται, ή επιβεβαιώνει, ότι μπορεί να ασκήσει ο μεσάζων σε δημόσιο υπάλληλο, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του.

στ) Η δωροληψία και η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο 237Β ΠΚ).

Δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, έχουμε όταν αυτός που εργάζεται, ή παρέχει υπηρεσίες, με οποιαδήποτε ιδιότητα, ή σχέση, στον ιδιωτικό τομέα, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του ζητεί, ή λαμβάνει (άμεσα ή έμμεσα), ή υπόσχεται, ή προσφέρει, ή παρέχει (άμεσα ή έμμεσα) οποιασδήποτε φύσης αντάλλαγμα για τον ίδιο, ή για άλλον, ή δέχεται την υπόσχεση τέτοιου ανταλλάγματος, για να ενεργήσει, ή να παραλείψει κάτι, κατά παράβαση των καθηκόντων του.

ζ) Η δωροληψία και η δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών (άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ).

η) Η εμπορία ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ).

θ) Η απάτη με υπολογιστή (άρθρο 386Α ΠΚ).

ι) Η σωματεμπορία (άρθρο 351 ΠΚ). 

ια) Η πώληση, αγορά, κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών ( άρθρα 20-23 ν. 4139/2013).

ιβ) Η εισαγωγή, εξαγωγή, κατασκευή, προμήθεια, εμπορία, κατοχή και χρήση όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών και μηχανισμών (άρθρα 15 και 17 ν. 2168/1993) .

ιγ) Η κλοπή, υπεξαίρεση, αποδοχή και διάθεση αρχαιοτήτων, παράνομη ανασκαφή και εξαγωγή αρχαιοτήτων (άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 ν. 3028/2002).

 ιδ) Η απελευθέρωση ραδιενεργών ουσιών, εγκατάσταση, θέση σε λειτουργία, ή χρησιμοποίηση εργαστηρίων ραδιοϊσοτόπων, ή μηχανημάτων παραγωγής ιοντιζουσών ακτινοβολιών χωρίς άδεια  (άρθρο 8 παρ. 1 και 3 νδ. 181/1974).

ιε) Η διευκόλυνση παράνομης εισόδου, διαμονής, ή εξόδου από την χώρα πολίτη τρίτης χώρας, ως και η δυσχέρανση των ερευνών των αστυνομικών αρχών για τον εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του (άρθρο 29 παρ. 5-8 και 30 ν. 4251/2014).

ιστ) Η παράνομη είσπραξη, ή παρακράτηση, ή ελάττωση, πόρων του γενικού προϋπολογισμού της Ε.Ε (άρθρα τέταρτο και έκτο ν. 2803/2000).

ιζ) Η χρησιμοποίηση παράνομα χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως αγορά, διάθεση, πραγματοποίηση, εντολή συναλλαγής, ακύρωση, τροποποίηση συναλλαγής (άρθρα 28 έως και 31 ν. 4443/2016).

ιη) Η μη πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ), ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου κύκλου εργασιών, φόρου ασφαλίστρων, τελών ή εισφορών υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 66 ν. 4174/2013).

ιθ) Η παράνομη εισαγωγή, ή εξαγωγή, εμπορευμάτων στην χώρα, ή στην Ε.Ε, χωρίς καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων (άρθρα 155 έως και 157 ν. 2960/2001).

κ) Η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στις επιχειρήσεις και στους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 25 ν. 1882/1990)

κα) Η ρύπανση, ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (άρθρο 28 παρ. 3 ν. 1650/1986).

κβ) Κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον (6) μηνών από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2928/2001, ως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με το άρθρο όγδοο του ν. 3875/2010 (προστέθηκε ως μέτρο προστασίας «η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες»), την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 (προστέθηκε παρ. 7, που αφορά υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α ΠΚ) και την τροποποίησή του με το άρθρο δέκατο ένατο του ν. 4411/2016 (τροποποιήθηκε η παρ. 3, που αφορά τον καθορισμό του φορέα και την διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας) παρέχονται μέτρα προστασίας προσώπων από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ιδίων, ή/και των οικείων τους, που με την μαρτυρία τους βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων για πράξεις που  αφορούν συγκεκριμένα αδικήματα,

Α. Τα αδικήματα αυτά είναι  

α) Συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση  (παρ. 1 και 3 άρθρου 187 ΠΚ και παρ. 4 άρθρου 187Α ΠΚ) 

β) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) Πρωθυπουργού, μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχη, Δημάρχου, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων των (άρθρο 159 και 159Α ΠΚ).

γ) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) υπαλλήλου, προϊσταμένου υπηρεσιών, επιθεωρητών, ως και προσώπων, που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων, ή ελέγχου σε υπηρεσίες του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του άρθρου 263Α ΠΚ (άρθρο 235και 236 ΠΚ).

δ)  Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) δικαστή και διαιτητή (άρθρο 237 ΠΚ).

ε) Αθέμιτη επιρροή μεσαζόντων στα παραπάνω πρόσωπα, να προβούν σε παράνομη πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων των (άρθρο 237Α ΠΚ).

Β. Τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα παρέχονται, είτε οι παραπάνω πράξεις των παραπάνω προσώπων τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είτε τελέστηκαν εκτός πλαισίου εγκληματικής οργάνωσης. Δεν παρέχονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, αλλά μόνο στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα πρόσωπα.

  1. Σε «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος»

Μάρτυρας «δημοσίου συμφέροντος» χαρακτηρίζεται, κατ άρθρο 45Β ΚΠΔ, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Ο χαρακτηρισμός του μάρτυρα ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» διατάσσεται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (κατόπιν εισήγησης του ανακριτή, ή και αυτεπαγγέλτως)  μετά από έγκριση του αρμοδίου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου

  1. Σε «ιδιώτες»

«Ιδιώτης» χαρακτηρίζεται όποιος μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη των παραπάνω εγκληματικών δραστηριοτήτων των παραπάνω προσώπων, όταν οι εγκληματικές των πράξεις δεν έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή, κατ' άρθρο 253Β ΚΠΔ, διατάσσονται με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

  1. Σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο»

«Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» θεωρείται  αυτός που θα συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων.

Γ. Για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323, 323Α, 323Β και 351 ΠΚ, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005  μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση, ή εκφοβισμό, του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι' και ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3386/2005, των οικείων του θύματος, ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ.

Δ. Μέτρα προστασίας ορίζονται, α. η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, β. η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, γ. η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας, δ. η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, ε. η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες, στ. η μετάθεση, ή μετάταξη, ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων.

Ε. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με την σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως, ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.

ΣΤ. Η ταυτότητα του μάρτυρα και όλα τα υπόλοιπα μέτρα προστασίας, κρατείται μυστική και την γνωρίζει μόνο ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (ανακριτής, εισαγγελέας, ανωτάτη ηγεσία του Αρείου Πάγου) οι οποίοι οφείλουν να την κρατήσουν μυστική μέχρι να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.

Ζ. Κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ο μάρτυρας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Στο ακροατήριο αποκαλύπτονται τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του.

Η. Την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματός του μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ή ο διάδικος, και το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη, ή μη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Θ. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αποκαλυφθούν στο ακροατήριο τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Ι. Αν δεν είναι δυνατό, ή είναι πολύ δύσκολο, να εμφανιστεί ο μάρτυρας στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του, ή σε άλλο δικαστή, την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει, ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης. Η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.