Α. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος, «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα».

Β. Συνεπώς το Σύνταγμα ορίζει την ελάχιστη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης τα (9) έτη. Ομοίως στο άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α  του ν. 1566/1985 για την δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ορίζεται ότι, η φοίτηση είναι υποχρεωτική στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο, εφ όσον ο μαθητής δεν έχει υπερβεί το 16ο έτος της ηλικίας του, στο δε άρθρο 1 του π.δ. 161/2000, για τους γονείς και κηδεμόνες που δεν εγγράφουν τα παιδιά τους στο σχολείο και αμελούν για την τακτική φοίτησή τους επιβάλλονται κυρώσεις, της αρμοδιότητας ανήκουσας στην Περιφέρεια.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 του π.δ  π.δ 79/2017, για την οργάνωση και λειτουργία νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων, όταν ένας μαθητής απουσιάζει συστηματικά και αδικαιολόγητα από το σχολείο ο εκπαιδευτικός της τάξης επικοινωνεί άμεσα με τους γονείς/κηδεμόνες και ενημερώνει τον Διευθυντή ή τον Προϊστάμενο του σχολείου. Εφόσον δεν επιλύεται το πρόβλημα της συστηματικής και αδικαιολόγητης απουσίας αναζητείται ο μαθητής και η οικογένεια του μαθητή μέσω της αστυνομικής και της δημοτικής αρχής καθώς και της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις που η αναζήτηση δεν φέρει αποτέλεσμα, αναφέρεται η συστηματική και αδικαιολόγητη απουσία του μαθητή στον αρμόδιο Διευθυντή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και οι ενέργειες που έχουν γίνει. Ο αρμόδιος Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αναζητεί τον μαθητή σε όλα τα σχολεία της οικείας Διεύθυνσης. Όταν και αυτή η ενέργεια δεν φέρει αποτέλεσμα ο αρμόδιος Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υποβάλλει σχετική αναφορά στον αρμόδιο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης ο οποίος αναζητεί τον μαθητή σε όλα τα σχολεία της οικείας περιφέρειας. Όταν και αυτή η ενέργεια δεν φέρει αποτέλεσμα ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης υποβάλλει σχετική αναφορά στη Διεύθυνση Σπουδών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που συνοδεύεται από έκθεση, η οποία περιέχει τα στοιχεία της έρευνας που έγινε. Η αναζήτηση σε όλα τα σχολεία της χώρας γίνεται από τη Διεύθυνση Σπουδών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας.

Δ. Στην συνέχεια, εφ όσον ο ανήλικος δεν βρεθεί σε κανένα σχολείο, ο φάκελος με όλα τα στοιχεία της έρευνας διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, για να διερευνήσει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις

α) Του άρθρου 1532 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 4800/2021, σύμφωνα με το οποίο, αν ο γονέας παραβαίνει τα καθήκοντα που του επιβάλλει το λειτούργημά του για άσκηση της γονικής μέριμνας, ή/και της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, ή τα ασκεί καταχρη­στικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτά, είναι δυνατή η προσωρινή (και οριστική από το δικαστήριο) αφαίρεση της επιμέλειας, ή/και της γονικής μέριμνας, ολικά ή μερικά και ανάθεσή της αποκλειστικά σε άλλον. 

β) Της παραμέλησης της εποπτείας ανηλίκου του άρθρου 360 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος, ενώ έχει υποχρέωση εποπτείας ανηλίκου παραλείπει να τον παρεμποδίσει από την τέλεση αξιόποινης πράξης (μη φοίτησης στο σχολείο) τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, και

γ) Των αδικημάτων των άρθρων, 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης) και προβεί σε άσκηση σχετικής ποινικής δίωξης.

 

 

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 360 παρ. 1 ΠΚ, « Όποιος, ενώ έχει υποχρέωση εποπτείας ανηλίκου νεότερου από δεκαπέντε έτη παραλείπει να το παρεμποδίσει από την τέλεση αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, αν δεν συντρέχει περίπτωση να τιμωρηθεί αυστηρότερα με άλλη διάταξη».

Α. Επομένως ο γονέας, που παραλείπει από αμέλειά του, να παρεμποδίσει ανήλικο ηλικίας μέχρι (15) ετών (συμπληρωμένου) από την τέλεση αξιόποινης πράξης τιμωρείται με φυλάκιση έως (1) έτος (αν δεν συντρέχει περίπτωση να τιμωρηθεί αυστηρότερα με άλλη διάταξη), αρκεί μεταξύ της παράλειψης  και της πράξης του ανηλίκου να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.   

Β. Από αμέλεια πράττει ο γονέας, όταν από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του ανηλίκου (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) (άρθρο 28 ΠΚ).

Σημείωση 1

Σύμφωνα με τον ποινικό νόμο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων (άρθρο 121 ΠΚ).

Σημείωση 2

Αξιόποινες πράξεις, που τελούνται από ανηλίκους κάτω των 12 ετών, παραμένουν ατιμώρητες.

Σημείωση 3

Σε ανηλίκους μεταξύ 12-15 ετών επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά, ή θεραπευτικά μέτρα. Σε  ανηλίκους μεταξύ 15-18 ετών επιβάλλονται εκτός από αναμορφωτικά, ή θεραπευτικά μέτρα και εγκλεισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.

Σημείωση 4

Αν στον γονέα έχει ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 122 και 123 ΠΚ, του επιβάλλεται φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή (άρθρο 360 παρ. 2 ΠΚ).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872, 1882 ΑΚ, προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας, ή κάποιου αντικειμένου της.

Σημείωση 1

Ως αντικείμενα της κληρονομιάς, των οποίων την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και α) εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε δικαίωμα νομής ή κατοχής, ακόμη και αν είχε αποβληθεί όταν ζούσε, β) καθετί που ο νομέας κληρονομίας αποκτά με δικαιοπραξία χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα.

Σημείωση 2

Με την περί κλήρου αγωγή εναγόμενος είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας).

Β. Στοιχεία της περί κλήρου αγωγής είναι, α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα, ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα (ΑΠ 400/2009, ΑΠ 856/2018).

Γ. Δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της περί κλήρου αγωγής, α) η αποδοχή και η μεταγραφή της κληρονομιάς και β) η κυριότητα του ενάγοντος στα αντικείμενα της κληρονομιάς, εφ όσον η αγωγή δεν περιέχει διεκδίκηση, έστω και εάν ζητείται η απόδοση αυτών στον ενάγοντα (ΑΠ 75/2018).

Σημείωση 3

Η περί κλήρου αγωγή υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομιάς (ΑΠ 1822/2014,  2028/2009, ΜονΕφΠειρ 744/2019). Προκειμένου περί διαδοχής, εκ διαθήκης, είναι δυνατόν η έναρξη της παραγραφής να προηγηθεί της δημοσιεύσεως της διαθήκης, δεδομένου ότι η επαγωγή της κληρονομιάς επέρχεται ανεξαρτήτως της δημοσιεύσεως αυτής, (άρθρο 1710 ΑΚ). Όμως, στην περίπτωση αυτή, η παραγραφή που άρχισε δεν μπορεί να συμπληρωθεί παρά μόνο όταν δημοσιευθεί η διαθήκη, γίνει αποδοχή της κληρονομιάς εντός της νόμιμης προθεσμίας, ή σιωπηρή αποποίηση, και παρέλθει τουλάχιστον ένα εξάμηνο (άρθρο 259 ΑΚ, ΑΠ 1822/2014, ΜονΕφΠειρ 744/2019)

Σημείωση 4

Κατά το άρθρο 1879 ΑΚ, εφ' όσον δεν έχει παραγραφεί η περί κλήρου αγωγή, ο νομέας της κληρονομίας δεν μπορεί να επικαλεσθεί κατά του κληρονόμου την χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, πράγματος που νέμεται ως ανήκον στην κληρονομία κατ' αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος.

Σημείωση 5

Η αγωγή περί κλήρου διακρίνεται από την αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ), με την οποία ο κληρονόμος ζητεί μόνο την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και στρέφεται κατά του εναγομένου, ο οποίος αρκεί να αμφισβητεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, χωρίς αντιποίηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος. Για την θεμελίωση της αγωγής αυτής, ο ενάγων κληρονόμος αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, την συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφ όσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ή την εγκατάστασή του ως κληρονόμου με διαθήκη, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο πράγμα, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή (ή απλή κατοχή) αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του, που περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου, ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 729/2011, ΑΠ 538/2016, ΑΠ 856/2018).

Δ. Στην περί κλήρου αγωγή, ως προς την ευθύνη, η διάταξη του άρθρου 1877 ΑΚ διακρίνει μεταξύ καλής και κακής πίσρτης νομέα. Νοείται ότι το αντικείμενο της καλής ή της κακής πίστεως του νομέα είναι το κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο αυτός αντιποιείται. Καλόπιστος θεωρείται ο νομέας της κληρονομίας, όταν πιστεύει, χωρίς βαρειά του αμέλεια, ότι είναι κληρονόμος. Κακής πίστεως είναι, αντιθέτως, ο νομέας που, όταν αποκτά τη νομή της κληρονομίας, γνωρίζει ή αγνοεί από βαρειά του αμέλεια ότι δεν είναι κληρονόμος (ΜονΕφΠειρ 744/2019).

α) Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να αποδώσει τα ωφελήματα που εξήγαγε πριν από την επίδοση της αγωγής και κάθε άλλη επαύξηση των κληρονομιαίων, αλλά μόνο στο μέτρο που έγινε απ' αυτά πλουσιότερος. Η υποχρέωση εκτείνεται και στους καρπούς που ο νομέας απέκτησε κατά κυριότητα.

β) Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει κάθε δαπάνη που έγινε υπέρ της κληρονομίας, ή υπέρ των κληρονομιαίων αντικειμένων, εφ όσον η δαπάνη αυτή δεν καλύπτεται κατά τον υπολογισμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού σύμφωνα με το άρθρο 1873. Στις δαπάνες ανήκει και οτιδήποτε ο νομέας κατέβαλε για να αποσβέσει βάρη ή χρέη της κληρονομίας.

γ) Αν ο νομέας της κληρονομίας ήταν κακόπιστος όταν απέκτησε τη νομή, ή αργότερα έμαθε ότι δεν είναι κληρονόμος, ευθύνεται από το χρόνο αυτό κατά τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του νομέα πράγματος μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής. Δεν αποκλείεται και περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.

δ) Αν ο νομέας της κληρονομίας απέκτησε τη νομή κάποιου αντικειμένου της με κολάσιμη πράξη, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

ε) Αν ο νομέας της κληρονομίας δεν είναι σε θέση να την αποδώσει αυτουσίως, ευθύνεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 1873).

Α. Κατά το άρθρο 824 ΚΠολΔ το κληρονομητήριο, που παρέχεται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προσβάλλεται μόνο με έφεση μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την δημοσίευσή της απόφασης. Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης και την έκδοση του πιστοποιητικού.

Σημείωση

Η απόφαση δεν προσβάλλεται με αναψηλάφηση, αναίρεση, ή τριτανακοπή.

 Β. Δικαίωμα έφεσης έχουν μόνο ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και όσοι άλλοι κατέστησαν διάδικοι στην σχετική δίκη, και όχι ο τρίτος, που δεν έλαβε μέρος στην πρωτόδικη δίκη (άρθρα 761, 739 επ., 819 επ.  ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 1956 ΑΚ)

Γ. Ο τρίτος, που δεν έλαβε μέρος στην πρωτόδικη δίκη, μπορεί να εναντιωθεί με αίτηση μόνο για αφαίρεση του κληρονομητηρίου, ή την κήρυξή του ως ανίσχυρου, όχι όμως και με τριτανακοπή, της οποίας η άσκηση ρητώς αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 824 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε και με την ανακλητική αίτηση του άρθρου 758 ΚΠολΔ, γιατί η απόφαση που διατάσσει την παροχή κληρονομητηρίου δεν παράγει δεδικασμένο, αλλά δημιουργεί απλώς νόμιμο μαχητό τεκμήριο (άρθρα 823 ΚΠολΔ και 1964, 1965 ΑΚ, ΕφΑθ 4336/2007).

Δ. Η απόφαση που διατάσσει την αφαίρεση του κληρονομητηρίου, ή το κηρύσσει ανίσχυρο ή εκείνη που το τροποποιεί ή το ανακαλεί, υπόκειται μόνο σε τριτανακοπή και όχι σε οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο, ή βοήθημα και επομένως ούτε σε έφεση (άρθρα 823 παρ. 1 και 824 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σημείωση

Εν όψει ότι η διαφορά περί την έκδοση του κληρονομητηρίου δικάζεται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία οι αναφυόμενες διαφορές δεν επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου, ο ηττώμενος, ή ο έχων έννομο συμφέρον, έχει το δικαίωμα να επιδιώξει περαιτέρω δικαστική προστασία των συμφερόντων του κατά την τακτική διαδικασία, προκειμένου δε περί κληρονόμου με την άσκηση, είτε αναγνωριστικής αγωγής, είτε αγωγής περί κλήρου (ΕφΑθ 6898/2004).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς την γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρο 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη, ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Α. Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει, δεν δέχεται δηλαδή, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη, ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση υπόκειται σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας (άρθρο 1851 εδ.β ΑΚ).

Β. Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία (4) μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την δημοσίευση της διαθήκης. Αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό, ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό, η προθεσμία είναι (1) έτους.

Σημείωση 1

Η αποδοχή, ή η αποποίηση, της κληρονομίας είναι αμετάκλητη

Σημείωση 2

Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο η αποδοχή της κληρονομίας (άρθρο 1850 εδ. β ΑΚ).

Σημείωση 3

Με την αποποίηση της κληρονομίας, η κληρονομία επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 1856 ΑΚ).

Σημείωση 4

Αποποίηση που γίνεται, ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μη ανατρέπουσα από μόνη της τις συνέπειες της πλασματικής αποδοχής (άρθρο 1857 παρ. 1 ΑΚ.

Σημείωση 5

Παρ ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής, ή της αποποίησης, αν η αποδοχή, ή η αποποίηση, είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής, ο κληρονόμος μπορεί να προσβάλει την επαγωγή, ή μη, της κληρονομίας, λόγω της πλάνης, απειλής,  ή απάτης.  πλάνη πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να οφείλεται σε άγνοια, ή εσφαλμένη γνώση, των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας, όπως ότι η επαγωγή στην κληρονομία επέρχεται αμέσως με τον θάνατο του κληρονομουμένου, ή ότι υπάρχει προθεσμία αποποίησης, οπότε στην περίπτωση αυτή η προθεσμία της τετράμηνης αποποίησης δεν αρχίζει, όσο κρατεί η άγνοια. Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης.

Σημείωση 6

Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, λόγω της πλάνης, απάτης, ή απειλής, η έναρξη της προθεσμίας αποποιήσεως προϋποθέτει την ακύρωση με αγωγή, ή αντίστοιχη ένσταση της ΑΚ 1857 παρ. 2, της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Η αγωγή για την ακύρωση παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο (ΑΠ 572/2016 ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1771 εδ. α', 1774, 1777  ΑΚ και 808 παρ. 1 και 3 εδ. α  ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύεται υποχρεωτικά και προαιρετικά, όποιος έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να την κηρύξει κυρία.   

Α. Δημοσίευση της διαθήκης

Η διαδικασία δημοσίευσης της διαθήκης, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου, εφ όσον φέρει τα τυπικά στοιχεία διάταξης τελευταίας βούλησης, πρόκειται, δηλαδή, για υποστατή έστω και άκυρη διαθήκη, ή διαθήκη που έχει ανακληθεί, έστω και αν τα δικαιώματα απ' αυτή έχουν παραγραφεί λόγω της παρέλευσης μακρού χρόνου από το θάνατο του διαθέτη, παράλληλα δε, βεβαιώνεται ο θάνατος του διαθέτη, ή η κήρυξή του σε αφάνεια.

α) Η δημοσίευση διαθήκης δεν μπορεί να αποκλειστεί, αναβληθεί, ή ρυθμιστεί από την ιδιωτική βούληση κατά τρόπο διαφορετικό, γίνεται μετά την ανάγνωσή της στο ακροατήριο, με καταχώρισή της ολόκληρης στα πρακτικά του δικαστηρίου, στα οποία βεβαιώνονται και όλα τα εξωτερικά της ελαττώματα, δηλαδή προσθήκες σε περιθώριο, ή σε υστερόγραφο, διαγραφές, παρεγγραφές, ξέσματα ή άλλα εξωτερικά ελαττώματα (επί μυστικής διαθήκης βεβαιώνεται και το αλύμαντο των σφραγίδων).

β) Το πρακτικό δημοσίευσης της διαθήκης δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων από τους διαδίκους, ή τριτανακοπής από τους τρίτους, ούτε, επίσης, δημιουργείται δεδικασμένο.

γ) Οι τρίτοι που δεν ακούστηκαν, αλλά έχουν έννομο συμφέρον μπορούν να εναντιωθούν στην πράξη δημοσίευσης του δικαστηρίου με την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ για την ακύρωσή της, εξ αιτίας της έλλειψης μιας από τις απαιτούμενες νόμιμες για την δημοσίευση της διαθήκης προϋποθέσεις, όπως π.χ. της ανυπαρξίας της διαθήκης.

Β. Κήρυξη κυρίας

Μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον μπορεί η ιδιόγραφη διαθήκη να κηρυχθεί ως κύρια, με απόφαση του αρμόδιου για την δημοσίευσή της δικαστηρίου, είτε συγχρόνως με την δημοσίευσή της, είτε μεταγενέστερα μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, είτε με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στην εκκρεμή διαδικασία δημοσίευσης της εν λόγω διαθήκης, υπό την προϋπόθεση της πιθανολόγησης της γνησιότητας της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη.

α) Με την κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας δεν παράγεται τεκμήριο γνησιότητας αυτής υπέρ του επικαλουμένου αυτή, που οφείλει να αποδείξει τη γνησιότητά της. Μαχητό τεκμήριο ως προς τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, δημιουργείται μόνο αν επί (5) χρόνια από την δημοσίευσή της δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον που αντλεί δικαιώματα απ' αυτήν και κάποιον που βλάπτεται από την ύπαρξή της.

β) Η απόφαση που κηρύσσει την ιδιόγραφη διαθήκη ως κύρια υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης κατά τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 760, 761, 762 και 769 ΚΠολΔ), καθώς και σε τριτανακοπή (άρθρο 773 ΚΠολΔ) από μέρους του βλαπτόμενου τρίτου από το παραγόμενο από την κήρυξή της ως κύριας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1777 ΑΚ, τεκμήριο γνησιότητάς της, εφ όσον δεν είχε με διαταγή του δικαστηρίου προσκληθεί, ή προσεπικληθεί στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση (ΑΠ 1339/2009).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 140 – 143, 150, 151, 1782 παρ. 1 και 2 και 1784 ΑΚ, η διαθήκη μπορεί να ακυρωθεί, αν είναι προϊόν απειλής, πλάνης, ή απάτης. 

Α. Ακύρωση διαθήκης, λόγω απειλής

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 1782 παρ.1 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, απαιτείται η απειλή να ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και στις συγκεκριμένες συνθήκες, με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, και σε οποιοδήποτε χρόνο, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και επιπλέον να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε, ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα, να ήταν δε τέτοια ώστε συνεπεία της απειλής προέβη ο διαθέτης στη σύνταξη της διαθήκης, και να υφίσταται εξακολουθητικά και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει ((ΑΠ 784/2016, ΑΠ 731/2014ΑΠ 784/2016).

Σημείωση 1

Η απειλή πρέπει να υφίσταται εξακολουθητικά και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει

Σημείωση 2

Δεν υφίσταται απειλή, αν ο διαθέτης φοβήθηκε αυθόρμητα,  ή συνετάγη κατόπιν πειθούς, προτροπή, ή πιέσης (ΑΠ 2189/2013, ΑΠ 2189/2013, ΑΠ 1058/2020)

Β. Ακύρωση λόγω πλάνης

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 140 - 143 και 1784 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος πλάνης, απαιτείται η πλάνη να αφορά τα παραγωγικά αίτια της βούλησης του διαθέτη. Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπήρχε κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης.

Σημείωση 1

Τα παραγωγικά αίτια της βούλησης πρέπει, να μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονταν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη.

Σημείωση 2

Πρέπει η πραγματική  κατάσταση να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον να επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας βούλησης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση για αυτήν.

Σημείωση 3

Αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης,

Σημείωση 4

Αποτέλεσμα της ακύρωσης είναι κατ' αρχήν η ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην οποία εμφιλοχωρεί ο σχετικός λόγος ακύρωσης και αφήνει ανέπαφη την υπόλοιπη διαθήκη.

Σημείωση 5

Γίνεται δεκτό, ότι αν υπάρχει ακυρότητα μιας από τις διατάξεις της διαθήκης, είναι δυνατόν η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα όλης της διαθήκης κατ' άρθρο 181 ΑΚ, αν συνάγεται ότι ο διαθέτης αγνοούσε την μερική ακυρότητα και ότι αν την γνώριζε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν θα ήθελε να ισχύσει ούτε ως προς το υπόλοιπο έγκυρο μέρος αυτής (ΑΠ 1350/20140.

Γ. Ακύρωση λόγω απάτης 

Από την διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος απάτης, απαιτείται η εκ προθέσεως συμπεριφορά του απατώντος να τείνει να δημιουργήσει, ή να διατηρήσει, μια εσφαλμένη εντύπωση, συνιστάμενη, είτε σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων, τα οποία παρασύρουν και πείθουν τον διαθέτη στην τελευταία διάταξη, στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, αν δεν πειθόταν από τις απατηλές ενέργειες, ή παραστάσεις του απατώντος.

Σημείωση 1

Η πλάνη που προκλήθηκε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στη διαθήκη.

Σημείωση 2

Μεταξύ των απατηλών ενεργειών, ή παραστάσεων και περιεχομένου της διαθήκης απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, ο οποίος συναρτάται με την διαπίστωση ότι ο διαθέτης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν παραπειθόταν από αυτές, δεν θα συνέτασσε τη συγκεκριμένη διαθήκη.

Δ. Και στις τρεις περιπτώσεις ακύρωσης της διαθήκης (λόγω απειλής, πλάνης απάτης)  την ακύρωση μπορούν να ζητήσουν μόνο εκείνοι που ωφελούνται άμεσα από την ακύρωσή της και τέτοιοι μπορεί να είναι εκείνοι που πρόκειται να αποκτήσουν ευθέως κληρονομικό δικαίωμα σε περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης, είτε ως άμεσοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, είτε και ως εγκατάστατοι με προηγούμενη διαθήκη, που αναβιώνει μετά την ακύρωση (άρθρο 1787 ΑΚ).

Σημείωση

Το δικαίωμα για την ακύρωση της διαθήκης παραγράφεται δυο χρόνια από την δημοσίευση της διαθήκης (άρθρο 1788 ΑΚ).

Α. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, αν λείπει κάποιο από τα αναγκαία στοιχεία της (άρθρο 1718 ΑΚ). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη, α) γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, β) χρονολογείται από αυτόν, με αναγραφή ημέρας, μήνα και έτος και γ) υπογράφεται από αυτόν

Σημείωση 1

Στην περίπτωση που λείπει παντελώς η χρονολογία της, η ακυρότητα δεν επέρχεται στην περίπτωση που υπάρχει μέσα στην διαθήκη χρονολογία έστω ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα στοιχεία της, γιατί η έλλειψη αυτή μπορεί να αναπληρωθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού ληφθούν υπ όψιν και στοιχεία που βρίσκονται εκτός του περιεχομένου της διαθήκης, προς το σκοπό αποσαφήνισης των όσων περιέχονται στη διαθήκη και από τα οποία πιθανολογείται η χρονολογία σύνταξης της (ΑΠ 511/2000).

Σημείωση 2

Αντίθετα, στην περίπτωση που υπάρχει χρονολογία στην ιδιόγραφη διαθήκη, όμως αυτή είναι ψευδής ή εσφαλμένη, από σκοπού ή εκ πλάνης του διαθέτη, η ακυρότητα της διαθήκης θα επέλθει όχι από αυτήν και μόνον της έλλειψης της χρονολογίας (άρθρο 1721 παρ. 3 ΑΚ), αλλά μόνον αν διαπιστωθεί, μετά από έρευνα σχετικού ισχυρισμού του ενδιαφερομένου ότι με την αδύνατη αυτή χρονολογία καλύπτεται ελάττωμα της διαθήκης (π.χ. έλλειψη ικανότητας του διαθέτη), που επάγεται αυτό πλέον ακυρότητα αυτής (ΑΠ 986/1990).

Β. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, όταν συνετάγη από ανίκανο να συντάξει διαθήκη. Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι (άρθρο 1719 ΑΚ), 1) οι ανήλικοι, 2) όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας, ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη, 3) όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους, ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής τους.

Γ.  Η ακύρωση της ιδιόγραφης διαθήκης, για τους παραπάνω λόγους,  γίνεται με την άσκηση της, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, αναγνωριστικής αγωγής. Την ακύρωση μπορεί να προτείνει όποιος έχει έννομο συμφέρον, και όχι μόνον ο κληρονόμος, γιατί η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής (όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ περί ακυρώσεως ακυρώσιμου διαθήκης για κάποιον από τους λόγους των άρθρων 1782 - 1786 Α.Κ., δηλ. απειλή, δόλος, πλάνη) (ΑΠ 1409/2003). Αυτός που ζητά την δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους εκείνης, οπότε ο εναγόμενος, που έχει τιμηθεί με την διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους αυτής, οφείλει να αποδείξει ότι το όλο περιεχόμενο της διαθήκης εγράφη εξ ολοκλήρου ιδιοχείρως από το διαθέτη που την χρονολόγησε και την υπέγραψε ( ΑΠ 380/1989, ΑΠ 750/2000).

Σημείωση 3

Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν εγράφη από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη, δεν αποκλείεται όμως και τέτοιος αυτοτελής περί πλαστότητας αγωγικός ισχυρισμός).

Σημείωση 4

Για την αναγνωριστική αγωγή, που ασκείται κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, για την ακύρωση της διαθήκης δεν ορίζεται ειδική παραγραφή και επομένως έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ. 

Γ. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι ακυρώσιμη, 1) αν είναι προϊόν απειλής, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 1782 παρ. 1 ΑΚ), 2) αν είναι προϊόν πλάνης, από αίτια που μνημονεύονται στην διαθήκη και ανάγονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε την βούλησή του (άρθρο 1784 ΑΚ), 3) αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε την βούλησή του (άρθρο 1782 παρ. 2), 4) αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο, που υπήρχε κατά το θάνατό του και η ύπαρξή του κατά την σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε, ή έγινε μεριδούχος, μετά τη σύνταξή της (άρθρο 1786 ΑΚ), 5) Αν σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος, ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του (άρθρο 1785 ΑΚ).

Σημείωση 5

Η ακυρώσιμη διαθήκη, μετά την ακύρωσή της, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη (άρθρα 180, 184 ΑΚ).

Σημείωση 6

Μετά την ακύρωσή της δεν είναι επιτρεπτό να αντικατασταθεί με την εικαζόμενη βούληση του διαθέτη, και επέρχεται είτε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, είτε αναβιώνει η διαθήκη που είχε ανακληθεί με την διάταξη που ακυρώθηκε, δηλαδή η τυχόν υπάρχουσα προγενέστερη διαθήκη (ΠολΠρΑθ 5391/2004)

Σημείωση 7

Το δικαίωμα για ακύρωση της διαθήκης, για τους παραπάνω λόγους, παραγράφεται, όταν περάσουν δύο χρόνια από την δημοσίευση της διαθήκης (άρθρο 1888 ΑΚ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1763, 1764, 1765 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη ανακαλείται με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη. Αν η μεταγενέστερη ανακληθεί, η προηγούμενη διαθήκη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί.

Σημείωση 1

Η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτήν. Εναντίωση υπάρχει, α) όταν οι διατάξεις των διαθηκών είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες, νομικά ή ουσιαστικά, δηλαδή πρακτικά δεν είναι δυνατή η εκτέλεση και των δύο παράλληλα. Στην περίπτωση αυτή, η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί την προηγούμενη, κατά το μέρος που εναντιώνεται προς αυτήν, ή β) όταν οι διαθήκες έχουν αντίθετο περιεχόμενο, οπότε είναι λογικά δυνατή η παράλληλη εκτέλεση και των δύο διαθηκών, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται (ΑΠ 465/2015). β) αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφό της ή επιχειρήσει σ' αυτό μεταβολές, με τις οποίες συνήθως εκφράζεται η βούληση για ανάκληση έγγραφης δήλωσης.

Σημείωση 2

Αν ο διαθέτης κατέστρεψε το έγγραφο της διαθήκης, ή το μετέβαλε με τον τρόπο που σημειώθηκε, τεκμαίρεται ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει τη διαθήκη (ΑΠ  484/2013, ΑΠ 828/2017).

Α. Αν δεν υπάρχει το πρωτότυπο της ιδιόγραφης διαθήκης (γιατί π.χ χάθηκε) δεν δημοσιεύεται αντίγραφό της, έστω και αν αυτό είναι φωτογραφία, ή φωτοτυπία του πρωτοτύπου της, της οποίας η ακρίβεια βεβαιώνεται από πρόσωπο αρμόδιο κατά τον νόμο για έκδοση αντιγράφων (άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σημείωση 1

Δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης, όταν δημοσιεύθηκε φωτοτυπία της, είτε φέρει βεβαίωση της ακρίβειάς της από πρόσωπο αρμόδιο κατά το νόμο για έκδοση αντιγράφων, είτε όχι.

Σημείωση 2

Εάν έχει γίνει τέτοια δημοσίευση, αυτός που έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει με αναγνωριστική αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η φωτοτυπία, που δημοσιεύθηκε, είναι άκυρη ως ιδιόγραφη διαθήκη.

Β. Αν η διαθήκη χαθεί, ο ενδιαφερόμενος έχει την δυνατότητα, κατά το άρθρο 71 ΚΠολΔ, να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει δικαστική βεβαίωση ότι υπήρχε διαθήκη, που καταρτίσθηκε νόμιμα και χάθηκε, είχε  δε ορισμένο περιεχόμενο (ΤρΕφΠειρ 196/2019).

Σημείωση 3

Από την διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν ένα έγγραφο χαθεί, ή γίνει δυσανάγνωστο, ή άχρηστο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση απώλειας διαθήκης, επιτρέπεται και η δια μαρτύρων απόδειξη της υπάρξεως αυτής, νομίμως συντεταγμένης και του περιεχομένου της, δηλαδή ότι, α) συντάχθη σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, β) το ακριβές περιεχόμενό της, και γ) ότι η απώλειά της, ή η τυχαία καταστροφή της, δεν έχει την έννοια της ανάκλησης (ΟλΑΠ 1234/1982, ΑΠ 484/ 2013, ΤρΕφΠειρ 196/2019).

Σημείωση 4

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπάρχει ιδιόγραφη διαθήκη με το περιεχόμενο της φωτοτυπίας, η οποία χάθηκε, δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης και για αυτό δεν είναι ουσιώδης, αφού η ακυρότητα της φωτοτυπίας, που δημοσιεύθηκε, δεν αποκλείει την ύπαρξη διαθήκης με το περιεχόμενο αυτό (ΑΠ 320/2002).

Σημείωση 5

Η αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητεί να βεβαιωθεί δικαστικά, λόγω απωλείας, η ύπαρξη νομοτύπως καταρτισθείσας ιδιόγραφης διαθήκης, να αναγνωρισθεί το εξ αυτής κληρονομικό του δικαίωμα επί κληρονομιαίου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι κατέχοντες αυτό, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη να του παράσχουν πληροφορίες για τα εντός αυτού ευρισκόμενα κινητά πράγματα, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721, 1871, 1880 ΑΚ και 435 ΚΠολΔ και είναι δυνατόν να στραφεί, είτε εναντίον όλων των κατεχόντων, είτε και κατά μερικών εξ αυτών, δοθέντος ότι, επί πλειόνων εναγόντων, ή εναγομένων, δεν συντρέχει μεταξύ τους δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 275/2014) ΑΠ 828/2017).

Η ανάκληση της διαθήκης μπορεί να γίνει, μεταξύ άλλων, με νέα διαθήκη, είτε ρητά κατ' άρθρο 1763 παρ.1 ΑΚ, όταν ο διαθέτης εκφράζει σαφώς και ευθέως με μεταγενέστερη διαθήκη την βούληση του να ανακαλέσει μερικά ή ολικά την προηγούμενη, είτε σιωπηρά κατ' άρθρο 1764 παρ.1 ΑΚ, όταν, χωρίς τη χρήση πανηγυρικών εκφράσεων περί ανακλήσεως, το περιεχόμενο της μεταγενέστερης διαθήκης εναντιώνεται στην προηγούμενη.

Εναντίωση υπάρχει

α) όταν οι διατάξεις των διαθηκών είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες, νομικά ή ουσιαστικά, δηλαδή πρακτικά δεν είναι δυνατή η εκτέλεση και των δύο παράλληλα. Στην περίπτωση αυτή, η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί την προηγούμενη, κατά το μέρος που εναντιώνεται προς αυτήν, ή

β) όταν οι διαθήκες έχουν αντίθετο περιεχόμενο, οπότε είναι λογικά δυνατή η παράλληλη εκτέλεση και των δύο διαθηκών, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται.

Σημείωση

Σε περίπτωση που οι διατάξεις της νέας διαθήκης είναι όμοιες κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους με εκείνες της παλαιότερης, χωρίς να συνάγεται βούληση του διαθέτη για ανάκληση, δεν θίγεται το κύρος της παλαιότερης, αφού η ουδόλως εναντιούμενη προς αυτή νεώτερη έχει την πρόδηλη έννοια της επιβεβαίωσης της επικύρωσης της.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη δήλωσης βούλησης του διαθέτη να προβεί σε ρητή ή σιωπηρή ανάκληση προγενέστερης διαθήκης με νεώτερη διαθήκη, ή η ερμηνεία αυτής, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, εν όψει του ότι δεν χωρεί αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη με ερμηνεία, όταν το κείμενο της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου είναι σαφές και πλήρες, αποδίδοντας πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό που θέλησε ο διαθέτης (ΑΠ 465/2015).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733 παρ. 2γ ΑΚ η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725-1737 ΑΚ.

Α. Ο διαθέτης δηλώνει προφορικώς την τελευταία του βούληση ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και τα οποία πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης, η οποία συντάσσεται κατά τους ορισμούς του άρθρου 1732 ΑΚ και υπογράφεται από το διαθέτη και από τα πρόσωπα τα οποία συμπράττουν.

Β. Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει η υπογραφή του αναπληρώνεται από την βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην παραπάνω πράξη του συμβολαιογράφου.

Γ. Κατά την διάταξη του άρθρου 1730 παρ. 3 ΑΚ, απαγορεύεται, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, η παρουσία οποιουδήποτε άλλου, εκτός από τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1732 παρ.2 εδ. α ΑΚ, για την διαθήκη συντάσσεται πράξη, που πρέπει να περιέχει την μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ' άρθρο 1733 παρ.1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν και  βεβαιωθεί τούτο σε αυτήν ότι έγινε.

Σημείωση

Η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου των άρθρων 438, 440 και 441 ΚΠολΔ. Ως έχουσα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, τα γεγονότα που βεβαιώνονται στο έγγραφο της δημόσιας διαθήκης, είτε ως γενόμενα από το συμβολαιογράφο που συνέταξε την διαθήκη, είτε ενώπιόν του, ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνο με προσβολή αυτής ως πλαστής (ΑΠ 150/2016).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1738, 1741, 1742 και 1730 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται, ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Επί του σφραγισμένου εγγράφου, ή του περικαλύμματός του, ο συμβολαιογράφος σημειώνει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και την χρονολογία παραδόσεώς του, η σημείωση αυτή υπογράφεται από τον διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων. Στην συνέχεια συντάσσεται από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία περιέχει την ημεροχρονολογία κατάθεσής της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, βεβαιώνεται σε αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παραδόσεως του εγγράφου και προφορικής δηλώσεως του διαθέτη, τα περί σφραγίσεως του εγγράφου ή του περικαλύμματός του και της επ' αυτού σημειώσεως του συμβολαιογράφου ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης, διαβάζεται στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν. Τέλος η πράξη υπογράφεται από τον διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη(ΑΠ 1527/2010, ΑΠ 412/2013).

Σημείωση

Προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης, ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατάρτισής της με την  σύνταξη της πράξης εγχείρισης του συμβολαιογράφου και μέχρι πέρατος αυτής (ΑΠ 1360/2002).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α και 180 ΑΚ προκύπτει ότι, για το κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης είναι υποχρεωτική η τήρηση συγκεκριμένου τύπου, δηλαδή να γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη. Διαφορετικά, δηλαδή με άλλο χέρι, είναι άκυρη. Ως άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα. Την ακυρότητα μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον.  

Α. Η υπογραφή τίθεται με ποινή ακυρότητας στο τέλος της διαθήκης. Η υπογραφή, που τίθεται στην αρχή, ή στο μέσο του περιεχόμενου της, δεν είναι σύμφωνη προς τους όρους του νόμου και έχει ως συνέπεια να είναι άκυρη ολόκληρη η διαθήκη. Αν η διαθήκη είναι πολυσέλιδη αρκεί η υπογραφή του τελευταίου φύλου, εφ όσον βέβαια το κείμενο είναι ενιαίο (ΑΠ 405/2018).

Β. Ψευδής, ή εσφαλμένη, χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο, ή σε υστερόγραφο, υπογράφονται από τον διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα, ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα, βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε την διαθήκη και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

Γ. Ο επικαλούμενος την διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει την γνησιότητα της υπογραφής σε αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από την διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης (ΑΠ 453/2017). Αυτός που ζητά την δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, αρκεί να επικαλεστεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της. Προσβολή της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει όταν γράφηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη.

Δ. Εφ όσον τρίτος δεν έγινε κληρονόμος με την άκυρη διαθήκη λείπει το αναγκαίο, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας και η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 93/2011).

Ε. Η διαθήκη α) δημοσιεύεται, β) δημοσιεύεται και κηρύσσεται κυρία κατά την ίδια ημέρα, ή γ) κηρύσσεται κυρία σε άλλη ημέρα μετά την δημοσίευσή της.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 παρ. 4 ΑΚ και 681Γ παρ. 3 εδ. α και 4 εδ. α, δ και ε ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, το δικαστήριο προκειμένου επί διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα - επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, πρέπει να ζητά και να συνεκτιμά και την γνώμη του τέκνου, εφ όσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του.

Α. Μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει την ωριμότητα, ή ανωριμότητα του. Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατά άρθρον 561 ΚΠολΔ.

Β. Η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφωθεί.

Γ. Υποχρέωση παράθεσης της γνώμης του ανηλίκου στην απόφαση δεν προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 3 ΑΚ, πράγμα άλλωστε εύλογο, δεδομένου ότι η παράθεση αυτή είναι βέβαιο ότι θα οξύνει έτι περαιτέρω τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις των διαδίκων γονέων, προκαλώντας εξ αντανακλάσεως βλάβη στο συμφέρον του ίδιου του τέκνου (ΑΠ 1316/2009, ΑΠ 824/2018).

 

 

 

 

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021 το συναινετικό διαζύγιο εκδίδεται με κοινή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, ή με ηλεκτρονική κοινή δήλωση.

Η κοινή δήλωση λύσης του γάμου υποβάλλεται ηλεκτρονικά με την παρου­σία, ή με ψηφιακή σύμπραξη, πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από τους συζύγους.

Η πλατφόρμα αναμένεται να τεθεί σε πιλοτική λειτουργία τον Ιούλιο 2021 από το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής.

Σημείωση 

Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα πρέπει με την κοινή ψηφιακή δήλωση να ρυθμίζεται η κατανομή της γονικής μέριμνας και ιδίως η επιμέλεια των τέκνων, ο τόπος διαμονής τους, ο γονέ­ας με τον οποίο διαμένουν, η επικοινωνία τους με τον άλλο γονέα και η διατροφή τους, η οποία (ψηφιακή δήλωση ) για την κατανομή της γονικής μέριμνας θα ισχύει για τουλά­χιστον (2) έτη και θα παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

Πνευματική λύση θρησκευτικού γάμου

Σύμφωνα  με το άρθρο 97 ν. 4689/2020, σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική. Ο αιτών ζητά την πνευματική λύση του γάμου του από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο Ιερός Ναός όπου τελέστηκε ο γάμος, υποβάλλοντας αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης που βεβαιώνει την λύση του γάμου. Δεν απαιτείται εισαγγελική παραγγελία για την πνευματική λύση του γάμου.

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021 το συναινετικό διαζύγιο εκδίδεται με κοινή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, ή με ηλεκτρονική κοινή δήλωση.

Για την ενώπιον Συμβολαιογράφου διαδικασία, με την συμμετοχή και παρουσία δικηγόρου από κάθε μέρος, απαιτείται  

1. Συμφωνία των συζύγων για συναινετική λύση του γάμου

α) Στην σύνταξη της συμφωνίας συναινετικής λύσης του γάμου συμμετέχει δικηγόρος από κάθε μέρος.

β) Η συμφωνία υπογράφεται α) από τους συζύγους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους, ή β) μόνο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, εφ όσον έχουν ειδικό πληρεξού­σιο. Το ειδικό πληρεξούσιο πρέπει να συνταχθεί εντός μηνός με την υπογραφή της συμφωνίας.

γ) Στην συμφωνία τίθεται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των υπογραψάντων για να λάβει βέβαιη ημερομηνία. Δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από Ειρηνοδίκη.

2. Ρύθμιση για τα ανήλικα τέκνα

α) Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, πρέπει, ή με την ίδια την συμφωνία, ή με άλλη ξεχωριστή συμφωνία, να ρυθμισθεί

1) η κατανομή της γονικής μέριμνας,

2) η επιμέλεια των τέκνων,

3) ο τόπος διαμονής των τέκνων,  

4) ο γονέ­ας με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα,

5) η επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα και

6) η διατροφή των τέκνων

β) Η συμφωνία για τα ανήλικα τέκνα ισχύει για τουλά­χιστον (2) έτη. Μετά την παρέλευση της διετίας παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

γ) Στη συμφωνία για τα ανήλικα τέκνα μπορεί να συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ, περί αναγκαστικής εκτέλεσης παράδοσης/απόδοσης τέκνου και χρηματικών αξιώσεων.

3. Κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης λύσης γάμου

α) Η συμφωνία για την συναινετική λύση του γάμου και η ρύθμιση για τα ανήλικα τέκνα υποβάλλονται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους κάθε συζύγου, μαζί με τα τυχόν ειδικά πληρεξούσια σε συμβολαιογράφο.

β) Ο συμβολαιογράφος μετά την παρέλευση τουλάχιστον (10) ημερών από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων καταρτίζει συμβολαιογραφική πράξη λύσης γάμου.

γ) Ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει την λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει στην πράξη του. Την συμβολαι­ογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ή μόνο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, εφ όσον έχουν ειδικό πληρεξούσιο. (Η πληρεξουσιότητα δίδεται εντός μηνός πριν την υπογραφή της πράξης).

 δ) Αν στην συμβολαι­ογραφική πράξη συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ για τα ανήλικα τέκνα, η συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

4. Κατάθεση της συμβολαι­ογραφικής πράξης στο Ληξιαρχείο

Αντίγραφο της συμβολαι­ογραφικής πράξης κατατίθεται στο ληξιαρχείο όπου έχει κατατεθεί η σύσταση του γάμου (ή ενημερώνεται το ληξιαρχείο με χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών).

5. Πνευματική λύση θρησκευτικού γάμου

Σύμφωνα  με το άρθρο 97 ν. 4689/2020, σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική. Ο αιτών ζητά την πνευματική λύση του γάμου του από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο Ιερός Ναός όπου τελέστηκε ο γάμος, υποβάλλοντας αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης που βεβαιώνει την λύση του γάμου. Δεν απαιτείται εισαγγελική παραγγελία για την πνευματική λύση του γάμου.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 4356/2015, στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ευθεία εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή υπάρχει ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, ή για αιτία μη επακολουθήσασα, ή λήξασα, ή παράνομη, ή ανήθικη.

Α. Κατά εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης προσώπων οι καθημερινές παροχές του ενός προς τον άλλον, που γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη για καθημερινές παροχές, γιατί στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός και η μείωση, ή η μη επαύξηση, της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, γιατί υπάρχει η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής (ΑΠ 1751/2014).

Β. Αντίθετα, όταν πρόκειται για παροχές μεγάλης αξίας περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως βάση και θεμέλιο την συμβιωτική σχέση των ατόμων που συζούν, η βελτίωση της περιουσίας του ενός, είτε με την προοπτική κάποιου μελλοντικού γάμου, είτε στο πλαίσια της κοινωνίας βίου, συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί στην περίπτωση αυτή εκλείπει η θεμελιώδης αιτία, χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση, και συνεπώς μπορεί να αναζητηθεί ο πλουτισμός κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΠ 1377/1989, ΑΠ 50/1995).

Γ. Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει, να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος, ή μελλοντικού γάμου και ότι λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσης της συμβίωσης είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της), είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος) (ΑΠ 1751/2014).

Δ. Αν η λύση της ελεύθερης συμβιώσεως οφείλεται στο θάνατο του πλουτίσαντος προσώπου, η ως άνω αξίωση εκ μέρους του επιζώντος συντρόφου απευθύνεται πλέον κατά των κληρονόμων του άλλου για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από την περιουσία του θανόντος, καθ όσον τόσο η απαίτηση όσο και η υποχρέωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι κληρονομητές ( ΑΠ 194/1990, ΑΠ 1751/2014).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ.1 ΑΚ).

Β. Στην περίπτωση, όμως που η πλάνη, η απάτη, ή η απειλή, εξακολούθησαν και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης, ή απάτης, ή από την παύση της απειλής.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν αυτεπαγγέλτως την αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, αφού η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη, εφ όσον δε από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 654/2011).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1788 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης (διαθήκης) παραγράφεται μετά δύο έτη από την δημοσίευση της διαθήκης.

Α. Η διετής αυτή προθεσμία αναφέρεται μόνο σε ακύρωση διαθήκης, ή διάταξής της, για κάποιον από τους λόγους που περιλαμβάνονται στα άρθρα 1782-1786 ΑΚ (δηλαδή λόγω πλάνης, απάτης, απειλής κλπ) (ΑΠ 244/2000, ΑΠ 677/2000).

Β. Η προθεσμία αυτή δεν αναφέρεται στο δικαίωμα για επιδίωξη της αναγνώρισης της ακυρότητας μιας άκυρης διαθήκης λόγω μη τήρησης των όρων των άρθρων 1719-1757 ΑΚ, που δεν υπόκειται σε παραγραφή (ΑΠ 1411/1998, ΑΠ 244/2000).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1842 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον σύζυγό του, να τον αποκλείσει δηλαδή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή και από την νόμιμο μοίρα που δικαιούται ως μεριδούχος (με άλλα λόγια να μην κληρονομήσει τίποτα), αν, κατά το χρόνο του θανάτου, είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του.

Α. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1439 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ως λόγος διαζυγίου, που δικαιολογεί την κατά άρθρο 1842 ΑΚ αποκλήρωση είναι μόνο ο ισχυρός κλονισμός του γάμου από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, ή και των δύο συζύγων κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως και οι περιπτώσεις που ο κλονισμός του γάμου τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας του εναγομένου, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σαφώς συνάγεται ότι ο διαθέτης για να αποκληρώσει τον σύζυγο, πρέπει, κατά τον χρόνο του θανάτου του να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίου, που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του επιζώντος συζύγου, εφ όσον δεν είχε ασκήσει μέχρι του θανάτου του το δικαίωμα διαζεύξεως.

Β. Η αποκλήρωση του άρθρου 1842 ΑΚ συνιστά την «αποκλήρωση με στενή έννοια», δηλαδή την στέρηση από τον σύζυγο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας και διακρίνεται από την «αποκλήρωση με ευρεία έννοια» του άρθρου 1713 ΑΚ, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή συγγενή ή σύζυγο, χωρίς όμως να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Η αποκλήρωση με ευρεία έννοια δε χρειάζεται καμία δικαιολογία από τον διαθέτη, ούτε υπόκειται σε τύπο, όπως, όμως, ορίζεται στο άρθρο 1713 ΑΚ με την αποκλήρωση αυτή δεν μπορεί ο αποκληρούμενος,  εφ όσον είναι και μεριδούχος, ως είναι η σύζυγος, να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1843 ΑΚ ο λόγος της αποκλήρωσης του άρθρου 1842 ΑΚ, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σε αυτήν, κατά δε το άρθρο 1844 ΑΚ το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά την διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.

Δ. Άκυρη αποκλήρωση - Λήψη νόμιμης μοίρας

Αν δεν συντρέχει, α) η προαναφερόμενη προϋπόθεση του βάσιμου λόγου διαζυγίου αναγόμενου σε υπαιτιότητα του συζύγου του διαθέτη, ή β) η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ή γ) έγινε ενώ έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του συζύγου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ο αποκληρωθείς, στην περίπτωση αυτή, θα λάβει την νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, γιατί για το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005, ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007, (ΕφΑθ 4000/2008).

Ε. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής

Ο σύζυγος, που ισχυρίζεται ότι αποκληρώθηκε χωρίς νόμιμο και αληθινό λόγο, μπορεί να ασκήσει κατά του τετιμημένου αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, και μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 1788 ΑΚ διετούς προθεσμίας  και μέχρι του χρόνου παραγραφής της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 768/1988, ΑΠ 244/2000, ΕφΠατρων 407/2003, ΠολΠρΧανιων 142/2005), με σκοπό την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του. Στην περίπτωση αυτή την ύπαρξη, ή την αλήθεια, του λόγου της αποκλήρωσης οφείλει να αποδείξει ο εναγόμενος, γιατί εκείνος ωφελείται από την διαθήκη, που περιέχει την διάταξη για την αποκλήρωση (ΕφΑθ 4000/2008, ΕφΑθ 97/2000, ΕφΑθ 4518/2011).

Σύμφωνα με το άρθρο 1841 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον γονέα του, να τον αποκλείσει δηλαδή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή και από την νόμιμο μοίρα που δικαιούται ως μεριδούχος (με άλλα λόγια να μην κληρονομήσει τίποτα) για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 αριθ. 1, 3, 4 ΑΚ λόγους.

Α. Οι  λόγοι αυτοί είναι

1) Επιβουλεύθηκε την ζωή του διαθέτη, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του διαθέτη.

2) Έγινε ένοχος κακουργήματος, ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη, ή του συζύγου του.

3) Αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει τον διαθέτη.

Β. Η αποκλήρωση του άρθρου 1841 ΑΚ συνιστά  την «αποκλήρωση με στενή έννοια», δηλαδή την  στέρηση από τον γονέα της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας και διακρίνεται από την «αποκλήρωση με ευρεία έννοια» του άρθρου 1713 ΑΚ, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή συγγενή ή σύζυγο, χωρίς όμως να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Η αποκλήρωση με ευρεία έννοια δε χρειάζεται καμία δικαιολογία από τον διαθέτη, ούτε υπόκειται σε τύπο, όπως, όμως, ορίζεται στο άρθρο 1713 ΑΚ με την αποκλήρωση αυτή δεν μπορεί ο αποκληρούμενος,  εφ όσον είναι και μεριδούχος, όπως είναι ο γονέας, να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1843 ΑΚ ο λόγος της «αποκλήρωσης με στενή έννοια» πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σε αυτήν, κατά δε το άρθρο 1844 ΑΚ το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά την διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.

Δ. Επομένως, για να είναι έγκυρη η «αποκλήρωση με στενή έννοια» πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) Βούληση του διαθέτη, με την διαθήκη του, να στερήσει τον γονέα από την κληρονομία και την νόμιμη μοίρα, η οποία μπορεί να είναι ρητή (ο διαθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «αποκληρώνω»), ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως «στερώ από την νόμιμη μοίρα». Ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης.

β) Ύπαρξη λόγου από τους περιοριστικά ανωτέρω αναφερθέντες λόγους του άρθρου 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση, ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του τέκνου προς το διαθέτη και την οικογένεια του.

γ) Αναφορά του λόγου αποκλήρωσης στην διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς ποιον από τους προαναφερόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης. Γίνεται δεκτό ότι η σχετική μνεία μπορεί να γίνει, είτε με την χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου, ή και με την χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς, ή ευρέως, παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη με εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στην διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοιάστως σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης (ΑΠ 1420/1981).

δ) Ύπαρξη του λόγου αποκλήρωσης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Πρέπει δηλαδή ο λόγος αποκλήρωσης να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δηλαδή κατά το χρόνο αυτό να υφίσταται και να είναι αληθινός χωρίς να απαιτείται να εξακολουθεί να υπάρχει και μέχρι το θάνατο του διαθέτη και

ε) Ανυπαρξία συγγνώμης εκ μέρους του διαθέτη. Για την συγγνώμη δεν απαιτείται τύπος. Μπορεί να είναι ρητή, ή σιωπηρή.

Ε. Άκυρη αποκλήρωση - Λήψη νόμιμης μοίρας

Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν, α) η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ή β) όταν ο λόγος αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός, ή γ) έγινε για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του γονέα από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ο αποκληρωθείς, στην περίπτωση αυτή, θα λάβει την νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, γιατί για το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005, ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007, (ΕφΑθ 4000/2008).

ΣΤ. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής

Ο γονέας που ισχυρίζεται ότι αποκληρώθηκε χωρίς νόμιμο και αληθινό λόγο, μπορεί να ασκήσει κατά του τετιμημένου αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, και μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 1788 ΑΚ διετούς προθεσμίας  και μέχρι του χρόνου παραγραφής της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 768/1988, ΑΠ 244/2000, ΕφΠατρων 407/2003, ΠολΠρΧανιων 142/2005), με σκοπό την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του. Στην περίπτωση αυτή την ύπαρξη, ή την αλήθεια, του λόγου της αποκλήρωσης οφείλει να αποδείξει ο εναγόμενος, γιατί εκείνος ωφελείται από την διαθήκη, που περιέχει την διάταξη για την αποκλήρωση (ΕφΑθ 4000/2008, ΕφΑθ 97/2000).

Από την διάταξη του άρθρου 1839 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1840, 1843 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη) μπορεί να αποκληρώσει το τέκνο του, να το αποκλείσει δηλαδή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή και από την νόμιμο μοίρα που δικαιούται ως μεριδούχος (με άλλα λόγια να μην κληρονομήσει τίποτα) για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους.

Α. Οι  λόγοι αυτοί είναι

1) Επιβουλεύθηκε την ζωή του διαθέτη, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του διαθέτη.

2) Προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στον διαθέτη, ή στον σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών.

3) Έγινε ένοχος κακουργήματος, ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη, ή του συζύγου του.

4) Αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει τον διαθέτη.

5) Ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά την θέληση του διαθέτη.

α) Ως πλημμέλημα νοείται αυτό που ορίζεται τον Ποινικό Κώδικα. Δεν απαιτείται και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο, που εξετάζει τον λόγο της αποκλήρωσης, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος, ή πλημμελήματος (ΑΠ 22/2019). Το «σοβαρό» πλημμέλημα κρίνεται με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη. Ως «σοβαρό» χαρακτηρίζεται και η περίπτωση σκαιούς εξυβρίσεως του διαθέτη από τον κατιόντα, όπως  με τις λέξεις «παλιόγρια, γκαγκαρέτσα, να σε θάψουμε εδώ στην αυλή» (ΑΠ 1281/2007) αλλά και η χειροδικία, ή απειλή χειροδικίας κατ' αυτού (ΑΠ 1406/2012).

β) Ως άτιμος ή ανήθικος βίος νοείται η διαρκώς άτιμη, ή ανήθικη διαγωγή του κατιόντος, εξ αιτίας της οποίας προσάπτεται κατά τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις ατιμωτικό όνειδος στην οικογενειακή τάξη και αξιοπρέπεια (όπως η παρατεταμένη συζυγική απιστία του κατιόντος, η κατ' εξακολούθηση τέλεση εγκλημάτων κατά των ηθών). Ο άτιμος ή ανήθικος βίος πρέπει να αποτελεί στάση ζωής, χωρίς να αρκούν μεμονωμένες πράξεις (ΑΠ 1411/98, Εφ Αθ 4632/2007, (ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007).

Β. Η αποκλήρωση του άρθρου 1839 ΑΚ συνιστά  την «αποκλήρωση με στενή έννοια», δηλαδή την  στέρηση από το τέκνο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας και διακρίνεται από την «αποκλήρωση με ευρεία έννοια» του άρθρου 1713 ΑΚ, κατά την οποία ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή συγγενή ή σύζυγο, χωρίς όμως να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Η αποκλήρωση με ευρεία έννοια δε χρειάζεται καμία δικαιολογία από τον διαθέτη, ούτε υπόκειται σε τύπο, όπως, όμως, ορίζεται στο άρθρο 1713 ΑΚ με την αποκλήρωση αυτή δεν μπορεί ο αποκληρούμενος,  εφ όσον είναι και μεριδούχος, όπως είναι το τέκνο, να στερηθεί την νόμιμη μοίρα.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1843 ΑΚ ο λόγος της «αποκλήρωσης με στενή έννοια» πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σε αυτήν, κατά δε το άρθρο 1844 ΑΚ το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά την διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.

Δ. Επομένως, για να είναι έγκυρη η «αποκλήρωση με στενή έννοια» πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) Βούληση του διαθέτη, με την διαθήκη του, να στερήσει το τέκνο του από την κληρονομία και την νόμιμη μοίρα, η οποία μπορεί να είναι ρητή (ο διαθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «αποκληρώνω»), ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως «στερώ από την νόμιμη μοίρα». Ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης.

β) Ύπαρξη λόγου από τους περιοριστικά ανωτέρω αναφερθέντες λόγους του άρθρου 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση, ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του τέκνου προς το διαθέτη και την οικογένεια του.

γ) Αναφορά του λόγου αποκλήρωσης στην διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς ποιον από τους προαναφερόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης. Γίνεται δεκτό ότι η σχετική μνεία μπορεί να γίνει, είτε με την χρησιμοποίηση των λεκτικών εκφράσεων του νόμου, ή και με την χρησιμοποίηση λεκτικών όρων ταυτόσημων κατά την έννοια προς τους όρους του νόμου, το οποίο συμβαίνει, όταν οι όροι που χρησιμοποιούνται στη διαθήκη έχουν σαφώς καθορισμένη και κοινώς, ή ευρέως, παραδεδεγμένη σημασία, ταυτιζόμενη με εκείνη των όρων του νόμου, είτε και με την επίκληση στην διαθήκη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν ανενδοιάστως σε κάποια από τις νόμιμες περιπτώσεις αποκλήρωσης (ΑΠ 1420/1981).

δ) Ύπαρξη του λόγου αποκλήρωσης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Πρέπει δηλαδή ο λόγος αποκλήρωσης να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δηλαδή κατά το χρόνο αυτό να υφίσταται και να είναι αληθινός χωρίς να απαιτείται να εξακολουθεί να υπάρχει και μέχρι το θάνατο του διαθέτη και

ε) Ανυπαρξία συγγνώμης εκ μέρους του διαθέτη. Για την συγγνώμη δεν απαιτείται τύπος. Μπορεί να δοθεί ρητά, ή σιωπηρά. 

Ε. Άκυρη αποκλήρωση - Λήψη νόμιμης μοίρας

Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν, α) η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ή β) όταν ο λόγος αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός, ή γ) έγινε για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του τέκνου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ο αποκληρωθείς, στην περίπτωση αυτή, θα λάβει την νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, γιατί για το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005, ΑΠ146/2009, ΕφΑθ 4632/2007, (ΕφΑθ 4000/2008).

ΣΤ. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής

Το τέκνο που ισχυρίζεται ότι αποκληρώθηκε χωρίς νόμιμο και αληθινό λόγο, μπορεί να ασκήσει κατά του τετιμημένου αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, και μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 1788 ΑΚ διετούς προθεσμίας  και μέχρι του χρόνου παραγραφής της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 768/1988, ΑΠ 244/2000, ΕφΠατρων 407/2003, ΠολΠρΧανιων 142/2005), με σκοπό την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του. Στην περίπτωση αυτή την ύπαρξη, ή την αλήθεια, του λόγου της αποκλήρωσης οφείλει να αποδείξει ο εναγόμενος, γιατί εκείνος ωφελείται από την διαθήκη, που περιέχει την διάταξη για την αποκλήρωση (ΕφΑθ 4000/2008, ΕφΑθ 97/2000).

1) Σύμφωνα με το ν.δ. 2573/1953 και τις κατ εξουσιοδότηση Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμό Φ.91400/2961/2001 και Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με  άρθρο 282 του ν. 3852/2010, ο δήμαρχος στον δήμο του οποίου είναι γραμμένο το παιδί, που είναι αγνώστων γονέων, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, δίνει το επώνυμο πατέρα και επώνυμο μητέρας.

2) Η απόφαση του δημάρχου δημοσιεύεται με τοιχοκόλλη­ση επί (8) πλήρεις ημέρες στο συνηθισμένο τόπο δη­μοσιεύσεων του δημαρχιακού καταστήματος, όπου διαμένει το παιδί.

3) Μέσα στην οκταήμερη προθεσμία, όποιος τυχόν φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνο το επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας, που δόθηκε στο παιδί, δι­καιούται να υποβάλει ένσταση στον δήμαρχο, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να φέρει το πρόσωπο αυτό το ίδιο με το δικό του επώνυμο, ως επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας.

4) Μετά την πάροδο άπρακτης της οκταήμερης προθε­σμίας, ή σε περίπτωση απόρριψης των ενστάσεων που τυ­χόν υποβλήθηκαν, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτη­ση. Με την ίδια απόφαση, ο Περιφερειάρχης αποφαίνεται συγ­χρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υπο­βληθεί κατά της αιτούμενης πρόσληψης, επωνύμου πα­τέρα, ή μητέρας.

5) Η αιτιολογημένη απόφαση αποδοχής του αιτήματος πρόσληψης επωνύμου κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων για την προσθήκη σε αυτά των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση συμπληρωματικών στοιχείων, στην εισαγγελία, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και σε αυτόν, που με αίτησή του ζήτησε την προ­σθήκη των ανωτέρω στοιχείων.

6) Σε κάθε περίπτωση επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

1) Σύμφωνα με το ν.δ. 2573/1953 και τις κατ εξουσιοδότηση Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμό Φ.91400/2961/2001 και Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με  άρθρο 282 του ν. 3852/2010, ο δήμαρχος στον δήμο του οποίου είναι γραμμένο το παιδί,  που έχει γεννη­θεί χωρίς γάμο των γονέων του, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, ή αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα αυτού, δίνει το επώνυμο πατέρα και επώνυμο μητέρας.

2) Η απόφαση του δημάρχου δημοσιεύεται με τοιχοκόλλη­ση επί (8) πλήρεις ημέρες στο συνηθισμένο τόπο δη­μοσιεύσεων του δημαρχιακού καταστήματος, όπου διαμένει το παιδί.

3) Μέσα στην οκταήμερη προθεσμία, όποιος τυχόν φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνο το επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας, που δόθηκε στο τέκνο, δι­καιούται να υποβάλει ένσταση στον δήμαρχο, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να φέρει το πρόσωπο αυτό το ίδιο με το δικό του επώνυμο, ως επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας.

4) Μετά την πάροδο άπρακτης της οκταήμερης προθε­σμίας, ή σε περίπτωση απόρριψης των ενστάσεων που τυ­χόν υποβλήθηκαν, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτη­ση. Με την ίδια απόφαση, ο Περιφερειάρχης αποφαίνεται συγ­χρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υπο­βληθεί κατά της αιτούμενης πρόσληψης, επωνύμου πα­τέρα, ή μητέρας.

5) Η αιτιολογημένη απόφαση αποδοχής του αιτήματος πρόσληψης επωνύμου κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων για την προσθήκη σε αυτά των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση συμπληρωματικών στοιχείων, στην εισαγγελία, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και σε αυτόν, που με αίτησή του ζήτησε την προ­σθήκη των ανωτέρω στοιχείων.

6) Σε κάθε περίπτωση επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του ν. 4674/2020, η διάταξη του άρθρου 1505 ΑΚ δεν εμποδίζει την μεταβολή του επωνύμου του τέκνου κατ’ εφαρμογή της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπεται στο ν.δ. 2573/1953, εφ όσον συντρέχουν σοβαροί επιγενόμενοι λόγοι που δικαιολογούν την μεταβολή αυτή.

Β. Επομένως, εφαρμόζοντας την διαδικασία του ειδικού διοικητικού ν.δ. 2573/1953, και τις κατ εξουσιοδότηση Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμό Φ. 91400/2961/2001 και Φ. 42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με  άρθρο 282 του ν. 3852/2010, ο δήμαρχος στον δήμο του οποίου είναι γραμμένο το παιδί, οφείλει σε κάθε περίπτωση να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών την μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά την απόφασή του.

Γ. Με βάση τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται η μεταβολή του επωνύμου του τέκνου, με την αντικατάσταση του αρχικού επωνύμου με το επώνυμο του άλλου γονέα, ή με την προσθήκη του επωνύμου και του άλλου γονέα, κατόπιν αιτήσεως του ιδίου του τέκνου, ή, εάν είναι ανήλικο των γονέων του ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και εκπροσωπούντων αυτό, εφ όσον συντρέχουν σοβαροί επιγενόμενοι λόγοι που δικαιολογούν την μεταβολή (ΣτΕ  530/2018, ΣτΕ 338/2021).

Δ. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 4674/2020, που αντικατέστησε το άρθρο 13 του ν. 344/1976

α) Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, προφανώς εκ παραδρομής, μπορούν να διορθωθούν απ ευθείας από τον αρμόδιο ληξίαρχο (δεν απαιτείται άδεια Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ή Ειρηνοδίκη) μετά από προηγούμενη από αυτόν έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομο συμφέρον.

β) Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, μη αφορώντα στον τόπο, ημέρα, μήνα, έτος και ώρα τέλεσής τους, εφ όσον δεν αποδίδονται σε δόλο των συμπραξάντων την πράξη, δύνανται να διορθωθούν μετά από άδεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελέας του Ειρηνοδίκη, η οποία παρέχεται μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αίτησης παντός έχοντος έννομο συμφέρον.

γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση για την διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1388 ΑΚ, με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων. Στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί, εφόσον σ' αυτό συμφωνεί και ο άλλος, να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου, ή να το προσθέτει στο δικό του. Με συμφωνία των συζύγων ο καθένας από αυτούς μπορεί να προσθέτει στο επώνυμό του το επώνυμο του άλλου.

Α. Ως έχει στο συγκεκριμένο άρθρο δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αν μπορεί να αλλάξει μετά τον γάμο ο/η σύζυγος το επώνυμό του και να προσλάβει αποκλειστικά το επώνυμο του συζύγου.

Β. Προκύπτει, όμως, έμμεσα ότι δύναται προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ΄ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, κατόπιν αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο/η ενδιαφερόμενος  σύζυγος για την αλλαγή του επωνύμου του, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή, όπου κύριος λόγος της δικαιολόγησης της μεταβολής πρέπει να είναι ότι, το επώνυμό του είναι, α) κακόηχο β) προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό, δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετο προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

Γ. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

1) Σύμφωνα με το άρθρο 1388 ΑΚ, με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων. Στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί, εφόσον σ' αυτό συμφωνεί και ο άλλος, να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου, ή να το προσθέτει στο δικό του. Με συμφωνία των συζύγων ο καθένας από αυτούς μπορεί να προσθέτει στο επώνυμό του το επώνυμο του άλλου.

2) Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.

3) Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε.

4) Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο, ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

5) Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση γάμου με υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ήταν εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.

6) Δεν παρέχεται η ανωτέρω δυνατότητα στον υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου το επώνυμο των συζύγων ρυθμίστηκε από αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 14 ΑΚ, που ορίζει ότι οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας την διατηρεί, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Σύμφωνα με την  διάταξη του άρθρου 56 παρ. 1 του ν. 1329/1983, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 15 του ιδίου νόμου, καταργήθηκε ο θεσμός της προίκας και οι προίκες, που συστήθηκαν κατά τις διατάξεις των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 του τότε ισχύοντος ΑΚ και δόθηκαν στον άνδρα κατά κυριότητα και σώζονται στην περιουσία του, θεωρούνται αυτοδικαίως αποδοθείσες στη γυναίκα, η οποία αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα, της απόδοσης μη υποκειμένης σε καμία φορολογία, ή τέλος (ΑΠ 1753 / 2012).  

Σύμφωνα με το άρθρο 1813 ΑΚ « Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ' αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1825 ΑΚ «Οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Ο μεριδούχος κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος».  

Α. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1827, 1829, 1830, 1871 και 1872 ΑΚ προκύπτει ότι η νόμιμη μοίρα αναγκαίου κληρονόμου, (δηλαδή κατιόντος, γονέα και συζύγου) του κληρονομουμένου, συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, κατά το ποσοστό που αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, έχων εμπράγματο δικαίωμα επί της  κληρονομίας. Αν ο κληρονομούμενος, με διαθήκη,  προσέβαλε την νόμιμο μοίρα, η πράξη αυτή είναι άκυρος αφ' εαυτή κατά το μέρος που προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας και δεν χρήζει προσβολής, ο δε  μεριδούχος προς προστασία του μετέρχεται, ως και κάθε άλλος κληρονόμος, την περί κλήρου αγωγή, στρεφομένη κατά των νεμομένων τα αντικείμενα της κληρονομίας και δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τούτων κατά το ανήκον σε αυτόν ποσοστό.

Β. Από δε τον συνδυασμό και των διατάξεων των άρθρων , 1710, 1712, 1831 και 1832 ΑΚ καθώς και της 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο μεριδούχος, ενάγων τον συγκληρονόμο του, προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση του ανήκοντος σε αυτόν μέρους της κληρονομίας, οφείλει να ισχυρισθεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομούμενου, το κληρονομικό δικαίωμα, ήτοι την συνδέουσα αυτόν μετά του κληρονομουμένου συγγενική σχέση, στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομία ως μεριδούχου, τα περιουσιακά στοιχεία και την αποτίμηση τους σε χρήμα και δη το είδος, την έκταση του καθενός και την ιδιότητα τους ως κληρονομιαίων, την υπό του εναγομένου κατοχή και κατακράτηση αυτών ως κληρονόμου του διαθέτη και την κατά τους νόμιμους τύπους σύσταση διαθήκης, με την οποία προσβλήθηκε η νόμιμη μοίρα του.

Γ. Κατά το άρθρο 1832 παρ. 1 ΑΚ, η αξία της κληρονομίας, εφ όσον είναι αναγκαία, βρίσκεται «με εκτίμηση». Εξεύρεση της αξίας της κληρονομίας «με εκτίμηση» σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομίας δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση. Για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία, που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτόν στην κληρονομία, στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά, είτε με άλλο τρόπο, και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ηθικό καθήκον. Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου.

Δ. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου, α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κατιόντος, ε) από το ποσό της νόμιμης μοίρας αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε καταλογισμό και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του κατιόντος και παρανομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο ενάγων μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, αλλά ύστερα από αφαίρεση της αξίας των κληρονομιαίων εκείνων στοιχείων, με τα οποία ο ενάγων και οι άλλοι μεριδούχοι συγκληρονόμοι του λαμβάνουν κληρονομικό μερίδιο που δεν υπερβαίνει την νόμιμη μοίρα τους. Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος, επιπλέον αυτών που τυχόν του έχουν καταλειφθεί, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας, για να λάβει έτσι την νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 854/2007, ΑΠ 1176/2002, ΕφΑθ 4181/2008, ΑΠ 207/2008, ΑΠ 854/2007).

Ε. Στην περίπτωση που ουδέν καταλείπεται στον μεριδούχο, δεν γίνεται, εφ όσον δεν προβάλλονται χρέη και δαπάνες κηδείας και απογραφής της κληρονομίας, αποτίμησή της και ως εκ τούτου δεν έχουν θέση τα περί υπολογισμού της νόμιμης  μοίρας της, κατά τα άρθρα 1831, 1833 και 1834 ΑΚ, εξευρισκόμενης αυξημένης πλασματικής κληρονομικής ομάδας, γιατί στις περιπτώσεις αυτές ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό εξ εκάστου υπαρκτού κληρονομιαίου στοιχείου.

1) Σύμφωνα με το άρθρο 1458 και 1464 ΑΚ, ως ισχύει, παρένθετη μητρότητα θεωρείται η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ίδια, με σκοπό την μητρότητα, όπου μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται ότι είναι η γυναίκα που έδωσε τα γονιμοποιημένα ωάριά της, κατόπιν δικαστικής άδειας.

2) Η δικαστική άδεια παρέχεται, πριν από την μεταφορά των γονιμοποιημένων ωαρίων στην παρένθετη μητέρα, ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο, εφ όσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, εν όψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. 

3) Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προηγηθεί έγγραφη, χωρίς αντάλλαγμα, συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη.

4) Δεν συνιστά αντάλλαγμα, α) η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία και β) κάθε θετική ζημία της κυοφόρου, εξ αιτίας αποχής από την εργασία της, καθώς και οι αμοιβές για εξαρτημένη εργασία, τις οποίες στερήθηκε λόγω απουσίας, με σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία. Το ύψος των καλυπτόμενων δαπανών και αποζημιώσεων καθορίζεται με απόφαση της αρμόδιας Αρχής.

5) Σύμφωνα με το άρθρο 13 ν. 3305/2005, τόσο τα προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο, όσο και η γυναίκα που πρόκειται να κυοφορήσει, υποβάλλονται στις ιατρικές εξετάσεις και σε ενδελεχή ψυχολογική αξιολόγηση.

6) Σύμφωνα με το άρθρο 44 ν. 3996/2011, η τεκμαιρόμενη μητέρα έχει την ίδια προστασία μητρότητας με την κυοφόρο γυναίκα. 

7) Αρμόδιο δικαστήριο για την χορήγηση της άδειας είναι το  Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή της η αιτούσα, ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια.

8) Το τεκμήριο μητρότητας ανατρέπεται (ΑΚ 1464) με αγωγή προσβολής της μητρότητας που ασκείται μέσα σε προθεσμία (6) μηνών από τον τοκετό, είτε από την τεκμαιρόμενη μητέρα, είτε από την κυοφόρο γυναίκα, εφ όσον αποδειχθεί ότι το τέκνο κατάγεται βιολογικά από την τελευταία. Η προσβολή γίνεται από τη δικαιούμενη γυναίκα αυτοπροσώπως, ή από ειδικό πληρεξούσιό της, ή ύστερα από άδεια του δικαστηρίου από τον νόμιμο αντιπρόσωπό της. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή το τέκνο έχει αναδρομικά από τη γέννησή του μητέρα την γυναίκα που το κυοφόρησε.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.

Κατά συνέπεια ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιονδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, (ή και οι απώτεροι ανιόντες του (παππούδες, γιαγιάδες)) διατηρούν το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο, αποκλεισμός δε, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους.  

Α. Αστικές Κυρώσεις

1) Σύμφωνα με την διάταξη άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί, με αίτημα του αιτούντος, να απειλήσει με χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα έτος εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947. Σύμφωνα δε με το άρθρο 947 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση, δικάζοντας  σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ.

2) Κατά συνέπεια, η δικαστική απόφαση, η οποία ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα (απώτερου ανιόντα) και τέκνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει την δυνητική ευχέρεια, κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 ΚΠολΔ, εφ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να απειλήσει κατά του άλλου γονέα για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους όρους που τέθηκαν, προσωπική κράτηση, ή χρηματική ποινή.

3) Για να εκτελεστεί, όμως, η απόφαση επιβολής προσωπικής κράτησης, ή χρηματικής ποινής, κατά του γονέα που παρεμποδίσει την επικοινωνία, απαιτείται σε δεύτερο στάδιο έκδοση νέας  δικαστικής απόφασης. Με την νέα αυτή απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

4) Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης στο δεύτερο στάδιο με την νέα απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά ότι επιδόθηκε η πρώτη απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοση της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου, από απόγραφο και επιταγής.

5) Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του καθ ου η εκτέλεση, είτε με πλειστηριασμό, που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

6) Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά το χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Β. Ποινικές κυρώσεις

Πέραν των ανωτέρω κυρώσεων σε βάρος αυτού που παρεμποδίζει την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο, κυρώσεις σε βάρος του προβλέπονται και από το άρθρο  169Α ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, κατά αυτού που δεν συμμορφώνεται σε προσωρινή διαταγή, ή διάταξη δικαστικής, ή εισαγγελικής, απόφασης, σχετική με την επικοινωνία με το τέκνο, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη, ή χρηματική ποινή.

Γ. Άλλες συνέπειες

1) Επειδή η αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της επικοινωνίας συνιστά καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδιζόμενου γονέα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Για να γεννηθεί, όμως, αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να αντίκειται σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, ανεξαρτήτως του δικαίου που βρίσκεται η απαγόρευση αυτή, χωρίς να απαιτείται και η ύπαρξη πταίσματος σ' αυτόν που προσβάλλει, αρκεί μόνον η αντικειμενική παρανομία (ΜονΠρΘεσ 8513/2018, ΠΠρΑθ 124/2021)

2) Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αξιωθεί σε βάρος του παρεμποδίζοντος την επικοινωνία, α) αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, β)  αξίωση για αποζημίωση κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, γ) αξίωση για ικανοποίηση ηθικής βλάβης.

Για την επιστροφή παιδιών νεότερων των 16 ετών, που μετακινήθηκαν, ή κατακρατήθηκαν, παράνομα, προς και από την Ελλάδα, εφαρμογή έχει η Διεθνής Σύμβαση για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιού, που υπογράφηκε στη Χάγη την 25-10-1980 και έχει κυρωθεί με τον ν. 2102/ 1992, της σύμβασης κυρωθείσας από 92 κράτη συνολικά, μεταξύ των οποίων όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έτσι, αν ο γονέας πήρε το παιδί, νεότερο των 16 ετών, μαζί του σε άλλη χώρα, ή το έφερε στην Ελλάδα, χωρίς την συγκατάθεση του άλλου γονέα, ακόμη κι αν έχει την πλήρη επιμέλεια του παιδιού, ή παραβιάζοντας δικαστική απόφαση, η πράξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως απαγωγή. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να κινηθεί δικαστική διαδικασία για την επιστροφή του παιδιού, μέσω των αρμοδίων αρχών, οι οποίες υποχρεούνται να βοηθήσουν τον άλλον γονέα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες. Εάν η υπόθεση πληροί τις παρακάτω νομικές προϋποθέσεις, το δικαστήριο της χώρας, στην οποία μεταφέρθηκε το παιδί, θα αποφασίσει αν το παιδί πρέπει να επιστρέψει.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της διεθνούς αυτής σύμβασης, οι δικαστικές (ή διοικητικές) αρχές των συμβαλλομένων κρατών οφείλουν να εφαρμόζουν τις διαδικασίες επείγοντος χαρακτήρα για την επιστροφή του παιδιού. Οι διαδικασίες αυτές κινούνται από την προβλεπόμενη από την σύμβαση κεντρική Αρχή η οποία, προκειμένου για την Ελλάδα, είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενεργώντας με τα κατά τόπους αρμόδια γραφεία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Β. Η σύμβαση, έχει ως σκοπό, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο άρθρο 1 στοιχ. α' αυτής, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη. Ως παράνομες, κατά το άρθρο 3 της σύμβασης αυτής, θεωρούνται η μετακίνηση, ή η παρακράτηση, παιδιού, ηλικίας μέχρι 16 ετών (άρθρα 4), εφ όσον, α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο, κατά το άρθρο 5 στοιχ. α', περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του και το οποίο είναι αναγνωρισμένο, είτε από το νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε την συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση, ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείται πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης, ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Γ. Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 της συμβάσεως, εφ όσον το παιδί μετακινήθηκε ή παρακρατήθηκε παράνομα, κατά την έννοια του άρθρου 3 και από την μετακίνηση του, ή παρακράτηση του, μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους που βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιβληθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η άμεση επιστροφή πρέπει να διατάσσεται και μετά την πάροδο ενός έτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοσθεί στο νέο του περιβάλλον.

Δ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 της σύμβασης, παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, η δικαστική, ή διοικητική, αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφ όσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του, αποδεικνύει, α) ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού, δεν ασκούσε ουσιαστικώς το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης, ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτή, ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων, ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση.

Ε. Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στη επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.

ΣΤ. Οι διατάξεις αυτές, που επιτρέπουν την άρνηση της επιστροφής του παιδιού, εφαρμόζονται, είτε έχει παρέλθει έτος από την ημέρα της μετακίνησης, ή κατακράτησης, έως την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, είτε δεν είχε συμπληρωθεί ακόμη έτος, μετά τη συμπλήρωση του οποίου, έως την υποβολή της αιτήσεως, αρκεί για να μη διαταχθεί η επιστροφή του παιδιού να αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοσθεί στο νέο του περιβάλλον (ΑΠ 63/2001, ΑΠ 916/2010, ΑΠ 1030/2017, ΑΠ  434/2020).

Ζ. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, είτε του τόπου όπου βρέθηκε το παιδί μετά την απαγωγή, είτε της κατοικίας ή διαμονής του απαγωγέα, και δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ. Η αίτηση, για παιδί που έχει κατακρατηθεί παράνομα στην Ελλάδα από τον γονέα του, κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας του άλλου γονέα, υποβάλλεται για λογαριασμό του ενδιαφερομένου από το Ελληνικό Δημόσιο, που ενεργεί δια του αρμοδίου δικαστικού γραφείου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως κεντρική αρχή. Η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως τέμνει οριστικά τη διαφορά της παράνομης διεθνούς απαγωγής παιδιού, η οποία διαχωρίζεται και διακρίνεται για την αυτοτέλειά της από την αντίστοιχη διαφορά σε σχέση με την επιμέλεια του παιδιού (άρθρα 16 και 17 της διεθνούς αυτής σύμβασης), και δεν διατάσσει απλώς κάποιο ασφαλιστικό μέτρο, ή κάποιο μέτρο ρυθμιστικό της κατάστασης.

Η. Η απόφαση υπόκειται σε έφεση, κατά το γενικό κανόνα που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 511 ΚΠολΔ, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση να έχει έδαφος εφαρμογής η διάταξη των άρθρων 669 ΚΠολΔ, η οποία απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων μόνο κατά αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση τέτοιων μέτρων.

Ως αρπαγή ανηλίκου θεωρείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο διαμονής του, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός που ασκεί πραγματικά την επιμέλεια του ανηλίκου, να αποστερείται την δυνατότητα ανατροφής και επίβλεψής του.

Α. Το διάστημα της απομάκρυνσης δεν πρέπει να είναι εντελώς παροδικό, αλλά πρέπει να επηρεάζει την άσκηση της επιμέλειας, πράγμα που κρίνεται από τις ειδικές περιστάσεις, όπως ηλικία, υγεία του τέκνου κ.λ.π. Η βραχυχρόνια απομάκρυνση του ανηλίκου, χωρίς κίνδυνο της υγείας, ή της ηθικής του, μπορεί να θεωρηθεί απλή παρενόχληση / διατάραξη της επιμέλειας και όχι στέρησή της. Εν τούτοις, δεν αποκλείεται να συνιστά αρπαγή μια ολιγόωρη και κατά τούτο προσωρινή απομάκρυνση, εφ όσον συντρέχουν συγκεκριμένες περιστάσεις, που προσδίδουν βαρύτητα στην μικρής χρονικής διάρκειας αφαίρεση του ανηλίκου.
Β. Σύμφωνα με τον νόμο, άρθρο 324 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. Αν ο ανήλικος από τη στέρηση της επιμέλειας διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βαριάς βλάβης της υγείας του, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη, εκτός εάν η πράξη τελέστηκε από ανιόντα, οπότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος.

Γ. Για την θεμελίωση του εγκλήματος αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή, η γνώση της ανηλικότητας και ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια, ή σε τέτοια σχέση, που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, καθώς και στη θέληση αφαίρεσης του ανηλίκου από την επιμέλεια του δικαιουμένου προσώπου.

Δ. Όταν δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, που να αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στον γονέα με τον οποίο διαμένει και από τον οποίο περιθάλπεται, η αφαίρεσή του από τον άλλο γονέα δεν πληροί τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου.

Ε. Είτε, κατόπιν σχετικής αγωγής, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια του άρθρου 592 ΚΠολΔ, είτε κατόπιν αίτησης περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ προς ενέργεια, παράλειψη, ή ανοχή, ορισμένης πράξης, που εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταδικάζεται ο γονέας, (ή ο τρίτος) που παράνομα κατακρατεί το τέκνο, να το αποδώσει, ή το παραδώσει και σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί του απαγγέλλεται χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

Μετά την λύση του γάμου, ή της συμβίωσης, οι γονείς οφείλουν να  καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων, αναφορικά με την κατανομή της γονικής μέριμνας του τέκνου, της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, τον τόπο κατοικίας/διαμονής του, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένει και την επικοινωνία του με τον άλλο γονέα.

Α. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου»

α) την κατανομή της γονικής μέριμνας   

β) την επιμέλεια του προσώπου του

γ) τον τόπο κατοικίας/διαμονής του

δ) τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένει και

ε) την επικοινωνία του με τον άλλο γονέα.

Η συμφωνία έχει ισχύ για τουλά­χιστον (2) έτη, με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση.

Β. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, δόθηκε η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, όλα τα παραπάνω, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών, με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση.

Γ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

1) Κατανομή της γονικής μέριμνας  

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1513 ΑΚ με το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα του ανηλίκου.

Η γονική μέριμνα, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, περιλαμβάνει α) την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, β) την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και γ) την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, ή δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του, ή την περιουσία του. Μπορούν, όμως, να αποφασίσουν διαφορετικά

Σε περίπτωση κακής άσκησης, το δικαστήριο δύναται, να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, ή/και να διατάξει κάθε πρόσφορο μέ­τρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Αν συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο γονέων κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου, ή ακόμα και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο, ή και να διορίσει επίτροπο.

2) Επιμέλεια του τέκνου

Σύμφωνα με το άρθρο  1518 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 4800/2021, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει, α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

Αν δεν υπάρχει ισχύουσα συμφωνία, η επικοινωνία ρυθμίζεται από το Δικαστήριο. Δεν προηγείται διαμεσολάβηση.

α) Ενημέρωση άλλου γονέα – Δικαίωμα πληροφόρησης

Από τις διατάξεις του ν. 4800/2021 (άρθρο 1519 ΑΚ) προκύπτει ότι, ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και ανεξάρτητα του πως έχει κατανεμηθεί αυτή, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, οφείλει, πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση, να ενημερώνει προηγούμενα τον άλλο γονέα, ώστε η απόφαση να ληφθεί από κοινού.  

Παράλληλα ο γονέας, ο οποίος δεν ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει πάντα το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληρο­φορίες για το πρόσωπο του τέκνου και την περιουσία του.

β) Λήψη απόφασης σε σημαντικά ζητήματα

Σε σημαντικά  ζητήματα, που αφορούν το τέκνο, είναι υποχρεωτική η από κοινού λήψη απόφασης (άρθρο 1519 ΑΚ). Ως σημαντικά ζητήματα θεωρούνται, α) η ονοματοδοσία του τέκνου, β) το θρήσκευμα του τέκνου, γ) τα ζη­τήματα της υγείας του, που δεν είναι επείγοντα και εντε­λώς τρέχοντα, δ) τα ζητήματα εκπαίδευσης, που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του.

γ) Λήψη απόφασης σε μη σημαντικά ζητήματα  

Σε κάθε άλλη περίπτωση ο έχων την επιμέλεια του τέκνου, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, μπορεί να επιχειρεί και μόνος του πράξεις που δεν αφορούν τα παραπάνω «σημαντικά ζητήματα, με προηγούμενη, όμως, ενημέρωση του άλλου γονέα», όπως, α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας, β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου, γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, δ) πράξεις επί της υγείας του τέκνου που είναι επείγουσες και τα εντελώς τρέχουσες, ε) πρόκειται για την λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του γονέα να μην ενημερώνει προηγούμενα τον άλλον γονέα, αντιμετωπίζεται µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλειας.

3) Επικοινωνία με τον άλλο γονέα

Σύμφωνα με το άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση.

α) Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμέ­νει, τεκμαίρεται (μαχητά) στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοι­νωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγα­λύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης, ή στο συμφέρον του τέκνου, εφ όσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθη­μερινότητα του τέκνου.

β) Επειδή το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, που καθιερώνει την άσκηση της γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου» και εισάγει την υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου, ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα μπορεί να φθάσει στο 1/2 του χρόνου σε ετήσια, μηνιαία, ή και  24ωρη επικοινωνία.

γ) Εφ όσον οι γονείς διαφωνούν, η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, ζητά και συνεκτιμά την γνώμη του τέκνου.

δ) Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων. Θεωρείται αυτονόητο ότι, ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας προϋποθέτει την εξάντληση κάθε προσπάθειας υποβολής του δικαιώματος σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους, ενώ ο διαρκής αποκλεισμός δύναται να επιβληθεί, µόνο όταν άλλα, χρονικώς περιορισμένα μέτρα, δεν επαρκούν.

ε) Πλήρης αποκλεισμός της επικοινωνίας του τέκνου µε τον γονέα του επιβάλλεται στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, σε συνδυασμό με την διάταξη του αντικαστασταθέντος  με τον ν 4800/2021 άρθρου 1532 ΑΚ, όταν ο γονέας καταδικασθεί με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Δεν απαγορεύεται προσωρινά (με ασφαλιστικά μέτρα) να διαταχθεί η απαγόρευση επικοινωνίας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

στ) Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λό­γος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενεια­κής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου.

4) Μεταβολή τόπου διαμονής τέκνου

Η μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαγορεύεται, χωρίς προηγού­μενη έγγραφη συμφωνία των γονέων. Σε διαφωνία των γονέων αποφασίζει το δικαστήριο, το οποίο είναι ελεύθερο να αποφασίσει κάθε πρόσφορο μέτρο. 

Με τον νόμο 4800/2021 επήλθαν σημαντικές αλλαγές στην επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου.

Η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου δεν πρέπει να συγχέεται με την γονική μέριμνα του ανηλίκου. Σύμφωνα με το άρθρο  1518 ΑΚ, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου περιλαμβάνει α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ η γονική μέριμνα περιλαμβάνει α) την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, β) την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και γ) την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, ή δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του, ή την περιουσία του.

Α. Συναινετική ρύθμιση της επιμέλειας

α) Από την διάταξη του άρθρου  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1512 ΑΚ, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα. Κατά την άσκηση της επιμέλειας οφείλουν να  καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.

β) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

γ)  Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Β. Δικαστική ρύθμιση της επιμέλειας

Αν δεν υπάρχει ισχύουσα συμφωνία, η επικοινωνία ρυθμίζεται από το Δικαστήριο. Δεν προηγείται διαμεσολάβηση.

Γ. Ενημέρωση άλλου γονέα – Δικαίωμα πληροφόρησης

α) Από τις διατάξεις του ν. 4800/2021 (άρθρο 1519 ΑΚ) προκύπτει ότι, ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και ανεξάρτητα του πως έχει κατανεμηθεί αυτή, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, οφείλει, πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση, να ενημερώνει προηγούμενα τον άλλο γονέα, ώστε η απόφαση να ληφθεί από κοινού.  

β) Παράλληλα ο γονέας, ο οποίος δεν ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει πάντα το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληρο­φορίες για το πρόσωπο του τέκνου και την περιουσία του.

Δ. Λήψη απόφασης σε σημαντικά ζητήματα, από κοινού

Η λήψη από κοινού απόφασης είναι υποχρεωτική για λήψη αποφάσεων σε σημαντικά  ζητήματα, που αφορούν το τέκνο (άρθρο 1519 ΑΚ).

Ως σημαντικά ζητήματα θεωρούνται  

α) η ονοματοδοσία του τέκνου,

β) το θρήσκευμα του τέκνου,

γ) τα ζη­τήματα της υγείας του, που δεν είναι επείγοντα και εντε­λώς τρέχοντα, 

δ) τα ζητήματα εκπαίδευσης, που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του.

Ε. Λήψη απόφασης σε μη σημαντικά ζητήματα  

Σε κάθε άλλη περίπτωση ο έχων την επιμέλεια του τέκνου, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, μπορεί να επιχειρεί και μόνος του πράξεις που δεν αφορούν τα παραπάνω «σημαντικά ζητήματα, με προηγούμενη, όμως, ενημέρωση του άλλου γονέα», όπως

α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας 

β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου,

γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα,

δ) πράξεις επί της υγείας του τέκνου που είναι επείγουσες και τα εντελώς τρέχουσες.

ε) πρόκειται για την λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

ΣΤ. Σημειώνεται ότι επειδή η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε το άρθρο 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο, δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο.

Ζ. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του γονέα να μην ενημερώνει προηγούμενα τον άλλον γονέα, μπορεί να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλειας.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του.

Α. Συναινετική ρύθμιση επικοινωνίας

Οι γονείς, με έγγραφη συμφωνία, μπορούν να ρυθμίσουν συναινετικά τα σχετικά με την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, λαμβάνοντας υπ όψιν το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου».

α) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

β). Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Β. Προσφυγή στο δικαστήριο

Εφ όσον οι γονείς διαφωνούν, η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Ο δικαστής προκειμένου να ρυθμίσει το θέμα υποχρεώνεται από τον νόμο να κινηθεί στα παρακάτω νομικά πλαίσια.

Γ. Χρόνος επικοινωνίας με το τέκνο

Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμέ­νει, τεκμαίρεται (μαχητά) στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοι­νωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγα­λύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης, ή στο συμφέρον του τέκνου, εφ όσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθη­μερινότητα του τέκνου.

α) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει την βάση υπολογισμού του 1/3, αν δηλαδή αναφέρεται σε έτος, μήνα, ή 24ωρο. Δεν αποσαφηνίζει πώς θα προσδιορισθεί ο συνολικός ετήσιος, μηνιαίος, ή 24ωρος χρόνος επικοινωνίας, δεδομένου ότι στο δικαίωμα επικοινωνίας «περιλαμβάνεται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του γονέα µε το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του».

β) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει, αν το τεκμήριο του 1/3 θα εφαρμόζεται και επί του χρόνου των υποχρεωτικών δραστηριοτήτων του τέκνου, όσον αφορά την σχολική του εκπαίδευση, ή επί του χρόνου ανάπαυσής του, και θα καταλαμβάνει και αυτές, γεγονός που θα μεταβάλλει ουσιωδώς το αποτέλεσμα του υπολογισμού του χρόνου ο οποίος αντιστοιχεί στο δικαίωμα επικοινωνίας.

γ) Επειδή το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, που καθιερώνει την άσκηση της γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου» και εισάγει την υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου, ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα μπορεί να φθάσει στο 1/2 του χρόνου σε ετήσια, μηνιαία, ή και  24ωρη επικοινωνία.

Δ. Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας

Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.

α) Με την ρύθμιση, το δικαίωμα επικοινωνίας υπόκειται σε περιορισμούς, εφ όσον αυτοί είναι αναγκαίοι για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου. Οι περιορισμοί μπορεί να αναφέρονται στον τόπο, ή τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά την διάρκειά της, ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία µε ιδιαίτερο τρόπο λόγω ειδικών περιστάσεων. 

β) Η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το γονέα που δεν έχει μαζί του το τέκνο, ούτε και να περιορισθεί, παρά µόνο στο μέτρο, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο και ιδίως όταν υφίστανται εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις, ή η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας γίνεται µε τρόπο καταχρηστικό.

γ) Θεωρείται αυτονόητο ότι, ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας προϋποθέτει την εξάντληση κάθε προσπάθειας υποβολής του δικαιώματος σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους, ενώ ο διαρκής αποκλεισμός δύναται να επιβληθεί, µόνο όταν άλλα, χρονικώς περιορισμένα μέτρα, δεν επαρκούν.

δ) Τόσο για τον πλήρη αποκλεισμό, όσο και για τον περιορισμό της επικοινωνίας του τέκνου µε τον γονέα, ή τους απώτερους ανιόντες του, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν αυτό είναι αναγκαίο για το συμφέρον του τέκνου και όχι για το συμφέρον του γονέα, ή τρίτου, που έχει την επιμέλειά του και μόνο σε εξαιρετικά οριακές περιπτώσεις, όταν η ίδια η επικοινωνία είναι τραυματική για το παιδί.

Ε. Περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας

Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης), σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3500/2006, σε συνδυασμό με την διάταξη του (νέου) άρθρου 1532 ΑΚ (άρθρο 14 ν. 4800/2021), ο δικαστής δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο ενδοοικογενειακής βίας γονέα το δικαίωμα επικοινωνίας του με το τέκνο (ολικά ή μερικά) καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

Επειδή η ρύθμιση προβλέπει έκδοση οριστι­κής δικαστικής απόφασης, δεν απαγορεύεται προσωρινά (με ασφαλιστικά μέτρα) να διαταχθεί η απαγόρευση επικοινωνίας, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΣΤ. Μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας

Όταν συντρέχει περίπτω­ση κακής, ή καταχρηστικής, άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας, ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας.

Ζ. Τελική διάταξη  

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021

Σύμφωνα με το άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων, ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα.

Α. Λόγοι αφαίρεσης της γονικής μέριμνας

Από τον συνδυασμό των (νέων) άρθρων 1514 και 1532 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν από τον ν. 4800/2021, προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να αφαιρέσει την γονική μέριμνα από τον ένα γονέα και να την αναθέσει στον άλλο.

1. Όταν ο γονέας αυτός(άρθρο 1514 παρ. 2 και 3 ΑΚ).   

α) Αδιαφορεί στην άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) Δεν συμπράττει με τον άλλο γονέα στην άσκησή της,

γ) Δεν τηρεί τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση, ή τον τρόπο άσκησης, της γονικής μέ­ριμνας, 

δ) Όταν η συμφωνία για την άσκηση της γονικής μέ­ριμνας είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου

ε) Όταν η γονική μέριμνα να ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

2. Όταν υφίσταται κακή άσκηση της γονικής μέριμνας (άρθρο 1532 εδ. 2 και 3 ΑΚ), δηλαδή.

α) Υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και δια­τάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο, ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) Διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ) Υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων, ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ) Κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε) Αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει την διατροφή που επιδι­κάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο, ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ) Καταδίκη του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήµατα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 και στα άρθρα 312, 330 και 333 ΠΚ.

Β. Υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση»

Βασική προϋπόθεση, πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, είναι η υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση» (άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ).

Γ. Προσφυγή στο δικαστήριο, αν αποτύχει η διαμεσολάβηση

Αν δεν επιτευχθεί «διαμεσολαβητική συμφωνία» ο ενδιαφερόμενος γονέας οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο.

Δ. Περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας

Σύμφωνα με το άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ (άρθρο 8 ν. 4800/2021), στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης), δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε διαμεσολάβηση.

Ε. Τελικές διατάξεις

α) Οι ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Με τον νόμο 4800/2021 επήλθαν σημαντικές αλλαγές στην άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, ως και της επιμέλειας του προσώπου του.

Η γονική μέριμνα δεν πρέπει να συγχέεται με την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου. Σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ η γονική μέριμνα περιλαμβάνει α) την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, β) την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και γ) την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, ή δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του, ή την περιουσία του. Ενώ η επιμέλεια του προσώπου του περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο  1518 ΑΚ α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του (ΑΠ 317/2015).

1. Άσκηση γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου»

α) Σύμφωνα με το νέο άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα.

β) Προβληματισμό προκαλεί η φράση «εξίσου» στην άσκηση της γονικής μέριμνας,  που είναι άγνωστη νομική έννοια στο οικογενειακό δίκαιο, σε σχέση με την φράση «από κοινού» που σημαίνει «και  από τους δύο γονείς». Σύμφωνα με την επιστημονική έκθεση της Βουλής το «εξίσου» σημαίνει «ισόχρονη» άσκηση της γονικής μέριμνας. Αυτό σημαίνει, σε συνδυασμό και με τις νέες ρυθμίσεις περί της κατοικίας/διαμονής του ανηλίκου και της επικοινωνίας με αυτό, ότι ο νομοθέτης θέλησε (παρά τις πολλές αντιδράσεις κατά την ψήφιση του νόμου) την εισαγωγή της υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου.

γ) Επομένως μετά την διάσπαση της συμβίωσης των γονέων,  η γονική μέριμνα, εκ του νόμου, κατανέμεται ισόχρονα και στους δύο γονείς, με δικαίωμα ισόχρονης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου.

2. Συναινετική ρύθμιση της γονικής μέριμνας

α) Στην περίπτωση που οι γονείς συμφωνούν να κατανείμουν διαφορετικά την άσκηση της γονικής μέριμνας, μπορούν, αφού λάβουν υπ όψιν «το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου» να την ρυθμίσουν διαφορετικά, ιδίως να αναθέσουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, να καθορίσουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

β) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου», την κατανομή της γονικής μέριμνας των τέκνων, ως και την επιμέλεια αυτών, τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

γ) Με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, δίνεται η δυνατότητα στους γονείς μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίζουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέσουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, να καθορίσουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

3. Ρύθμιση της γονικής μέριμνας με προσφυγή σε διαμεσολάβηση

Στην περίπτωση που οι γονείς δεν συμφωνούν στην άσκηση της γονικής μέριμνας, έχουν το δικαίωμα, να προσφύγουν πρώτα, υποχρεωτικά, σε διαμεσολάβηση.

α) Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, σε συνδυασμό και με το (νέο) άρθρο 1512 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 4800/2021, αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, κατά παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, για να αναλάβει αυτός αποκλειστικά την γονική μέριμνα.

β) Η διαφωνία των γονέων πρέπει να εστιάζεται στο γεγονός που ο ένας γονέας, α) αδιαφορεί, ή β) δεν συμπράττει σε αυτήν, ή γ) δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέ­ριμνας, ή δ) αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή ε) αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

γ) Σε προσφυγή σε διαμεσολάβηση, εξαιρείται η περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας.

4. Προσφυγή στο δικαστήριο, αν αποτύχει η διαμεσολάβηση

Αν δεν επιτευχθεί «διαμεσολαβητική συμφωνία», ο ενδιαφερόμενος γονέας προσφεύγει στο δικαστήριο.

Το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γο­νικής μέριμνας, μπορεί ανάλογα με την περίπτωση,

α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας με­ταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ' ιδίαν θέματα, ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο,

β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ή τη λήψη οποιου­δήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου,

γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή από το ειδικό μητρώο οικογενειακών διαμεσολαβητών  (παρ. 3 άρθρου 1514 ΑΚ).

5. Ειδικές διατάξεις

α) Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα (βλ. σχετική ανάρτηση).

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1519 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1512 ΑΚ, ως ισχύουν με την αντικατάστασή των από τον ν. 4800/2021, κατά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τέκνων οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο.

Δεν προηγείται διαμεσολάβηση.

Α. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Β. Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Σύμφωνα με το άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων, ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα. Από τον συνδυασμό των (νέων) άρθρων 1514 και 1532 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν από τον ν. 4800/2021, προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να αφαιρέσει την γονική μέριμνα από τον ένα γονέα και να την αναθέσει στον άλλο.

Α. Όταν ο γονέας αυτός (άρθρο 1514 παρ. 2 και 3).   

α) Αδιαφορεί στην άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) Δεν συμπράττει με τον άλλο γονέα στην άσκησή της,

γ) Δεν τηρεί τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση, ή τον τρόπο άσκησης, της γονικής μέ­ριμνας, 

δ) Όταν η συμφωνία για την άσκηση της γονικής μέ­ριμνας είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου

ε) Όταν η γονική μέριμνα να ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

Β. Όταν υφίσταται κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, δηλαδή, (Άρθρο 1532 εδ. 2 κα 3).  

α) Υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και δια­τάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο, ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) Διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ) Υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων, ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ) Κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε) Αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει την διατροφή που επιδι­κάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο, ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ) Καταδίκη του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήµατα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 και στα άρθρα 312, 330 και 333 ΠΚ.

Γ. Υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση»

Βασική προϋπόθεση, πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, είναι η υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση» (άρθρο 1514 παρ. 2). Αν δεν επιτευχθεί «διαμεσολαβητική συμφωνία» ο ενδιαφερόμενος γονέας οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο.

Δ. Περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας

Σύμφωνα με το άρθρο 1514 παρ. 2, στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε διαμεσολάβηση.

Ε. Τελικές διατάξεις

α) Οι ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

 

Α. Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης), σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3500/2006, σε συνδυασμό με την διάταξη του (νέου) άρθρου 1532 ΑΚ, ο δικαστής δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο ενδοοικογενειακής βίας γονέα το δικαίωμα επικοινωνίας του με το τέκνο ( ολικά ή μερικά) καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

Β. Επειδή η ρύθμιση προβλέπει έκδοση οριστι­κής δικαστικής απόφασης, δεν απαγορεύεται προσωρινά (με ασφαλιστικά μέτρα) να διαταχθεί η απαγόρευση επικοινωνίας, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

Γ. Η ρύθμιση θα εφαρμοστεί από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1532 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 4800/2021, αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέ­λεια του προσώπου του τέκνου, ή την διοίκηση της περι­ουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρη­στικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Α. Κακή άσκηση γονικής μέριμνας

Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν 

α) η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και δια­τάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο, ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ) η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων, ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ) η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε) η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει την διατροφή που επιδι­κάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο, ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ) η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

Η ρύθμιση περιλαμβάνει τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης).

Β. Συνέπειες κακής άσκησης 

Το δικαστήριο δύναται

α) να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, 

β) να διατάξει κάθε πρόσφορο μέ­τρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

γ) αν συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο γονέων κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου, ή ακόμα και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο, ή και να διορίσει επίτροπο.

Γ. α) Βασική προϋπόθεση, πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, είναι η υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση». Αν δεν επιτευχθεί «διαμεσολαβητική συμφωνία» ο ενδιαφερόμενος γονέας οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο.

β) Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1514 ΑΚ, δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε διαμεσολάβηση.

Δ. Ρύθμιση επειγουσών περιπτώσεων

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για την σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει κάθε πρό­σφορο μέτρο για την προστασία του τέκνου, μέχρι την έκδοση της απόφασης του επιληφθέντος δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο αιτών εντός (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά (90) επιπλέον ημέρες.

Ε. Τελική διάταξη  

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Εφ όσον οι γονείς διαφωνούν, η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Ο δικαστής προκειμένου να ρυθμίσει το θέμα υποχρεώνεται από τον νόμο να κινηθεί στα παρακάτω νομικά πλαίσια.

Α. Χρόνος επικοινωνίας με το τέκνο

Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμέ­νει, τεκμαίρεται (μαχητά) στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοι­νωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγα­λύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης, ή στο συμφέρον του τέκνου, εφ όσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθη­μερινότητα του τέκνου.

α) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει την βάση υπολογισμού του 1/3, αν δηλαδή αναφέρεται σε έτος, μήνα, ή 24ωρο. Δεν αποσαφηνίζει πώς θα προσδιορισθεί ο συνολικός ετήσιος, μηνιαίος, ή 24ωρος χρόνος επικοινωνίας, δεδομένου ότι στο δικαίωμα επικοινωνίας «περιλαμβάνεται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του γονέα µε το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του».

β) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει, αν το τεκμήριο του 1/3 θα εφαρμόζεται και επί του χρόνου των υποχρεωτικών δραστηριοτήτων του τέκνου, όσον αφορά την σχολική του εκπαίδευση, ή επί του χρόνου ανάπαυσής του, και θα καταλαμβάνει και αυτές, γεγονός που θα μεταβάλλει ουσιωδώς το αποτέλεσμα του υπολογισμού του χρόνου ο οποίος αντιστοιχεί στο δικαίωμα επικοινωνίας.

γ) Επειδή το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, που καθιερώνει την άσκηση της γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου» και εισάγει την υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου, ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα μπορεί να φθάσει στο 1/2 του χρόνου σε ετήσια, μηνιαία, ή και  24ωρη επικοινωνία.

Β. Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας

Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.

α) Με την ρύθμιση, το δικαίωμα επικοινωνίας υπόκειται σε περιορισμούς, εφ όσον αυτοί είναι αναγκαίοι για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου. Οι περιορισμοί μπορεί να αναφέρονται στον τόπο, ή τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά την διάρκειά της, ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία µε ιδιαίτερο τρόπο λόγω ειδικών περιστάσεων. 

β) Η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το γονέα που δεν έχει μαζί του το τέκνο, ούτε και να περιορισθεί, παρά µόνο στο μέτρο, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο και ιδίως όταν υφίστανται εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις, ή η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας γίνεται µε τρόπο καταχρηστικό.

γ) Θεωρείται αυτονόητο ότι, ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας προϋποθέτει την εξάντληση κάθε προσπάθειας υποβολής του δικαιώματος σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους, ενώ ο διαρκής αποκλεισμός δύναται να επιβληθεί, µόνο όταν άλλα, χρονικώς περιορισμένα μέτρα, δεν επαρκούν.

δ) Τόσο για τον πλήρη αποκλεισμό, όσο και για τον περιορισμό της επικοινωνίας του τέκνου µε τον γονέα, ή τους απώτερους ανιόντες του, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν αυτό είναι αναγκαίο για το συμφέρον του τέκνου και όχι για το συμφέρον του γονέα, ή τρίτου, που έχει την επιμέλειά του και μόνο σε εξαιρετικά οριακές περιπτώσεις, όταν η ίδια η επικοινωνία είναι τραυματική για το παιδί.

Γ. Περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας

Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης), σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3500/2006, σε συνδυασμό με την διάταξη του (νέου) άρθρου 1532 ΑΚ, ο δικαστής δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο ενδοοικογενειακής βίας γονέα το δικαίωμα επικοινωνίας του με το τέκνο (ολικά ή μερικά) καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

Επειδή η ρύθμιση προβλέπει έκδοση οριστι­κής δικαστικής απόφασης, δεν απαγορεύεται προσωρινά (με ασφαλιστικά μέτρα) να διαταχθεί η απαγόρευση επικοινωνίας, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

Δ. Επικοινωνία με ανιόντες, αδελφούς, τρίτους 

Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λό­γος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενεια­κής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου.

Ε. Μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας

Όταν συντρέχει περίπτω­ση κακής, ή καταχρηστικής, άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας, ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας.

ΣΤ. Τελική διάταξη  

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Οι γονείς, με έγγραφη συμφωνία, μπορούν να ρυθμίσουν συναινετικά τα σχετικά με την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, λαμβάνοντας υπ όψιν το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου».

Α. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Β. Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο  56 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 4800/2021, ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα, έχει κατοικία την κατοικία των γονέων του, ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα.

Β. Αν τη γονική μέριμνα ασκούν και οι δύο γονείς, χωρίς να έχουν την ίδια κατοικία, ο ανήλικος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο διαμένει.

Γ. Η επίδοση εγγράφων που αφορούν το τέκνο γίνεται στην κατοικία του γονέα με τον οποίο διαμένει, ή του τρίτου που ασκεί τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, υποχρεώνεται άμεσα να ενημερώσει τον άλλο γονέα σχετικά με την επίδοση και το περιεχόμενο των εγγράφων που το αφορούν.

Δ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ απαγορεύεται η μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, χωρίς προηγού­μενη έγγραφη συμφωνία των γονέων, όταν η μεταβολή επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο. Σε διαφωνία των γονέων αποφασίζει το δικαστήριο, το οποίο είναι ελεύθερο να αποφασίσει κάθε πρόσφορο μέτρο. 

Η ρύθμιση θα εφαρμοστεί από 16/9/2021.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 12 ν. 4800/2021, ο γονέας ο οποίος δεν ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει πάντα το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληρο­φορίες για το πρόσωπο του τέκνου και την περιουσία του.

Β. Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1513 εδ. β ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του νόμου 4800/2021, σε συνδυασμό με το (νέο) άρθρο 1516 παρ. 1 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 4800/2021,  ο γονέας που έχει την επιμέλεια, ή  με τον οποίο διαμένει το τέκνο, πριν επιχειρήσει από μόνος του τις παρακάτω πράξεις επιμέλειας, έχει υποχρέωση να ενημερώσει προηγουμένως τον άλλο γονέα.

Γ. Οι πράξεις που μπορεί να επιχειρήσει ο γονέας αυτός (ο κανόνας είναι ότι αμφότεροι οι γονείς λαμβάνουν τις αποφάσεις που αφορούν το τέκνο από κοινού (άρθρο 1519 ΑΚ)), είναι

α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου,

β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του,

γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα,

δ) πράξεις επί της υγείας του τέκνου που είναι επείγουσες και τα εντελώς τρέχουσες.

ε) πρόκειται για τη λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Δ. Με την ρύθμιση της «προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα» αποφεύγεται δυσλειτουργία στην οικογενειακή ζωή και αδικαιολόγητη περιπλοκή στις σχέσεις µε τρίτους.

Ε. Σημειώνεται ότι επειδή η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε το άρθρο 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο, δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο.

ΣΤ. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του γονέα να μην ενημερώνει προηγούμενα τον άλλον γονέα, μπορεί να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλεια.

Η ρύθμιση θα εφαρμοστεί από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1519 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1512 ΑΚ, κατά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τέκνων οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων και υποχρεούνται να λαμβάνουν από κοινού αποφάσεις σε σημαντικά  ζητήματα, που αφορούν το τέκνο (άρθρο 1519 ΑΚ). Στα μη σημαντικά  ζητήματα, ο έχων την επιμέλεια του τέκνου, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, μπορεί να επιχειρεί και μόνος του πράξεις, με προηγούμενη, όμως, ενημέρωση του άλλου γονέα».

Α. Σύμφωνα με την σχετική διάταξη «μη σημαντικά ζητήματα» είναι  

α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας 

β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου,

γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα,

δ) πράξεις επί της υγείας του τέκνου που είναι επείγουσες και τα εντελώς τρέχουσες.

ε) πρόκειται για την λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Β. Σημειώνεται ότι επειδή η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε το άρθρο 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο, δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο.

Γ. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του γονέα να μην ενημερώνει προηγούμενα τον άλλον γονέα, μπορεί να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλεια.

Η ρύθμιση θα εφαρμοστεί από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1519 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1512 ΑΚ, κατά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τέκνων οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.

Α. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και ανεξάρτητα του πως έχει κατανεμηθεί αυτή, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, οφείλει, πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση, να ενημερώσει προηγούμενα τον άλλο γονέα, ώστε η απόφαση να ληφθεί από κοινού. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1519 ΑΚ, ο γονέας ο οποίος δεν ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει πάντα το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληρο­φορίες για το πρόσωπο του τέκνου και την περιουσία του.

Β. Η λήψη από κοινού απόφασης είναι υποχρεωτική για λήψη αποφάσεων σε σημαντικά  ζητήματα, που αφορούν το τέκνο (άρθρο 1519 ΑΚ).

Ως σημαντικά ζητήματα θεωρούνται  

α) η ονοματοδοσία του τέκνου,

β) το θρήσκευμα του τέκνου,

γ) τα ζη­τήματα της υγείας του, που δεν είναι επείγοντα και εντε­λώς τρέχοντα,  και

δ) τα ζητήματα εκπαίδευσης, που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του.

Γ. Αν διαφωνούν οι γονείς αποφασίζει το δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής σε αυτό.

Δ. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο έχων την επιμέλεια του τέκνου, ή αυτός με τον οποίον διαμένει το τέκνο, μπορεί να επιχειρεί και μόνος του πράξεις που δεν αφορούν τα παραπάνω «σημαντικά ζητήματα, με προηγούμενη, όμως, ενημέρωση του άλλου γονέα», όπως

α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας 

β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του τέκνου,

γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα,

δ) πράξεις επί της υγείας του τέκνου που είναι επείγουσες και τα εντελώς τρέχουσες.

ε) πρόκειται για την λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Ε. Σημειώνεται ότι επειδή η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε το άρθρο 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο, δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο.

ΣΤ. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του γονέα να μην ενημερώνει προηγούμενα τον άλλον γονέα, μπορεί να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλεια.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το άρθρο 1721 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Κατά το άρθρο 1718 ΑΚ, διαθήκη, για την σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ, είναι άκυρη, εφ όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη εγκυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης απαιτείται

α) η γραφή της εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη

β) η χρονολόγησή της από τον διαθέτη   

γ) η υπογραφή της από τον διαθέτη

Αν λείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά η ιδιόγραφη διαθήκη είναι αυτοδικαίως άκυρη (ΑΠ 618/2016, ΑΠ 708/2015, ΑΠ 1912/2014).

Β. Την ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία του (ΑΠ 618/2016, ΑΠ 103/2013).

Γ. Η χρονολογία, από την οποία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες, ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά.

Δ. Η υπογραφή τίθεται, επί ποινή ακυρότητας, στο τέλος της διαθήκης, γιατί πρέπει να καλύπτει με το κύρος της όλο το περιεχόμενό της και να σημαίνει το πέρας αυτής (ΤρΕφΠειρ 737/2018).

Ε. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας ιδιόγραφης διαθήκης έχει εκείνος, που επικαλείται την ιδιόγραφη διαθήκη, εφ όσον δεν έχει παρέλθει πενταετία από τότε που ενδεχομένως κηρύχθηκε κυρία, σύμφωνα, με τα άρθρα 1776 και 1777 ΑΚ (ΑΠ 1595/2006).

ΣΤ. Στην περίπτωση, όμως, που προβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν οφείλει να αποδείξει αυτός, που τον προβάλλει (ΕφΑθ 399/2010, ΤρΕφΠειρ 737/2018).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ, ανίκανοι να συντάξουν  διαθήκη είναι

1. Οι ανήλικοι.

2. Όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας, ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη.

Η ανικανότητα των συμπαραστατουμένων αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση, ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

3. Όσοι πάσχουν από έλλειψη συνείδησης των πράξεων.

Αυτή υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει την δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει την σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου, ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου.

4) Όσοι πάσχουν από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη (πνευματική ασθένεια).  

α) Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια, παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κλπ.

Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, εν όψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Β. Δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής, ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Γ. Αυτός που με αγωγή ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της, φέρει το βάρος να προκαλέσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο δικαστήριο σχετικά με την ανυπαρξία των παραπάνω προϋποθέσεων προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 1063/2006, ΕφΑθ 4518/2011, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους, ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Α. Με την διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης

1. Η έλλειψη συνείδησης των πράξεων.

Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση, εγκεφαλικό οίδημα, επιθανάτια αγωνία κλπ) δεν έχει την δυνατότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης, που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεών της, χωρίς να απαιτείται γενικά και πλήρως έλλειψη της συνειδήσεως, αλλά αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεώς του

2. Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης (πνευματική ασθένεια).

α) Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, καθ όσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις αισθήματα, ορμές και επιρροές τρίτων και του είναι αδύνατο να αντισταθεί σε υποβολές που προέρχονται από τρίτους.

β) Οι ασθένειες οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στη διαταραχή αυτή είναι  οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες αλλά και οι οργανοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια. Η διακρίβωση του πότε στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ή περιορίζεται αποφασιστικά ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, εν όψει και του ότι μία εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξη ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Β. Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Γ. Στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξής της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική ασθένεια (ΑΠ 714/2014, ΑΠ 1420/2010, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

 Δ. Δεν αποκλείεται από τον νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο καταστάσεων, δηλαδή τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της στέρησης της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.

Ε. Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο πρόσωπο προς σύνταξη διαθήκης είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη (άρθρο 1748, 180 ΑΚ). Ο καθένας που έχει έννομο συμφέρον όπως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη (ΑΠ 1063/2006, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

ΣΤ. Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης κατά τεκμήριο υφίσταται και συνεπώς αυτός που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του. Αυτός που με αγωγή ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της, φέρει το βάρος να προκαλέσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο δικαστήριο σχετικά με την ανυπαρξία των παραπάνω προϋποθέσεων προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 1063/2006, ΕφΑθ 4518/2011, ΤρΕφΠειρ 168/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα.

1. Υποχρεωτική προσφυγή σε διαμεσολάβηση

Σύμφωνα με το άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, σε συνδυασμό και με το άρθρο 1512 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 4800/2021, αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, κατά παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, καθένας από τους γονείς προσφεύγει υποχρεωτικά σε διαμεσολάβηση, για να αναλάβει αυτός αποκλειστικά την γονική μέριμνα.

2. Για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον άλλον γονέα, πρέπει ο γονέας,

α) να αδιαφορεί,

β) να μην συμπράττει σε αυτήν,

γ) να μην τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση, ή τον τρόπο άσκησης, της γονικής μέ­ριμνας, 

δ) η συμφωνία να είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου

ε) η γονική μέριμνα να ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

3. Προσφυγή στο δικαστήριο

Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ο ενδιαφερόμενος γονέας προσφεύγει στο δικαστήριο, το οποίο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση,

α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας με­ταξύ των γονέων,

β) να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ' ιδίαν θέματα

γ) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα, ή σε τρίτο,

δ) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ή την λήψη οποιου­δήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου,

ε) να διατάξει διαμεσολάβηση (ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης) ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή από το ειδικό μητρώο οικογενειακών διαμεσολαβητών  (παρ. 3 άρθρου 1514 ΑΚ).

4. Περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας

Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήµατα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 και στα άρθρα 312, 330 και 333 ΠΚ, δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε διαμεσολάβηση.

5. Τελικές διατάξεις

α) Οι ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Α. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», την κατανομή της γονικής μέριμνας των τέκνων, ως και την επιμέλεια αυτών, τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Β. Με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, δίνεται η δυνατότητα στους γονείς μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίζουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέσουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, να καθορίσουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

Γ. Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1511 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 4800/2021, κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου». Ο όρος προέρχεται από την μετάφραση του όρου «child’s best interest», ο οποίος, κατ’ ουσίαν, αποδίδει την ισχύουσα έννοια του «συμφέροντος του τέκνου».

1. Σύμφωνα με την διάταξη το «συμφέρον του τέκνου», «βέλτιστο» κατά την νέα ρύθμιση, εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, στο οποίο πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή με τον τρόπο άσκησής της.

2. Το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου» εξυπηρετείται,

α) από την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου,

β) την συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα,

γ) την συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.

3. Το δικαστήριο, όταν αποφασίζει την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή τον τρόπο άσκησής της πρέπει, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου,

α) να ζητά και να συνεκτιμά την γνώμη του τέκνου,

β) να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων

γ) να μην κάνει διακρίσεις, εξ αιτίας του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.

4. Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως.

5. Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του  τέκνου να αποτελεί, χωρίς άλλο, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί πολλές φορές η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.

6. Στη δικαστική κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπ όψιν, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ των άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με του γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων

7. Για την λήψη οποιασδήποτε απόφασης, που αφορά το τέκνο, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπ όψιν τους αναπτυχθέντες δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του και τους τυχόν αδελφούς του, τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφ όσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του ανάπτυξης, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.

8. Η υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο, ή την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δεν λαμβάνεται υπ όψιν, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.

9. Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

10. Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μέριμνάς του σε έναν από τους γονείς του μετά την νηπιακή ηλικία του, οπότε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου (ΑΠ 121/2011,  ΑΠ 174/2015, ΑΠ 577/2014, ΑΠ 126/2018).

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1515 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν. 4800/2021, η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του.

α) Όταν το τέκνο αναγνωρίζεται εκούσια ή δι­καστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με τη μητέρα.

β) Αν οι γονείς δεν ζουν μαζί, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 1513 και 1514.

γ) Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα, ούτε αναπληρώνει τη μητέρα στην άσκησή της, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, να αποφασίσει διαφορετικά μετά από αίτηση του πατέρα.

Η ρύθμιση θα εφαρμοστεί από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1532 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 4800/2021, αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέ­λεια του προσώπου του τέκνου, ή την διοίκηση της περι­ουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρη­στικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

1. Κακή άσκηση γονικής μέριμνας

Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως

α) η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και δια­τάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο, ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ) η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων, ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ) η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε) η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει την διατροφή που επιδι­κάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο, ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ) η καταδίκη του γονέα, με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλή­ματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δηλαδή για τα αδικήµατα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 και στα άρθρα 312, 330 και 333 ΠΚ.

2. Συνέπειες κακής άσκησης

Το δικαστήριο δύναται

α) να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, 

β) να διατάξει κάθε πρόσφορο μέ­τρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

γ) αν συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο γονέων κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου, ή ακόμα και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο, ή και να διορίσει επίτροπο.

3. Ρύθμιση επειγουσών περιπτώσεων

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για την σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει κάθε πρό­σφορο μέτρο για την προστασία του τέκνου, μέχρι την έκδοση της απόφασης του επιληφθέντος δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο αιτών εντός (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά (90) επιπλέον ημέρες.

4. Τελική διάταξη

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1520 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του ν. 4800/2021, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση.

1. Συναινετική ρύθμιση επικοινωνίας με το τέκνο

Οι γονείς, με έγγραφη συμφωνία, μπορούν να ρυθμίσουν συναινετικά τα σχετικά με την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου».

α) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

β) Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

2. Ρύθμιση επικοινωνίας από το δικαστήριο

Εφ όσον οι γονείς διαφωνούν, η επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμέ­νει, ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, ζητά και συνεκτιμά την γνώμη του τέκνου.

3. Χρόνος επικοινωνίας με το τέκνο

Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμέ­νει, τεκμαίρεται (μαχητά) στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοι­νωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγα­λύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης, ή στο συμφέρον του τέκνου, εφ όσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθη­μερινότητα του τέκνου.

α) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει την βάση υπολογισμού του 1/3, αν δηλαδή αναφέρεται σε έτος, μήνα, ή 24ωρο. Δεν αποσαφηνίζει πώς θα προσδιορισθεί ο συνολικός ετήσιος, μηνιαίος, ή 24ωρος χρόνος επικοινωνίας, δεδομένου ότι στο δικαίωμα επικοινωνίας «περιλαμβάνεται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του γονέα µε το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του».

β) Η ρύθμιση δεν αποσαφηνίζει, αν το τεκμήριο του 1/3 θα εφαρμόζεται και επί του χρόνου των υποχρεωτικών δραστηριοτήτων του τέκνου, όσον αφορά την σχολική του εκπαίδευση, ή επί του χρόνου ανάπαυσής του, και θα καταλαμβάνει και αυτές, γεγονός που θα μεταβάλλει ουσιωδώς το αποτέλεσμα του υπολογισμού του χρόνου ο οποίος αντιστοιχεί στο δικαίωμα επικοινωνίας.

γ) Επειδή το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, που καθιερώνει την άσκηση της γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου» και εισάγει την υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου, ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα μπορεί να φθάσει στο 1/2 του χρόνου σε ετήσια, μηνιαία, ή και  24ωρη επικοινωνία.

4. Αποκλεισμός, περιορισμός, της επικοινωνίας

Αποκλεισμός, ή περιορισμός, της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για την διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών, ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.

α) Με την ρύθμιση, το δικαίωμα επικοινωνίας υπόκειται σε περιορισμούς, εφ όσον αυτοί είναι αναγκαίοι για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου. Οι περιορισμοί μπορεί να αναφέρονται στον τόπο, ή τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά την διάρκειά της, ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία µε ιδιαίτερο τρόπο λόγω ειδικών περιστάσεων.  

β) Η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το γονέα που δεν έχει μαζί του το τέκνο, ούτε και να περιορισθεί, παρά µόνο στο μέτρο, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο και ιδίως όταν υφίστανται εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις, ή η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας γίνεται µε τρόπο καταχρηστικό.

γ) Θεωρείται αυτονόητο ότι, ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας προϋποθέτει την εξάντληση κάθε προσπάθειας υποβολής του δικαιώματος σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους, ενώ ο διαρκής αποκλεισμός δύναται να επιβληθεί, µόνο όταν άλλα, χρονικώς περιορισμένα μέτρα, δεν επαρκούν.

δ) Τόσο για τον πλήρη αποκλεισμό, όσο και για τον περιορισμό της επικοινωνίας του τέκνου µε τον γονέα, ή τους απώτερους ανιόντες του, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν αυτό είναι αναγκαίο για το συμφέρον του τέκνου και όχι για το συμφέρον του γονέα, ή τρίτου, που έχει την επιμέλειά του και μόνο σε εξαιρετικά οριακές περιπτώσεις, όταν η ίδια η επικοινωνία είναι τραυματική για το παιδί.

ε) Πλήρης αποκλεισμός της επικοινωνίας του τέκνου µε τον γονέα του επιβάλλεται και από την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, σε συνδυασμό με την διάταξη του αντικαστασταθέντος  με τον ν 4800/2021 άρθρου 1532 ΑΚ, όταν ο γονέας καταδικασθεί με οριστι­κή δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Δεν απαγορεύεται προσωρινά (με ασφαλιστικά μέτρα) να διαταχθεί η απαγόρευση επικοινωνίας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

5. Επικοινωνία με ανιόντες, αδελφούς, τρίτους

Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανώτερους ανιόντες και τους αδελφούς του, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λό­γος. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενεια­κής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου.

6. Μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας

Όταν συντρέχει περίπτω­ση κακής, ή καταχρηστικής, άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας, ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την μεταρρύθμιση της επι­κοινωνίας.

7. Τελική διάταξη

Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

Α. Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1513 εδ. β ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του νόμου 4800/2021, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1516 παρ. 1 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του νόμου 4800/2021,  ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, μπορεί, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, να επιχειρεί και μόνος του α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του, γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, δ) πρόκειται για τη λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Β. Με την ρύθμιση της «προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα» αποφεύγεται δυσλειτουργία στην οικογενειακή ζωή και αδικαιολόγητη περιπλοκή στις σχέσεις µε τρίτους.

Γ. Συνιστά, όμως,  άνιση αντιμετώπιση του υποχρέου να προβαίνει σε ενημέρωση του άλλου γονέα, η οποία δύναται, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε τον σκοπό του άρθρου 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο.

Δ. Σε κάθε περίπτωση δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο.

Ε. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του άλλου γονέα πρέπει να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλειας (Επιστημονική έκθεση Βουλής).

Η ρύθμιση έχει εφαρμογή από 16/9/2021.

Α. Σύμφωνα με το νέο άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα.

Β. Η γονική μέριμνα δεν πρέπει να συγχέεται με την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου. Σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ η γονική μέριμνα περιλαμβάνει α) την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, β) την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και γ) την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, ή δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του, ή την περιουσία του. Ενώ η επιμέλεια του προσώπου του περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο  1518 ΑΚ α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του (ΑΠ 317/2015).

Γ. Προβληματισμό προκαλεί η φράση «εξίσου» στην άσκηση της γονικής μέριμνας,  που είναι άγνωστη νομική έννοια στο οικογενειακό δίκαιο, σε σχέση με την φράση «από κοινού» που έχει πλήρως ερμηνευθεί νομολογιακά και σημαίνει «και  από τους δύο γονείς».

Δ. Το «εξίσου» προέρχεται από το «εξ ίσου», που είναι ποσοτικό επίρρημα και σημαίνει  σε ίσο, ίδιο βαθμό με τους άλλους, σε ίση ποσότητα, σε ίδιο ποσοστό. Η ερώτηση που γεννάται είναι σε τι αποσκοπεί η πρόσθεση στην «από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας» και του ποσοτικού στοιχείου.

Ε. Σύμφωνα με την επιστημονική έκθεση της Βουλής θα μπορούσε να σημαίνει «ισότιμα», υπό την έννοια ότι οι γονείς έχουν ισότιμη συμβολή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Πράγμα που όμως, δεν ευσταθεί γιατί αρκεί η φράση «από κοινού».

ΣΤ. Θα μπορούσε, κατά την επιστημονική έκθεση της Βουλής, να σημαίνει «ισόχρονη» άσκηση της γονικής μέριμνας, πράγμα που συμβαίνει.

Ζ. Αυτό σημαίνει, σε συνδυασμό και με τις νέες ρυθμίσεις περί της κατοικίας/διαμονής του ανηλίκου και της επικοινωνίας με αυτό, ότι ο νομοθέτης θέλησε, παρά τις πολλές αντιδράσεις κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου, την εισαγωγή της υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου.

Η. Αυτό σε αντίθεση με την νομολογία των δικαστηρίων και δη του Αρείου Πάγου, που έχουν  κατ επανάληψη κρίνει (αμέσως ή εμμέσως) ότι η εναλλασσόμενη διαμονή του τέκνου, δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου, που επιτάσσει σταθερότητα και όχι μοίρασμα μεταξύ των ενηλίκων γονέων, καθ όσον αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηµατικής ισορροπίας του τέκνου (ΑΠ 121/2011, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1016/2019).

Η ρύθμιση έχει εφαρμογή από 16/9/2021.

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο  1518 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 4800/2021, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει, α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

1. Συναινετική ρύθμιση επιμέλειας

α) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», πέραν της κατανομής της γονικής μέριμνας των τέκνων, τα της επιμέλειας του προσώπου των,  τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

β) Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, έχει δοθεί η δυνατότητα στους γονείς, μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίσουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, τα της επιμέλειας των προσώπου των, τον τόπο κατοικίας των, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένουν, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας των με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

2. Διαφωνία γονέων στην άσκηση της επιμέλειας

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1519 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1512 ΑΚ κατά την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τέκνων οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο.

3. Δικαίωμα πληροφόρησης άλλου γονέα

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1519 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του νόμου 4800/2021, ο γονέας ο οποίος δεν ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληρο­φορίες για το πρόσωπο του τέκνου και την περιουσία του.

4. Προηγούμενη ενημέρωση άλλου γονέα

α) Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1513 εδ. β ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του νόμου 4800/2021, σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1516 παρ. 1 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του νόμου 4800/2021,  ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, μπορεί, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα, να επιχειρεί και μόνος του, α) συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, β) πράξεις τρέχουσας διαχείρισης της περιουσίας του, γ) πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, δ) πρόκειται για τη λήψη δήλωσης βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

β) Με την ρύθμιση της «προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα» αποφεύγεται δυσλειτουργία στην οικογενειακή ζωή και αδικαιολόγητη περιπλοκή στις σχέσεις µε τρίτους. Συνιστά, όμως,  άνιση αντιμετώπιση του υποχρέου να προβαίνει σε ενημέρωση του άλλου γονέα, η οποία δύναται, υπό προϋποθέσεις, να µη συνάδει µε τον σκοπό του άρθρου 4 του Συντάγματος και με το, από τα άρθρα 57 ΑΚ και 5 παρ. 2 Συντάγματος, δικαίωμα επί της προσωπικότητας που έχει ο γονέας µε τον οποίο διαμένει το τέκνο. Σε κάθε περίπτωση δεν απαγορεύεται και είναι δυνατή η ενημέρωση του άλλου γονέα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του άλλου γονέα πρέπει να αντιμετωπισθεί µε την εφαρμογή του άρθρου 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης και αφαίρεσης της επιμέλειας.

5. Αποφάσεις γονέων σε σημαντικά ζητήματα

α) Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1519 ΑΚ, ανεξάρτητα του ποιος γονέας ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, ή πως έχει κατανεμηθεί αυτή, σε σημαντικά ζητήματα οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.

β) Ως σημαντικά ζητήματα θεωρούνται οι αποφάσεις α) για την ονοματοδοσία του τέκνου, β) για το θρήσκευμα, γ) για ζη­τήματα της υγείας του, που δεν είναι επείγοντα και εντε­λώς τρέχοντα,  και δ) για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του,

γ) Αν διαφωνούν οι γονείς αποφασίζει το δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής σε αυτό.

δ) Δεν θεωρούνται σημαντικά ζητήματα, τα ζη­τήματα της υγείας του τέκνου που είναι επείγοντα και τα εντε­λώς τρέχοντα.

6. Μεταβολή τόπου διαμονής τέκνου

Η μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαγορεύεται, χωρίς προηγού­μενη έγγραφη συμφωνία των γονέων. Σε διαφωνία των γονέων αποφασίζει το δικαστήριο, το οποίο είναι ελεύθερο να αποφασίσει κάθε πρόσφορο μέτρο. 

7. Τελικές διατάξεις

α) Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή την επικοινωνία με το τέκνο που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία υποβάλλεται εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Ο (νέος) νόμος 4800/202 επέφερε σημαντικές αλλαγές στην άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, ως και της επιμέλειας του προσώπου του. Η γονική μέριμνα δεν πρέπει να συγχέεται με την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ η γονική μέριμνα περιλαμβάνει α) την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, β) την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και γ) την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, ή δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του, ή την περιουσία του. Ενώ η επιμέλεια του προσώπου του περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο  1518 ΑΚ α) την ανατροφή, β) την επίβλεψη, γ) την μόρφωση και την εκπαίδευσή του και δ) τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

1. Άσκηση γονικής μέριμνας «από κοινού και εξίσου»

Σύμφωνα με το νέο άρθρο  1513 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 του ν. 4800/2021, στην περίπτωση διαζυγίου (ως και ακύρωσης του γάμου, λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης, δι­ακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης) οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν «από κοινού και εξίσου» την γονική μέριμνα.

α) Προβληματισμό προκαλεί η φράση «εξίσου» στην άσκηση της γονικής μέριμνας,  που είναι άγνωστη νομική έννοια στο οικογενειακό δίκαιο, σε σχέση με την φράση «από κοινού» που έχει πλήρως ερμηνευθεί νομολογιακά και σημαίνει «και  από τους δύο γονείς». Το «εξίσου» προέρχεται από το «εξ ίσου», που είναι ποσοτικό επίρρημα και σημαίνει  σε ίσο, ίδιο βαθμό με τους άλλους, σε ίση ποσότητα, σε ίδιο ποσοστό. Η ερώτηση που γεννάται είναι σε τι αποσκοπεί η πρόσθεση στην «από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας» και του ποσοτικού στοιχείου. Σύμφωνα με την επιστημονική έκθεση της Βουλής θα μπορούσε να σημαίνει «ισότιμα», υπό την έννοια ότι οι γονείς έχουν ισότιμη συμβολή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Πράγμα που όμως, δεν ευσταθεί γιατί αρκεί η φράση «από κοινού».

β) Θα μπορούσε, κατά την επιστημονική έκθεση της Βουλής, να σημαίνει «ισόχρονη» άσκηση της γονικής μέριμνας, πράγμα που συμβαίνει. Αυτό σημαίνει, σε συνδυασμό και με τις νέες ρυθμίσεις περί της κατοικίας/διαμονής του ανηλίκου και της επικοινωνίας με αυτό, ότι ο νομοθέτης θέλησε, παρά τις πολλές αντιδράσεις κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου, την εισαγωγή της υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας και της συνακόλουθης εναλλασσόμενης κατοικίας του ανήλικου τέκνου. Αυτό σε αντίθεση με την νομολογία των δικαστηρίων και δη του Αρείου Πάγου, που έχουν  κατ επανάληψη κρίνει (αμέσως ή εμμέσως) ότι η εναλλασσόμενη διαμονή του τέκνου, δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου, που επιτάσσει σταθερότητα και όχι μοίρασμα μεταξύ των ενηλίκων γονέων, καθ όσον αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηµατικής ισορροπίας του τέκνου (ΑΠ 121/2011, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1016/2019).

2. Το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου»

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1511 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 4800/2021, κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου». Ο όρος προέρχεται από την μετάφραση του όρου «child’ s best interest», ο οποίος, κατ’ ουσίαν, αποδίδει την ισχύουσα έννοια του «συμφέροντος του τέκνου».

α) Σύμφωνα με την διάταξη το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου»,  εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, στο οποίο πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή με τον τρόπο άσκησής της.

β) Το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου» εξυπηρετείται, α) από την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, β) την συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, γ) την συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.

γ) Το δικαστήριο, όταν αποφασίζει την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή τον τρόπο άσκησής της πρέπει, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, να ζητά και να συνεκτιμά την γνώμη του τέκνου, να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξ αιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.

3. Συναινετική ρύθμιση της γονικής μέριμνας

α) Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021, οι σύζυγοι που αποφασίζουν να χωρίσουν συναινετικά με έκδοση συναινετικού διαζυγίου, υποχρεούνται να ρυθμίσουν, λαμβάνοντας υπ όψιν το «συμφέρον του τέκνου», την κατανομή της γονικής μέριμνας των τέκνων, ως και την επιμέλεια αυτών, τον τόπο κατοικίας/διαμονής των, τον γονέ­α με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα και την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, με συμφωνία ισχύος για τουλά­χιστον (2) έτη (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

β) Με το νέο άρθρο 1514 ΑΚ ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, δίνεται η δυνατότητα στους γονείς μεταγενέστερα της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου και πάροδο (2) ετών, ή της με άλλο τρόπο λύσης του γάμου, ή της συμβίωσης, να ρυθμίζουν διαφορετικά, ή για πρώτη φορά, αντίστοιχα, την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέσουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, να καθορίσουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρό­πο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα, με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, ισχύος τουλάχιστον (2) ετών (με αυτοδίκαια παράταση σε μη εναντίωση).

4. Προσφυγή στην διαμεσολάβηση σε διαφωνία γονέων

α) Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4800/2021, σε συνδυασμό και με το (νέο) άρθρο 1512 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 4800/2021, αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, κατά παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, για να αναλάβει αυτός αποκλειστικά την γονική μέριμνα.

β) Η διαφωνία των γονέων εστιάζεται στο γεγονός που ο ένας γονέας, α) αδιαφορεί ή β) δεν συμπράττει σε αυτήν ή γ) δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέ­ριμνας ή δ) αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή ε) αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

γ) Σε προσφυγή σε διαμεσολάβηση, εξαιρείται η περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας.

5. Προσφυγή στο δικαστήριο, αν αποτύχει η διαμεσολάβηση

Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ο ενδιαφερόμενος γονέας προσφεύγει στο δικαστήριο. Το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γο­νικής μέριμνας, μπορεί ανάλογα με την περίπτωση, α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας με­ταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ' ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιου­δήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή από το ειδικό μητρώο οικογενειακών διαμεσολαβητών  (παρ. 3 άρθρου 1514 ΑΚ).

6. Τελικές διατάξεις

α) Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν από 16/9/2021.

β) Οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την 16/9/2021 αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

γ) Συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, (ή την επικοινωνία με το τέκνο) που θα καταρτιστούν μέχρι την 16/9/2021 συνεχίζουν να ισχύουν, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας (2) ετών από την 16/9/2021.

Με την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021 το συναινετικό διαζύγιο μπορεί να εκδοθεί μετά την 21-5-2021, εκτός της έγγραφης συμφωνίας των συζύγων, και με κοινή ψηφιακή δήλωση, που θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά με την παρου­σία ή με ψηφιακή σύμπραξη πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από τους συζύγους.

α) Επειδή η πλατφόρμα της ηλεκτρονικής κατάθεσης δεν έχει ετοιμασθεί, σύμφωνα με το άρθρο 20 του  νόμου, αναμένεται, για να τεθεί σε εφαρμογή η διάταξη, η έκδοση σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

β) Σημειώνεται ότι αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα πρέπει με την κοινή ψηφιακή δήλωση να ρυθμίζεται η κατανομή της γονικής μέριμνας και ιδίως η επιμέλεια των τέκνων, ο τόπος διαμονής τους, ο γονέ­ας με τον οποίο διαμένουν, η επικοινωνία τους με τον άλλο γονέα και η διατροφή τους, η οποία (ψηφιακή δήλωση ) για την κατανομή της γονικής μέριμνας θα ισχύει για τουλά­χιστον (2) έτη και θα παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 1441 ΑΚ με το άρθρο 4 του ν. 4800/2021 η διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου μετά την 21 Μαΐου 2021 έχει ως εξής.

Α. Με έγγραφη συμφωνία ενώπιον Συμβολαιογράφου 

1. Συμφωνία των συζύγων για συναινετική λύση του γάμου

α) Στην σύνταξη της συμφωνίας συναινετικής λύσης του γάμου συμμετέχει δικηγόρος από κάθε μέρος.

β) Η συμφωνία υπογράφεται α) από τους συζύγους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους, ή β) μόνο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, εφ όσον έχουν ειδικό πληρεξού­σιο. Το ειδικό πληρεξούσιο πρέπει να συνταχθεί εντός μηνός με την υπογραφή της συμφωνίας.

γ) Στην συμφωνία τίθεται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των υπογραψάντων για να λάβει βέβαιη ημερομηνία. Δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από Ειρηνοδίκη.

2. Ρύθμιση ανήλικα τέκνα

α) Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, πρέπει, ή με την ίδια την συμφωνία, ή με άλλη ξεχωριστή συμφωνία, να ρυθμισθεί

1) η κατανομή της γονικής μέριμνας,

2) η επιμέλεια των τέκνων,

3) ο τόπος διαμονής των τέκνων,  

4) ο γονέ­ας με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα,

5) η επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα και

6) η διατροφή των τέκνων

β) Η συμφωνία για τα ανήλικα τέκνα ισχύει για τουλά­χιστον (2) έτη. Μετά την παρέλευση της διετίας παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

γ) Στη συμφωνία για τα ανήλικα τέκνα μπορεί να συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ, περί αναγκαστικής εκτέλεσης παράδοσης/απόδοσης τέκνου και χρηματικών αξιώσεων.

3. Κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξης λύσης γάμου

α) Η συμφωνία για την συναινετική λύση του γάμου και η ρύθμιση για τα ανήλικα τέκνα υποβάλλονται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους κάθε συζύγου, μαζί με τα τυχόν ειδικά πληρεξούσια σε συμβολαιογράφο.

β) Ο συμβολαιογράφος μετά την παρέλευση τουλάχιστον (10) ημερών από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων καταρτίζει συμβολαιογραφική πράξη λύσης γάμου.

γ) Ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει την λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει στην πράξη του. Την συμβολαι­ογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ή μόνο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, εφ όσον έχουν ειδικό πληρεξούσιο. (Η πληρεξουσιότητα δίδεται εντός μηνός πριν την υπογραφή της πράξης).

 δ) Αν στην συμβολαι­ογραφική πράξη συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ για τα ανήλικα τέκνα, η συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

4. Κατάθεση της συμβολαι­ογραφικής πράξης στο Ληξιαρχείο

Αντίγραφο της συμβολαι­ογραφικής πράξης κατατίθεται στο ληξιαρχείο όπου έχει κατατεθεί η σύσταση του γάμου (ή ενημερώνεται το ληξιαρχείο με χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών).

Β. Με κοινή ψηφιακή δήλωση (ηλεκτρονικά)  

Εκτός της έγγραφης συμφωνίας των συζύγων ενώπιον συμβολαιογράφου, η έκδοση του συναινετικού διαζυγίου μπορεί να γίνει με κοινή ψηφιακή δήλωση (ηλεκτρονικά), που υποβάλλεται ηλεκτρονικά με την παρου­σία ή με ψηφιακή σύμπραξη πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από τους συζύγους.

Η πλατφόρμα αναμένεται να τεθεί σε πιλοτική λειτουργία τον Ιούλιο 2021 από το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής.

Σημείωση 

Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα πρέπει με την κοινή ψηφιακή δήλωση να ρυθμίζεται η κατανομή της γονικής μέριμνας και ιδίως η επιμέλεια των τέκνων, ο τόπος διαμονής τους, ο γονέ­ας με τον οποίο διαμένουν, η επικοινωνία τους με τον άλλο γονέα και η διατροφή τους, η οποία (ψηφιακή δήλωση ) για την κατανομή της γονικής μέριμνας θα ισχύει για τουλά­χιστον (2) έτη και θα παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

Πνευματική λύση θρησκευτικού γάμου

Σύμφωνα  με το άρθρο 97 ν. 4689/2020, σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική. Ο αιτών ζητά την πνευματική λύση του γάμου του από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο Ιερός Ναός όπου τελέστηκε ο γάμος, υποβάλλοντας αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης που βεβαιώνει την λύση του γάμου. Δεν απαιτείται εισαγγελική παραγγελία για την πνευματική λύση του γάμου.

 

 

 

Α. Κατά της απόφασης που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση και διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη, τριτανακοπή μπορεί να ασκήσουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 803 παρ. 2 ΚΠολΔ, μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου αυτού σε δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στηΝ διάταξη του άρθρου 1667 παρ. 1 ΑΚ, δηλαδή ο σύζυγος του πάσχοντος, εφ όσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, οι γονείς, ή τα τέκνα αυτού, ή ο εισαγγελέας. Πέραν των ανωτέρω προσώπων, κανένας άλλος δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την υποβολή αυτού σε δικαστική συμπαράσταση

Β. Ο τριτανακόπτων πρέπει να έχει  έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής. Έννομο συμφέρον έχει εκείνος που βλάπτεται άμεσα ή έμμεσα από τις έννομες συνέπειες της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ή εκείνος για τα συμφέροντα του οποίου δημιουργείται άμεσος ή ενδεχόμενος κίνδυνος από την έκδοση αυτής και τις έννομες συνέπειες της (ΑΠ 1040/2009).

Γ. Λόγο τριτανακοπής αποτελεί κάθε ισχυρισμός που βάλλει κατά της ουσιαστικής ή τυπικής ορθότητας της απόφασης, όπως ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφασης, ή ότι αν ακουγόταν ο ίδιος τριτανακόπτων η απόφαση θα ήταν διαφορετική (ΑΠ 1345/2010).

Δ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος της τριτανακοπής, θα πρέπει να προκύπτει σαφώς, με τη μορφή αιτιώδους συνδέσμου, η σχέση της δικαστικής κρίσης που προσβάλλεται και της βλάβης, ή του κινδύνου βλάβης, των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος (ΕφΛαρ 252/2012). Δεν απαιτείται η επίκληση από τον τριτανακόπτοντα δόλου ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 1345/10).

Ε. Η αοριστία των λόγων της τριτανακοπής δημιουργεί απαράδεκτο, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, καθ όσον τούτο ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΜονΠρΘεσ 7108/2015).

Α. Από την διάταξη του άρθρου 803 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 1667 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στη δίκη για την υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, παρέμβαση, τόσο κύρια όσο και πρόσθετη, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή ο σύζυγος του πάσχοντος, εφ όσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, οι γονείς, ή τα τέκνα αυτού, ή ο εισαγγελέας. Πέραν των ανωτέρω προσώπων, κανένας άλλος δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την υποβολή αυτού σε δικαστική συμπαράσταση

Β. Aπό τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 80, 741 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, εφ όσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Η πρόσθετη παρέμβαση, μπορεί να ασκηθεί χωρίς προδικασία, όχι μόνο με τις προτάσεις, αλλά και προφορικώς κατά την συζήτηση με δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1103/2005, ΑΠ 1953/2006, MονΠρΑθ 1589/2015).

Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1682 εδ. α ΑΚ, σε κάθε περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης έχουν, εφ όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία ανηλίκων. Έτσι, το λειτούργημα του δικαστικού συμπαραστάτη παύει με δικαστική απόφαση, κατόπιν αιτήσεως του εποπτικού συμβουλίου, ή αυτεπαγγέλτως, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν κριθεί ότι η συνέχιση της άσκησης του λειτουργήματος του μπορεί να θέσει σε κίνδυνο, λόγω παραμέλησης των καθηκόντων του, ή για άλλο λόγο, τα συμφέροντα του συμπαραστατουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1650 και 1651 ΑΚ, που αφορούν στην επιτροπεία ανηλίκων και εφαρμόζονται αναλόγως.

Β. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, το δικαίωμα υποβολής αίτησης παύσης του δικαστικού συμπαραστάτη, περιορίζεται μόνο, αφ ενός μεν στο εποπτικό συμβούλιο, ως όργανο, μη δυνάμενο να ασκηθεί από τα επί μέρους μέλη του, ούτε από συγγενείς του συμπαραστατουμένου, και αφ ετέρου στο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Πέραν αυτών των προσώπων κανένα άλλο πρόσωπο δεν νομιμοποιείται στην υποβολή της σχετικής αίτησης, αν κινδυνεύουν τα συμφέροντα του συμπαραστατουμένου  (ΑΠ 1103/2005, ΕφΑΘ 2089/2011).

Γ. Ως κριτήριο πρωταρχικό, ο νόμος θέτει τον κίνδυνο των συμφερόντων του συμπαραστατέου, ο οποίος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος, δηλαδή δεν απαιτείται να έχει επέλθει ζημία. Η αφροντισία των καθηκόντων του συμπαραστάτη είναι αυτή που βρίσκεται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από το λειτούργημά του και μπορεί να οφείλεται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη και η συνεπεία αυτής έκθεση σε κίνδυνο των ηθικών συμφερόντων του συμπαραστατουμένου (ΕφΑθ 1460/2018).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 803 ΚΠολΔ κατά της απόφασης που, α) υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, β) διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη, γ) καθορίζει την έκταση των περιορισμών που επιβάλλονται στον συμπαραστατούμενο, δ) τροποποιεί το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης, ή ε) αρνείται την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης.

Β. Έφεση  μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

Γ. Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει έφεση έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

Δ. Έφεση μπορεί να ασκήσει και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, κατ άρθρο 761 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 3995/2006).

Ε. Για την άσκηση της έφεσης απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, κατ άρθρο 516 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 3995 /2006, ΜονΕφΛαρ 331/2015).

ΣΤ. Από τις διατάξεις των άρθρων 739, 748 παρ. 2, 760 και 801 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αντίγραφο της έφεσης, με την σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου, πρέπει να κοινοποιείται στον εισαγγελέα εφετών της περιφέρειας του δικαστηρίου. Αν δεν γίνει η κοινοποίηση και ο Εισαγγελέας δεν παραστεί, κηρύσσεται αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης για έλλειψη τήρησης προδικασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 271 ΚΠολΔ (ΑΠ 606/2002).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1672, 1673 ΑΚ και 781, 805 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν ή και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 1667 ΑΚ,  ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

Β. Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.  Για αυτό, συνήθως, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη γίνεται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση.

Γ. Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

Δ. Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

Ε. Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται αυτός που θα προταθεί από τον αιτούντα.  Αν δεν προταθεί κανείς, ή αν εκείνος που προτάθηκε, δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και, ιδίως, με τους γονείς του, τα τέκνα του και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

ΣΤ. Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο, απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία του συμπαραστατέου.  Ο δικαστής εφ όσον το κρίνει απαραίτητο ορίζει ότι ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπο, ή την περιουσία του.

Ζ. Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

Η. Κατά το άρθρο 1673 ΑΚ, η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κυρίας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση οποτεδήποτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1669 ΑΚ, το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη το φυσικό πρόσωπο που προτείνεται από τον αιτούντα, ή από αυτόν που χρειάζεται την συμπαράσταση.

Β. Αν δεν προταθεί κανείς, ή αν εκείνος που προτάθηκε, δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και, ιδίως, με τους γονείς του, τα τέκνα του και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Γ. Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης ( ΑΚ 1670)

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1676 ΑΚ η δικαστική συμπαράσταση διακρίνεται

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι εξής όροι

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 1667 ΑΚ η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος, ή του συζύγου του εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων, ή του επιτρόπου του ανηλίκου, ή του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως.

Γ. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Την αίτηση στο δικαστήριο υποβάλει αποκλειστικά, ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, και εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε ή και αυτεπαγγέλτως. Πέρα από τα ανωτέρω πρόσωπα που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1667 ΑΚ, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως αδελφός, συγγενής, ή άλλο πρόσωπο που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση για να κηρυχθεί ο πάσχων σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΠ 1103/2005, ΜονΕφΛαρ 318/2020)

Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, ο δικαστής αποφασίζει μόνο ύστερα από αίτηση του ίδιου.

Γ. Κατά το άρθρο 1676 ΑΚ, τα παραπάνω νομιμοποιούμενα πρόσωπα μπορούν, κατά περίπτωση, να ζητήσουν  να τεθεί ο πάσχων (συμπαραστατέος).

α) Σε Πλήρη Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Σε Μερική Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Σε Πλήρη Επικουρική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Σε Μερική Επικουρική Δικαστική Συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Σε Συνδυασμό των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 1674 ΑΚ, ο δικαστής, προκειμένου να αποφασίσει την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (και τον διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, καθώς και όταν πρόκειται να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη), συνεκτιμά την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης, ή του σωματείου, ή του ιδρύματος, στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση.

Ε. Ο δικαστής αν το κρίνει, μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά. Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών» (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 1669 ΑΚ, το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη, συνήθως, το φυσικό πρόσωπο που προτείνεται από τον αιτούντα, ή από αυτόν που χρειάζεται την συμπαράσταση. Αν δεν προταθεί κανείς, ή αν εκείνος που προτάθηκε, δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και, ιδίως, με τους γονείς του, τα τέκνα του και τον σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σε αυτόν που πρόκειται να διορισθεί. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Ζ. Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν ή και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 1667 ΑΚ, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη. Η εξουσία του περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο, απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου. Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός. Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, συνήθως, επιδιώκεται  με την ίδια αίτηση. Κατά το άρθρο 1673 ΑΚ, η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κυρίας δίκης.

Η. Κατά το άρθρο 1682 ΑΚ, όταν ζητείται να τεθεί ο συμπαραστατέος σε Πλήρη, ή Μερική, Στερητική Δικαστική Συμπαράσταση,  διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου, που προτείνει ο αιτών.

Θ. Σύμφωνα με το άρθρο 1676 ΑΚ το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αίτηση ως προς το καθεστώς, στο οποίο θα τελεί το πρόσωπο που υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά αποφασίζει με γνώμονα την προστασία της προσωπικότητας του πάσχοντος και ανάλογα με τις ανάγκες του, διατάσσοντας την δικαστική συμπαράσταση, μόνο, όταν η εκπροσώπηση του πάσχοντος δεν μπορεί να διασφαλιστεί με ηπιότερα μέτρα, όπως λ.χ. με προηγούμενη εκούσια αντιπροσώπευση.

Ι. Η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο, είτε με αίτηση του νομιμοποιούμενου προσώπου, είτε αυτεπαγγέλτως, με πράξη του αρμοδίου Δικαστή, κατά το άρθρο 747 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον στην δίκη, με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  747 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο τρίτος με μόνη την κλήτευσή του, η οποία δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο ή τριτανακοπή, αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου. Η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα (ΑΠ 1103/2005, ΜονΕφΛαρ 331/2015).

ΙΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 1681 ΑΚ, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση. Για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει. Ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαράστασης και του χρόνου έναρξης του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη, έχει ως συνέπεια τον υποχρεωτικό διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ΑΚ 1672 εδ. γ, ΚΠολΔ 850 παρ. 5). Για να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πρέπει να επιδοθεί προς όλα τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η σχετική απόφαση, δηλαδή σε όλους όσους είχαν καταστεί διάδικοι της δίκης, καθώς και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αφού είναι από εκείνους που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση (άρθρο 761 ΚΠολΔ). Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 ΚΠολΔ μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης κατ` άρθρο 802 παρ. 4 ΚΠολΔ, άλλως εντός 3 ετών από τη δημοσίευσή της (ΤρΕφΛαρ 4/2015).

Κατά το άρθρο 1465 παρ.1 ΑΚ, το τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου της μητέρας του, ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή ακύρωση του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο).

Α. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός γάμου το τέκνο και καλύπτεται από το τεκμήριο και στην περίπτωση που δεν είναι πραγματικό, φυσικό τέκνο του συζύγου της μητέρας του.

Β. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται με την προσβολή της πατρότητας του συζύγου της μητέρας του, ή του βιολογικού πατέρα, αν κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως η μητέρα του βρισκόταν σε διάσταση με τον σύζυγό της (ΑΚ 1469), οπότε το τέκνο χάνει την ιδιότητα τέκνου που γεννήθηκε σε γάμο, αναδρομικά από τη γέννησή του, μόλις γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή αυτής της ιδιότητάς του.

Γ. Μάλιστα, κατά άρθρο 1472 ΑΚ, σε περίπτωση προσβολής από τον πατέρα που είχε σαρκική συνάφεια με την μητέρα, η εν λόγω απόφαση επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του τέκνου από τον άνδρα αυτόν (ΑΠ 510/2008). 

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 1473 επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 140, 141, 142, 147,148, 154, 155 και 157 ΑΚ προκύπτει, ότι αν, η, κατά το άρθρο 1475 ΑΚ, δήλωση του άνδρα ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο στην εκούσια αναγνώριση τέκνου, δεν συμφωνεί με την βούλησή του ως προς την πατρότητά του, γιατί είναι ελαττωματική από ουσιώδη πλάνη, ή παρασύρθηκε σε δήλωση βουλήσεως με απάτη, τότε ο άνδρας αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της εκούσιας αναγνώρισης τέκνου.

Β. Το δικαίωμα αυτό του άνδρα για ακύρωση της εκούσιας αναγνωρίσεως, λόγω ουσιώδους πλάνης, ή απάτης, περί της πατρότητάς του δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους (15.10.1975, κύρωση με το ν.1702/1987), το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες προσβολής της εκούσιας αναγνωρίσεως, γιατί η ρύθμιση του άρθρου 4 αναφέρεται σε έγκυρη εκουσία αναγνώριση και όχι σε δήλωση που πάσχει από κάποιο ελάττωμα, ούτε αντιβαίνει στο κατά το άρθρο 1476 εδ. γ ΑΚ αμετάκλητο της δήλωσης.

Γ. Επιπλέον το δικαίωμα του άνδρα να προβεί σε ακύρωση της εκούσιας αναγνωρίσεως, λόγω ουσιώδους πλάνης, ή απάτης, για την πατρότητά του, δεν αντιβαίνει στις γενικές διατάξεις για την ακυρότητα, ή την ακυρωσία, της εκούσιας αναγνώρισης εφ όσον η βιολογική αλήθεια συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της υπόστασης της εκούσιας αναγνωρίσεως.

Δ. Είναι ουσιώδης η πλάνη,  όταν αναφέρεται σε σημείο, ή ιδιότητά του προσώπου, ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, εάν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει, ή, διατηρήσει, πεπλανημένη αντίληψη, ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, ή αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο, που τα αγνοούσε, ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη, ή, από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την

Ε. Το δικαίωμα του ουσιωδώς πλανηθέντος, ή απατηθέντος ανδρός προς ακύρωση της εκούσιας αναγνώρισης αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της εκούσιας αναγνώρισης. Στην περίπτωση,  που η ουσιώδης πλάνη, ή απάτη εξακολούθησε περαιτέρω, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής του βούλησης (ΑΠ  562/2020,  ΑΠ 1783/2007).

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ. β, 3 αρ. 8 και 9, 4, 13 Ν. 3305/2005 και 1458 ΑΚ συνάγεται ότι παρένθετη μητρότητα είναι η μέθοδος τεχνητής αναπαραγωγής, κατ' εφαρμογή της οποίας μία γυναίκα κυοφορεί και γεννά (η κυοφόρος) ύστερα από εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων ξένων προς την ίδια, για λογαριασμό άλλης γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει παιδί, αλλά αδυνατεί να κυοφορήσει για ιατρικούς λόγους.

Α. Η μεταφορά των ξένων γονιμοποιημένων ωαρίων στο σώμα της κυοφόρου επιτρέπεται με δικαστική άδεια, η οποία παρέχεται πριν από τη μεταφορά τους και μετά από έλεγχο των παρακάτω προϋποθέσεων.

α) Η αιτούσα, ή η κυοφόρος, να κατοικούν ή διαμένουν προσωρινά στην Ελλάδα.

β) Η αιτούσα να επιθυμεί, αλλά για ιατρικούς λόγους να αδυνατεί, να κυοφορήσει.,

γ) Η αιτούσα να μην έχει υπερβεί την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής, η οποία ορίζεται καταρχήν στο πεντηκοστό έτος της ηλικίας της.  

δ) Η κυοφόρος πρέπει να είναι, ενόψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία.

ε) Τόσο στην κυοφόρο, όσο και σε όσους επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο, πρέπει να διενεργηθεί ιατρική εξέταση, ως προς τους ιούς της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV, HIV2), της ηπατίτιδας Β και C και της σύφιλης (RPR)

στ) Η κυοφόρος πρέπει να υποβληθεί σε ενδελεχή ψυχολογική αξιολόγηση.

ζ) Τα μέρη, δηλαδή τα πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί, η κυοφόρος  και ο σύζυγος της κυοφόρου αν αυτή είναι έγγαμη, πρέπει να δηλώσουν την συμφωνία τους, ότι τα γονιμοποιημένα ωάρια, που εμφυτεύονται στη μήτρα της κυοφόρου, δεν ανήκουν στην ίδια. Η συμφωνία γίνεται γραπτώς και χωρίς αντάλλαγμα.

Δεν συνιστά αντάλλαγμα, η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται ως προς την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία, και η αποζημίωση για κάθε θετική ζημία της κυοφόρου, εξ αιτίας της αποχής της από την εργασία και τις αμοιβές της από εξαρτημένη εργασία, τις οποίες στερήθηκε λόγω απουσίας με σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία.

Β. Αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 799 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο έκτο παρ. 2 Ν. 4335/2015, είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή της η αιτούσα,  ή κυοφόρος. Ο δικαστής διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, εάν κρίνει ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη, ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. Η αίτηση δικάζεται με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΠολΠρΘεσ 60/2019, ΠολΠρΑθ 431/2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 1464 ΑΚ, σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης, αν η κυοφορία έγινε από άλλη γυναίκα, υπό τους όρους του άρθρου 1458, μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική δικαστική άδεια.

Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, με αγωγή προσβολής της μητρότητας που ασκείται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τον τοκετό, είτε από την τεκμαιρομένη μητέρα, είτε από την κυοφόρο γυναίκα, εφόσον αποδειχθεί ότι το τέκνο κατάγεται βιολογικά από την τελευταία. Η προσβολή γίνεται από τη δικαιούμενη γυναίκα αυτοπροσώπως ή από ειδικό πληρεξούσιό της ή ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, από τον νόμιμο αντιπρόσωπό της. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή το τέκνο έχει αναδρομικά από τη γέννησή του μητέρα τη γυναίκα που το κυοφόρησε.

Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας προβλέπεται από το άρθρο 1479 παρ.1 ΑΚ.

Α. Βασική προϋπόθεση της δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας είναι ότι το παιδί που ζητείται να αναγνωριστεί δικαστικά πρέπει να έχει την ιδιότητα «παιδιού γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του», δηλαδή παιδί που δεν έχει γεννηθεί, ούτε κατά τη διάρκεια του γάμου, ούτε μέσα σε τριακόσιες ημέρες από την λύση, ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του (άρθρο 1465 παρ. 1 του ΑΚ).

Β. Ενεργητικά νομιμοποιούνται

α) Η μητέρα.

β) Το τέκνο.

γ) Όταν η μητέρα δεν συναινεί, ο πατέρας και ο παππούς ή η γιαγιά της πατρικής γραμμής.

Γ. Παθητικά νομιμοποιούνται   

α) Στην αγωγή της μητέρας, ο φερόμενος ως πατέρας, ή οι κληρονόμοι του (1480 ΑΚ).

β) Στην αγωγή του τέκνου, ο γονέας που αρνείται να προβεί στην αναγκαία δήλωση για την εκούσια αναγνώριση, ή οι κληρονόμοι τους (1480 ΑΚ).

γ) Στην αγωγή του πατέρα ή των γονέων του, η μητέρα, ή οι κληρονόμοι της (1480 ΑΚ).

Δ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1479 εδ. α΄ και β΄ και 1480 εδ. α΄ και β΄ ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή της μητέρας ασκείται κατά του πατέρα, ή των κληρονόμων του, χωρίς να είναι αναγκαία η απεύθυνσή της και κατά του τέκνου.

Ε. Το τεκμήριο πατρότητας συνάγεται από την σαρκική συνάφεια της μητέρας του με τον φερόμενο ως πατέρα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύλληψης και  ανατρέπεται με την παραδοχή της ένστασης των σοβαρών αμφιβολιών (1482 ΑΚ).

ΣΤ. Η μητέρα μπορεί να αρνηθεί τη συναίνεσή της προβάλλοντας τον μοναδικό ισχυρισμό, ότι δεν πρόκειται για τον αληθινό πατέρα του παιδιού ΕΦΑθ 4665/2011).

Ζ. Το δικαίωμα αναγνώρισης αποκλείεται

α) Από την μητέρα, όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.

β) Του τέκνου, ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του.

γ) Του πατέρα ή των γονέων του, δύο έτη αφ ότου αρνήθηκε τη συναίνεσή της η μητέρα.

Σημειώνεται ότι  

Το παιδί που γεννιέται κατά τη διάρκεια του γάμου, ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά από τον αληθινό του πατέρα, εκτός αν γίνει προηγουμένως προσβολή της πατρότητας του συζύγου της μητέρας (ΑΚ 1467 επ.) και η σχετική δικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη, οπότε το παιδί χάνει αναδρομικά από τη γέννηση του (ΑΚ 1472) την ιδιότητα του παιδιού που γεννήθηκε σε γάμο και θεωρείται ως χωρίς γάμο γεννημένο παιδί.

Α. Κατά το άρθρο 1475 παρ.1 ΑΚ, ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφ όσον συναινεί σε αυτό και η μητέρα. Αν η μητέρα έχει πεθάνει, ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, η αναγνώριση γίνεται με μόνη τη δήλωση του πατέρα. Στο άρθρο 1476 ΑΚ ορίζεται ότι η αναγνώριση από τον πατέρα ή τους γονείς του γίνεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, ή με διαθήκη. Η συναίνεση της μητέρας, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, παρέχεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου. Οι δηλώσεις της αναγνώρισης και της συναίνεσης γίνονται αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Ανάκληση των δηλώσεων είναι ανίσχυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1479 παρ.1 εδ. γ ΑΚ , όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 ΑΚ συναίνεσή της δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης και ο πατέρας.

Β. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι αν η μητέρα είναι εν ζωή και δικαιοπρακτικά ικανή και παρόλα αυτά αρνείται να συναινέσει, η μόνη δυνατότητα του πατέρα για αναγνώριση του τέκνου, είναι να ασκήσει την προβλεπόμενη από ανωτέρω άρθρο 1479 ΑΚ αγωγή δικαστικής αναγνώρισης αυτού και όχι αγωγή εξαναγκασμού της μητέρας σε συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση με καταδίκη της στη σχετική δήλωση βούλησης, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, δεν παρέχεται σε σχέσεις οικογενειακού δικαίου (ΑΠ 335/2016).

Α. Κατά το άρθρο 1475 παρ.1 ΑΚ, ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφ όσον συναινεί σ' αυτό και η μητέρα. Αν η μητέρα έχει πεθάνει, ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, η αναγνώριση γίνεται με μόνη τη δήλωση του πατέρα.

Β. Στο άρθρο 1476 ΑΚ ορίζεται ότι η αναγνώριση από τον πατέρα ή τους γονείς του γίνεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου ή με διαθήκη. Η συναίνεση της μητέρας, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, παρέχεται με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου. Οι δηλώσεις της αναγνώρισης και της συναίνεσης γίνονται αυτοπροσώπως και χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Ανάκληση των δηλώσεων είναι ανίσχυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1479 παρ.1 εδ. γ ΑΚ (ΑΠ 335/2016).

Με το άρθρο 1471 παρ. 2 περ. 2 ΑΚ, ορίζεται ότι, την πατρότητα αποκλείεται να προσβάλει οποιοσδήποτε από τους δικαιούχους που αναφέρονται στο άρθρο 1469 ΑΚ, αν ο σύζυγος συγκατατέθηκε στην υποβολή της συζύγου του σε τεχνητή γονιμοποίηση.

Α. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η μεν έγγραφη συναίνεση του άρθρου 1456 παρ. 1 καθιστά επιτρεπτή την άσκηση του δικαιώματος τεκνοποιΐας με τεχνητή γονιμοποίηση, η δε διάταξη του άρθρου 1471 παρ. 2 περ. 2 θεμελιώνει το απρόσβλητο της πατρότητας, άσχετα από την νομιμότητα της ιατρικής πράξης.

Β. Το προσβλητό της πατρότητας, της διάταξης του άρθρου 1470 αρ.1 ΑΚ, που ορίζει ότι ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να προσβάλει την πατρότητα, όταν περάσει ένα έτος αφ ότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό, δεν αφορά την  περίπτωση της διάταξης του άρθρου 1471 παρ. 2 περ. 2 που θεμελιώνει το απρόσβλητο της πατρότητας, άσχετα από την νομιμότητα της ιατρικής πράξης, αλλά την  περίπτωση  τεχνητής γονιμοποίησης με σπέρμα τρίτου, ενώ ο σύζυγος είχε συγκατατεθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση μόνο με δικό του σπέρμα

Γ. Επομένως στην περίπτωση, που ο σύζυγος είχε συγκατατεθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση μόνο με δικό του σπέρμα και η γονιμοποίηση έγινε με σπέρμα τρίτου, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 1470 αρ.1 ΑΚ, και ο σύζυγος μπορεί να προσβάλει την πατρότητα (ΑΠ 159/2011).

Κατά το άρθρο 1471 παρ. 2 περ. 2 ΑΚ, την πατρότητα αποκλείεται να προσβάλει οποιοσδήποτε από τους δικαιούχους που αναφέρονται στο άρθρο 1469 ΑΚ, αν ο σύζυγος συγκατατέθηκε στην υποβολή της συζύγου του σε τεχνητή γονιμοποίηση.

Α. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η μεν έγγραφη συναίνεση του άρθρου 1456 παρ. 1 καθιστά επιτρεπτή την άσκηση του δικαιώματος τεκνοποιΐας με τεχνητή γονιμοποίηση, η δε διάταξη του άρθρου 1471 παρ. 2 περ. 2 θεμελιώνει το απρόσβλητο της πατρότητας, άσχετα από την νομιμότητα της ιατρικής πράξης.

Β. Η συγκατάθεση δηλαδή αυτή, ως λόγος αποκλεισμού της προσβολής της πατρότητας, είναι διαφορετική από την συναίνεση, ως όρο του επιτρεπτού της τεχνητής γονιμοποίησης, κατά συνέπεια και αφού ο νόμος δεν ορίζει τύπο για την συγκατάθεση αυτή, η τελευταία είναι άτυπη και μπορεί να δοθεί γραπτά, ή προφορικά, ακόμη και σιωπηρά, συναγόμενη από τις περιστάσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος, παρά την ανυπαρξία έγγραφης συναίνεσης για την τεχνητή γονιμοποίηση, εμφανίζεται και μετέχει μαζί με τη σύζυγό του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της τεχνητής γονιμοποίησης (ΑΠ 823/2013).

Γ. Η διάταξη του άρθρου 1470 αρ.1 ΑΚ, που καθιερώνει ότι ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να προσβάλει την πατρότητα, όταν περάσει ένα έτος αφ ότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό, δεν αφορούν την παραπάνω περίπτωση και η σχετική αγωγή απορρίπτεται προεχόντως ως απαράδεκτη.

Δ. Η διάταξη αυτή αφορά, όμως, την περίπτωση  τεχνητής γονιμοποίησης με σπέρμα τρίτου, ενώ ο σύζυγος είχε συγκατατεθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση μόνο με δικό του σπέρμα (ΑΠ 159/2011).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1467 ΑΚ η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των άρθρων 1465 και 1466 ΑΚ, ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι από το σύζυγο της, ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, δηλαδή αυτό που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από το τοκετό (άρθρο 1468 ΑΚ) ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας, ή αποδημίας του, ή επειδή δεν είχαν σχέσεις.

Β. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1469ΑΚ τα πρόσωπα που μπορούν να προσβάλλουν την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο είναι

α) ο σύζυγος της μητέρας.

β) ο πατέρας ή η μητέρα του συζύγου, αν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής.

γ) το τέκνο.

δ) η μητέρα του τέκνου και

ε) ο άντρας με τον οποίο η μητέρα είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.

Γ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 609 παρ.1 του ΚΠολΔ η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο απευθύνεται

α) αν ασκείται από τον σύζυγο της μητέρας ή έναν από τους γονείς του, κατά του τέκνου η του ειδικού επιτρόπου του και της μητέρας του.

β) αν ασκείται από το τέκνο, κατά της μητέρας και του συζύγου της.

γ) αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου.

δ) Σε περίπτωση που έχει πεθάνει κάποιος από αυτούς, απευθύνεται, με εξαίρεση την περίπτωση που πέθανε το ίδιο το τέκνο, κατά των κληρονόμων αυτού που πέθανε, αλλιώς απορρίπτεται.

Δ. Επομένως η ενεργητική νομιμοποίηση διέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ, η δε παθητική νομιμοποίηση ρυθμίζεται με την διάταξη του άρθρου 619 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εξής

α) όταν ενάγει ο σύζυγος ή, μετά το θάνατο του, οι γονείς του, η αγωγή απευθύνεται κατά του τέκνου και της μητέρας του.

β) όταν ενάγει το τέκνο, εναγόμενοι είναι η μητέρα και ο σύζυγος της και

γ) όταν ενάγει η μητέρα, η αγωγή στρέφεται κατά του τέκνου και του συζύγου της.

δ) όταν ενάγει ο άνδρας με τον οποίο είχε σχέσεις η μητέρα, η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αμέσως ενδιαφερόμενων, δηλαδή της μητέρας, του συζύγου και του τέκνου.

Ε. Δεν προβλέπεται στις οικείες διατάξεις η δυνατότητα άσκησης της αγωγής προσβολής της πατρότητας του τέκνου γεννημένου σε γάμο από περισσότερα πρόσωπα από τα προαναφερόμενα που ενάγουν από κοινού. Τούτο δεν οφείλεται σε ακούσια παράβλεψη του νομοθέτη αλλά πρόκειται περί συνειδητής επιλογής.

ΣΤ. Η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται

α) Από τον σύζυγο της μητέρας, όταν περάσει ένα έτος αφ ότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό (άρθρο 1470 αρ. 1 ΑΚ).

β) Από τον πατέρα ή η μητέρα του συζύγου, αν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής, αποκλείεται, όταν περάσει ένα έτος αφότου έμαθαν το θάνατο του τελευταίου και τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 1470 αρ. 2 ΑΚ).

γ) Από το τέκνο αποκλείεται, όταν περάσει ένα έτος από την ενηλικίωσή του (άρθρο 1470 αρ. 3 ΑΚ).

δ) Από τη μητέρα, όταν περάσει ένα έτος από τον τοκετό, ή, εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά τη διάρκεια του γάμου, έξι μήνες αφότου λύθηκε ή ακυρώθηκε ο γάμος με το σύζυγό της (άρθρο 1470 αρ. 1 ΑΚ).

ε) Από τον άνδρα, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, αποκλείεται, όταν περάσουν δύο έτη από τον τοκετό ( άρθρο 1470 αρ. 5 ΑΚ). 

Ζ. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εάν το τέκνο είναι ανήλικο εκπροσωπείται από ειδικό επίτροπο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ. Ο ειδικός επίτροπος ορίζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 796 ΚΠολΔ), για να εκπροσωπήσει το τέκνο στη δίκη αυτή

Η. Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν, είτε ότι η μητέρα δεν συνέλαβε το τέκνο από το σύζυγό της, ήτοι τον τεκμαιρόμενο πατέρα, είτε ότι αυτή κατά το κρίσιμο της σύλληψης διάστημα ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει το τέκνο από εκείνον (ΑΠ 1504/2001, ΑΠ 1620/2000, ΠολΠρΑθ 1778/2008, ΜονΠρΘεσ 16439/2017).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή συγγενών τους, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος.

Α. Η διάταξη προβλέπει, σε περίπτωση σύγκρουσης των συμφερόντων του ανήλικου τέκνου με τα συμφέροντα των προσώπων που αναφέρονται περιοριστικά σε αυτή, το διορισμό ειδικού επιτρόπου, προσώπου δηλαδή που θα εκπροσωπήσει το ανήλικο τέκνο ειδικά στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, ή της έννομης σχέσης, όπου υφίσταται η σύγκρουση συμφερόντων.

Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης είναι η αποτροπή ενδεχόμενης κατάχρησης των αρμοδιοτήτων του γονέα, φορέα της γονικής μέριμνας, με το σκοπό πορισμού ιδίου οφέλους ή υπέρ των συγγενών του, σε βάρους του ανήλικου τέκνου.

Β. Η αίτηση διορισμού ειδικού επιτρόπου υποβάλλεται από τους γονείς, ή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΜονΠρΠειρ  507/2019). Το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κυρία διαφορά, κατ` εφαρμογή του άρθρου 67 ΚΠολΔ, αναβάλλει την πρόοδο της δίκης, προκειμένου να διοριστεί ειδικός επίτροπος, ορίζοντας προθεσμία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, ορίζεται ειδικός επίτροπος.

Α. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει, σε περίπτωση σύγκρουσης των συμφερόντων του ανηλίκου τέκνου με τα συμφέροντα των προσώπων που αναφέρονται περιοριστικά σε αυτή, τον διορισμό ειδικού επιτρόπου, προσώπου δηλαδή, που θα εκπροσωπήσει το ανήλικο τέκνο ειδικά στο πλαίσιο συγκεκριμένης δίκης, ή της έννομης σχέσης, όπου υφίσταται η σύγκρουση συμφερόντων.

Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής είναι η αποτροπή ενδεχόμενης κατάχρησης των αρμοδιοτήτων του γονέα, φορέα της γονικής μέριμνας, με το σκοπό πορισμού ιδίου οφέλους ή υπέρ των συγγενών του, σε βάρος του ανηλίκου τέκνου. 

Β. Η άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου αποτελεί κατ εξοχήν περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων του τέκνου και των γονέων του και πρέπει να διορίζεται ειδικός επίτροπος ακόμη και στην περίπτωση που το ανήλικο τέκνο ομοδικεί αναγκαστικά, ως εναγόμενο, με κάποιο από τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 609 παρ. 3 ΚΠολΔ πρόσωπα.

Γ. Η αίτηση διορισμού ειδικού επιτρόπου υποβάλλεται από τους γονείς, ή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΜονΠρΠειρ  507/2019). Το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κυρία διαφορά, κατ` εφαρμογή του άρθρου 67 ΚΠολΔ, αναβάλλει την πρόοδο της δίκης, προκειμένου να διοριστεί ειδικός επίτροπος και ορίζει προθεσμία.

Δ. Η  άπρακτη πάροδος της προθεσμίας που τάσσεται από το δικαστήριο δεν συνεπάγεται την κατ` άρθρο 151 ΚΠολΔ έκπτωση από το δικαίωμα, αλλά απλώς ότι, όσο διαρκεί η προθεσμία, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία για έκδοση αποφάσεως. Επομένως παραδεκτώς μετά την πάροδο της προθεσμίας διορίζεται ο ειδικός επίτροπος, πριν όμως από το πέρας της νέας συζητήσεως.

 Ε. Με βάση την αρχή της πρωτοβουλίας των διαδίκων (άρθρο 108 ΚΠολΔ) ο αντίδικος του διαδίκου μπορεί, με δική του πρωτοβουλία και επιμέλεια, να προκαλέσει τον ορισμό δικασίμου και τη νέα συζήτηση της υποθέσεως σε ημεροχρονολογία μεταγενέστερη της λήξεως της προθεσμίας που έχει ταχθεί (ΑΠ 186/2011).

Α. Κατά το άρθρο 1393 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφ όσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος, ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του.

Β. Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς τον σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο, ή ενοχικό, δικαίωμα στο ακίνητο, όπως επίσης να γίνεται με αντάλλαγμα, ή χωρίς αντάλλαγμα, το οποίο είναι δυνατόν να υπολογισθεί, ή και να μην υπολογισθεί, κατά τον καθορισμό της διατροφής, που οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον άλλο σύζυγο, ή στα τέκνα του (ΑΠ 1630/2002, ΕφΑθ 9153/2005).

Γ. Αν υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, το δικαίωμα του συζύγου να ζητήσει τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης μπορεί να προστατευθεί και προσωρινά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατ άρθρα 662 επ., 735 ΚΠολΔ).

Δ. Η ρύθμιση αυτή της χρήσης της συζυγικής στέγης δεν έχει μονιμότητα, με την έννοια ότι αν η διάσταση εξελιχθεί σε διαζύγιο και καταστεί αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση, η τύχη της εν λόγω στέγης θα κριθεί με βάση τους γενικούς κανόνες του εμπραγμάτου ή του ενοχικού δικαίου, π.χ. με βάση την κυριότητα ή την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης, και όχι με βάση την ειδική αυτή ρύθμιση που υπόκειται και σε αναθεώρηση όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (ΕφΑθ 7980/1986).

Ε. Το γεγονός αυτό δεν δίνει το δικαίωμα στο σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας της οικογενειακής στέγης, να αξιώσει την άμεση απομάκρυνση του άλλου συζύγου από αυτήν και την απόδοση της χρήσης της αποκλειστικά σε αυτόν με επίκληση των αντίστοιχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων του, αφού πλέον η χρήση της οικογενειακής στέγης αποτελεί αντικείμενο, είτε συναινετικής ρύθμισης, είτε ρύθμισης κατ άρθρο 1393 ΑΚ, ύστερα από αγωγή κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών, ή αίτηση για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης κατ άρθρο 735 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Μέχρι τότε, ο σύζυγος που δεν είναι κύριος ή νομέας της οικογενειακής στέγης, δικαιωματικά παραμένει σ' αυτήν με βάση, είτε την διάταξη του άρθρου 1386 ΑΚ, είτε τη διάταξη του άρθρου 1393 ή και 361 ΑΚ. Η άρνησή του να αποδώσει την χρήση της στον άλλο σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας, δεν συνιστά αντιποίηση τη νομής του, που εξακολουθεί να ασκείται μέσω αυτού ως κατόχου δυνάμει της έννομης σχέσης του γάμου. Όσο ισχύει η ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, δεν υφίσταται προσβολή της νομής, δηλαδή αποβολή ή διατάραξη από το σύζυγο υπέρ του οποίου η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης κατ άρθρο 1393 ΑΚ, γιατί δεν υφίσταται το στοιχείο της παρανομίας. Μόνο αν εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου παύει η ρύθμιση της ΑΚ 1393 και ισχύουν πλέον οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου (Βασ. I Μπρακατσούλα, Ασφαλιστικά Μέτρα, Δ' έκδ. σ. 676 - 679).

Α. Κατά το άρθρο 512 ΑΚ, δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας, δεν μπορούν να ανακληθούν.

Β. Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του.

Γ. Δωρεές από λόγους ευπρέπειας, είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες, ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης, ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Δ. Στις δωρεές που δεν ανακαλούνται περιλαμβάνεται και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από το δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει αμοιβή από το δωρητή για την παροχή τους (ΑΠ 1434/2014).

Ε. Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σε αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα ( ΑΠ 109/2010,  ΑΠ 655/2014).

ΣΤ. Η μνεία στο δωρητήριο συμβόλαιο, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή προς το δωρεοδόχο, ή από λόγους ευπρέπειας, δεν έχει έννομη επιρροή, αλλά πρέπει να εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν είναι αληθινά, θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας (ΑΠ 1434/2014).

Ζ.  Ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων δωρεοδόχων, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ( ΑΠ 655/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ, η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται, αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.

Η ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αρχίζει, εφ όσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, γιατί στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1043/2000, ΑΠ 515/2020).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ  "1. Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη. 2. Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

Β. Επομένως κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 ΚΠολΔ, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εκδίδεται απόφαση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του εισαγγελέα, από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική και δεν χωρεί παρέκταση.

Γ. Η εισαγγελική διάταξη του εισαγγελέα της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκη, που παρέχει την  δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, που προφανώς εκ παραδρομής παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη (η διάταξη εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του έχοντος συμφέρον, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων) έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την συμφωνία του ληξιάρχου. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του ληξιάρχου, τα εν λόγω εκ παραδρομής σφάλματα που παρεισέφρησαν στην ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001).

Δ. Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δεν συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης, με τελεσίδικη απόφαση Ειρηνοδικείου, της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ε. Αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά την διόρθωση, ή συμπλήρωση, της ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει, ούτε επιτρέπεται να περιέχει, διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον, σύμφωνα με τα άρθρα 4 περ. β' και 14 παρ.1 ν. 344/1976.

ΣΤ. Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης του ονόματος, πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών, προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του φέροντος το όνομα, προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος, ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί, με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ΕφΔωδ 347/2005).

Ζ. Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση πρέπει να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜονΠρΧίου 175/1990) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜονΠρΘεσσαλ 20438/2010).

Η. Δεν συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος,  ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα

Θ. Έχει κριθεί ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής, ή αποποίησης, του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜονΠρΠατρ 430/2003), ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜονΠρΘεσσαλ 32576/2007).

Ι. Δεν υφίσταται, όμως, διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος, λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος, ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων το δικαίωμα επιλογής του ονόματος του, και επομένως δεν δικαιολογείται για τους λόγους αυτούς δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (ΕιρΑΘ 1290/2015, ΕιρΒόλου 545/2019, ΜονΠρΘεσσαλ 8/2013, ΜονΠρΘεσσαλ 3516/2013)

Α. Το κύριο όνομα του τέκνου προσδίνεται, είτε είναι βαπτισμένο, είτε είναι αβάπτιστο, με κοινή δήλωση των γονέων στον αρμόδιο Ληξίαρχο. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί από τον ένα γονέα, απαιτείται, όμως, έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου γονέα, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής (ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Β. Η αλλαγή του κύριου ονόματος, επειδή δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, επιτρέπεται, εφ όσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως ο δικαστής εκτιμήσει επαρκή τον σπουδαίο λόγο, η οποία (δικαστική απόφαση) στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Γ. Αίτημα της αγωγής μπορεί να αποτελεί ακόμη και η άρση δοθέντος ήδη ονόματος στο τέκνο. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα, ή την γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο, γιατί, ως ελέχθη, η ονοματοδοσία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του. Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, αναζητεί δε την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς κύρια ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα από τους γονείς, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους γονείς, ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς.

Α. Το επώνυμο του τέκνου προσδίνεται, με κοινή αμετάκλητη δήλωση αμφοτέρων των γονέων, πριν τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Το επώνυμο μπορεί να είναι, είτε το επώνυμο ενός γονέα, είτε συνδυασμός των επωνύμων και των δύο γονέων. Το επώνυμο δεν μπορεί περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα τους (ΑΚ 1505).

Β. Η αλλαγή του επωνύμου του τέκνου, κατ αρχήν, δεν επιτρέπεται. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να χωρήσει, με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, αλλαγή του πατρικού ή μητρικού, επωνύμου του οποίου φορέας είναι το τέκνο, συνισταμένη στην αποβολή του επωνύμου του ενός γονέα και στην αντικατάστασή του με εκείνο του άλλου( ΣτΕ 3220/2015, ΣτΕ 1852/2016).

Γ. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται, αφού προηγουμένως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ακυρωθεί η δήλωση των γονέων περί προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου, κατά τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις, λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, κατά τη διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας (ΠολΠρΑθ 2882/1989, ΠολΠρΑθ 1044/1996, ΠολΠρΘ 21355/2000, ΣτΕ 1852/2016).

Δ. Στην συνέχεια οι γονείς πρέπει, με κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου, να προσδώσουν νέο επώνυμο στο τέκνο, το οποίο στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ, η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται

αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο, ή

αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.

Α. Κατά το άρθρο 508 ΑΚ η δωρεά που έγινε από κάποιον που δεν έχει γνήσιους κατιόντες μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μια πενταετία, αφ ότου εκπληρώθηκε αν, εν όσω ζούσε ο δωρητής, ή ύστερα από το θάνατό του, γεννήθηκε γνήσιο τέκνο του ή αν νομιμοποιήθηκε τέκνο του με γάμο.

Β. Η έλλειψη γνήσιων κατιόντων του δωρητή, ως προϋπόθεση του δικαιώματος ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δωρεάς, ήτοι κατά το χρόνο δηλώσεως της περί δωρεάς βουλήσεως του δωρητή.

Γ. Επιγενόμενη γέννηση γνήσιου τέκνου του, ή η νομιμοποίηση τέκνου του με γάμο, ως προϋπόθεση, επίσης, του ανωτέρω δικαιώματός του, μπορεί να λάβει χώρα έκτοτε (μετά την κατάρτιση της δωρεάς), ενόσω ζούσε ή μετά το θάνατό του, επομένως δε και πριν την μεταγενέστερη της κατάρτισης εκπλήρωση της δωρεάς (σε περίπτωση που δεν ταυτίζονται ο χρόνος κατάρτισης και ο χρόνος εκπλήρωσης της δωρεάς) (ΑΠ 500/2017).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 506 ΑΚ ο κληρονόμος του δωρητή έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος, ενεργώντας με πρόθεση, θανάτωσε τον δωρητή ή τον εμπόδισε να ανακαλέσει τη δωρεά.

Β. Το δικαίωμα του κληρονόμου του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς, γιατί ο δωρεοδόχος, ενεργώντας με πρόθεση, εμπόδισε τον δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά, υφίσταται μόνο εφόσον, ενώ βρίσκονταν στη ζωή ο δωρητής, είχε γεννηθεί στο πρόσωπό του δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για κάποιο νόμιμο λόγο, μεταξύ των οποίων είναι και η αχαριστία του δωρεοδόχου, αλλά ωστόσο ο δωρεοδόχος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του του τον εμπόδισε να ασκήσει το δικαίωμά του για ανάκληση της δωρεάς, μολονότι ο δωρητής είχε τη σχετική επιθυμία (ΕφΑθ 2615/2009, ΕφΑθ 1501/2009, ΠολΠρΘεσ 744/2016).

Α. Με την διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ή στο σύζυγο, ή σε στενό συγγενή του και ιδίως, αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διαθρέψει τον δωρητή. Κατά την έννοια της διάταξης, ως αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή του δωρεοδόχου, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.

Β. Αχαριστία μπορεί, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη και διατροφή, ή από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει εξαιτίας ασθένειας ή γήρατος, καθώς και η προσβλητική συμπεριφορά και περιφρονητική διαγωγή του δωρεοδόχου. Η αδιαφορία αυτή είναι, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται ο δωρητής, κοινωνικά αποδοκιμαστέα, κατά τρόπο ώστε, όταν αυτή συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει την δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Γ. Το αν η από αχαριστία συμπεριφορά, ή διαγωγή, του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα, κρίνεται από το Δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, ιδίως, του δεσμού μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, των ελατηρίων της δωρεάς και της αξίας του αντικειμένου της, λαμβάνοντας επιπλέον υπ όψιν το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, ή του συζύγου, ή στενού συγγενούς του (ΑΠ 656/2011, 654/2011, ΑΠ 1523/2010, ΑΠ 1248/2009).

Δ. Κατά την διάταξη του άρθρου 509 παρ. 1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη, ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο (ΑΠ 1758/2011), δήλωση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Η δήλωση αυτή, η οποία συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή ανατρέπονται αυτοδικαίως τα έννομα αποτελέσματα της ενοχικής σύμβασης της δωρεάς για το μέλλον, από την περιέλευσή της στον δωρεοδόχο.

Ε. Δεν μεταβάλλεται, όμως με αυτήν αυτοδικαίως η εμπράγματη κατάσταση του δωρηθέντος, το οποίο αναζητείται ενοχικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και, ειδικότερα, λόγω λήξης της αιτίας για την οποία δόθηκε το πράγμα.

ΣΤ. Αν το δωρηθέν είναι ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς  γίνεται, εφ όσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 949 του ΚΠολΔ, και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής κατά τα άρθρα 1192 αρ. 4 και 1198 ΑΚ (ΑΠ  500/2019, ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 2110/2017

Ζ. Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφ ενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανακλήσεως, αφ ετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανακλήσεως λόγου και, αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 2110/2017).

Η. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στον δωρεοδόχο,  ή αν πέρασε ένα έτος, αφ ότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Η ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει, εφ όσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, γιατί στην περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπ όψι ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προ ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 917/2015).

Α. Κατά το άρθρο 507 ΑΚ, ο δωρητής, ή ο κληρονόμος του, έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά.

Β. Τρόπος, κατά την έννοια του άρθρου 503ΑΚ, είναι ο όρος υπό τον οποίο παρέχεται η δωρεά, με τον οποίο ο δωρητής επιβάλλει στο δωρεοδόχο υποχρέωση προς παροχή (πράξη ή παράλειψη). Ο τρόπος δεν είναι απαραίτητο να έχει περιουσιακή αξία, πρέπει όμως να μην αντιτίθεται προς το νόμο, ή τα χρηστά ήθη.

Γ. Τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ανάκληση της δωρεάς, λόγω αχαριστίας, καθόσον συνιστούν βαριά παραπτώματα του δωρεοδόχου, με τα οποία φάνηκε αχάριστος απέναντι στον δωρητή, δύνανται ταυτόχρονα να αποτελούν υπαίτια παραβίαση από αυτόν του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (ΑΠ 759/1988, ΑΠ  500/2019).

Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνον ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Β. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της γονικής παροχής και την οικογενειακή κατάσταση δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία τους κλπ..

Γ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509ΑΚ.

Δ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης τότε η γονική παροχή έχει την έννοια της δωρεάς  (ΑΠ 779/2016).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Β. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις.

Γ. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ.

Δ. Αν η γονική παροχή δεν υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, (συντρέχει, δηλαδή, περίπτωση ανάγκης) κρινόμενη κατά το χρόνο της παροχής, ή της υποχρεώσεως, τότε η γονική παροχή δεν  συνιστά δωρεά και για αυτό τον λόγο δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι περί δωρεάς διατάξεις. Αντίθετα, κατά το λόγο που υπερβαίνει το μέτρο, συνιστά δωρεά μόνο κατά το υπερβάλλον, για το οποίο και ως προς αυτό έχουν εφαρμογή οι περί δωρεάς διατάξεις (ΑΠ 654/ 2011, ΕφΠειρ 60/2016, ΕφΛαρ 42/2020).

Ε. Με τα δεδομένα αυτά, η αγωγή με την οποία ζητείται η ανάκληση της γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ, πρέπει να περιλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι, η γονική παροχή είναι δωρεά, γιατί υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο (ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 654/2011, ΕφΠειρ 60/2016).

ΣΤ. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, ή στο σύζυγο, ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια αυτή θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή, του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου, ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σε αυτόν.

Ζ. Αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη, ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει την δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση.

Η. Το ζήτημα, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά, ή διαγωγή, του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, ή του συζύγου, ή του στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (ΑΠ 654/2011, ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1361/2007).

Θ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, προκύπτει ότι από την περιέλευση στο δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθ. 167 ΑΚ), η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά τον χρόνο που γίνεται η ανάκληση δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά ξανά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλά ανατρέπονται «αυτοδικαίως» για το μέλλον τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς.

Ι. Ο δωρεοδόχος είναι υποχρεωμένος πρωτογενώς να επιστρέψει αυτό τούτο το αντικείμενο της δωρεάς, βάσει ενοχής είδους κατά την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α. Η αγωγή είναι ενοχική και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του χωρίς αιτία κατεχομένου πράγματος.

ΙΑ. Αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς, γίνεται, εφ όσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, είτε με τη διεκδικητική αγωγή, είτε με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως (949 ΚΠολΔ) και μεταγραφή, αφ ενός της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και αφ ετέρου της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής. Εφόσον πραγματοποιηθούν τα ανωτέρω νομικά γεγονότα, μετατίθεται η κυριότητα του δωρηθέντος στον δωρητή (ΕφΛαρ 42/2020).

ΙΒ. Στην αγωγή πρέπει να περιγράφεται ότι η γονική παροχή υπερβαίνει το μέτρο των περιστάσεων και αποτελεί στην πραγματικότητα δωρεά, η οποία και πρέπει να ανακληθεί λόγω της αχαριστίας που επέδειξε ο εναγόμενος και δη με συμπεριφορά εξακολουθητική, η οποία και συνεχίζεται μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αίτημα (στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου) την ανάκληση του συμβολαίου της γονικής παροχής  κυριότητας (ή ψιλής κυριότητας) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει την κυριότητα νομή και κατοχή του εν λόγω ακινήτου, για την περίπτωση δε που δεν το πράξει τούτο οικειοθελώς, να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης περί αναμεταβίβασης στον ενάγοντα της κυριότητας, νομής και κατοχής του περιγραφόμενου αγωγή ακινήτου.

Α. Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 ΑΚ υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης (άρθρο 1835 ΑΚ).

Β. Την αγωγή ασκούν ο μεριδούχος, ή οι διάδοχοί του μόνο, κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα. Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει. Η αγωγή παραγράφεται δύο χρόνια μετά το θάνατο του κληρονομουμένου (άρθρο 1836 ΑΚ).

Γ. Αν ο δωρεοδόχος είναι μεριδούχος, η ανατροπή της δωρεάς χωρεί μόνο για ό,τι έλαβε επιπλέον της νόμιμης μοίρας που του αναλογεί (άρθρο 1838 ΑΚ)

Δ. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές, οι οποίες προστίθενται στην κληρονομία.

Ε. Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά, όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα, αφού, κατά την διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές ΑΠ 23/2015, ΑΠ 1052/2013, ΑΠ 518/2006).

ΣΤ. Όταν με αγωγή μέμψης προσβάλλεται γονική παροχή που έγινε προς μεριδιούχο, είτε για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, να εκτίθενται σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολο της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ. (ΑΠ 23/2015, ΑΠ 1052/2013, ΑΠ 518/2006).

Η Δωρεά ανακαλείται

Α. Ανάκληση δωρεάς από δωρητή.

Ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή, ή στον σύζυγο, ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή (άρθρο 505 ΑΚ).

Β. Ανάκληση δωρεάς από κληρονόμο του δωρητή.

Ο κληρονόμος του δωρητή έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος, ενεργώντας με πρόθεση, θανάτωσε το δωρητή, ή τον εμπόδισε να ανακαλέσει τη δωρεά (άρθρο 506 ΑΚ).

Γ. Ανάκληση δωρεάς υπό τρόπο.

Ο δωρητής, ή ο κληρονόμος του, έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (άρθρο 507 ΑΚ).

Δ. Ανάκληση δωρεάς μετά γέννηση τέκνου.

Η δωρεά που έγινε από κάποιον που δεν έχει γνήσιους κατιόντες μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μια πενταετία αφ ότου εκπληρώθηκε αν, ενόσω ζούσε ο δωρητής, ή ύστερα από το θάνατό του, γεννήθηκε γνήσιο τέκνο του, ή αν νομιμοποιήθηκε τέκνο του με γάμο (άρθρο 508 ΑΚ).

Ε. Απαγόρευση ανάκλησης δωρεάς.

Η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης (άρθρο 510 ΑΚ).

Δεν επιτρέπεται ανάκληση ύστερα από το θάνατο του δωρεοδόχου (άρθρο 510 ΑΚ).

Δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν (άρθρο 512 ΑΚ).

Προκαταβολική παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης δεν ισχύει. (άρθρο 511ΑΚ).

ΣΤ. Δήλωση ανάκλησης.

Η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με δήλωση προς το δωρεοδόχο. Αφού γίνει η ανάκληση αποσβήνεται η υποχρέωση του δωρητή για παροχή και αναζητείται η παροχή που εκπληρώθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 509 ΑΚ).

Ζ. Μέμψη άστοργης δωρεάς. 

Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 ΑΚ υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης (άρθρο 1835 ΑΚ). Την αγωγή ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα. Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει. Η αγωγή παραγράφεται δύο χρόνια μετά το θάνατο του κληρονομουμένου (άρθρο 1836 ΑΚ). Αν ο δωρεοδόχος είναι μεριδούχος, η ανατροπή της δωρεάς χωρεί μόνο για ό,τι έλαβε επιπλέον της νόμιμης μοίρας που του αναλογεί (άρθρο 1838 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 358 ΠΚ, ως ισχύει, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που την επιβάλει σε αυτόν ο νόμος και έχει αναγνωριστεί, έστω προσωρινά, με εκτελεστό τίτλο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις, ή να αναγκαστεί να δεχτεί την βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, ή χρηματική ποινή.

Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», το οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της υιοθεσίας. 

Ο υποψήφιος θετός γονέας πρέπει πρώτα να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων». Αφού γίνει η υιοθεσία (με δικαστική απόφαση) αυτή καταχωρείται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών».

(Δεν επέρχονται άλλες αλλαγές στην διαδικασία της υιοθεσίας και ισχύουν όσα μέχρι σήμερα έχουν αναρτηθεί στο «site»).

Αναλυτικά 

Α. Για να γίνει κάποιος «υποψήφιος» θετός γονέας πρέπει να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των κοινωνικών υπηρεσιών α) των Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, των Τμημάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών -Περιφερειακών Ενοτήτων, η

β) των Κοινωνικών Υπηρεσιών των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας των Περιφερειών, ή

γ) των Δημοτικών Βρεφοκομείων.

Β. Για τις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων στις οποίες, είτε οι ανήλικοι, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για την διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, αναγνωρίζονται ως εξειδικευμένες οι εξής κοινωνικές υπηρεσίες,

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρμοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας του Κεντρικού Τομέα και οι Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής,

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα,

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, και

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

Γ. Για την εγγραφή στα «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» απαραίτητο είναι η υποβολή στην κοινωνική υπηρεσία, που επιλέχθηκε, αίτησης ενδιαφέροντος, με αναφορά στο επάγγελμα και την κατοικία και με πλήρη δημογραφικά στοιχεία του υποψηφίου θετού γονέα, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, με αποδεικτικά στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του.

Δ. Μετά την υποβολή της αίτησης ενδιαφέροντος η επιλεχθείσα κοινωνική υπηρεσία διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Ε. Στην συνέχεια ο υποψήφιος θετός γονέας (υποχρεωτικά) παρακολουθεί πρόγραμμα επιμόρφωσης, που διεξάγεται από την κοινωνική υπηρεσία που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

ΣΤ. Αφού ολοκληρώσει το πρόγραμμα επιμόρφωσης λαμβάνει βεβαίωση παρακολούθησης και καταλληλότητας και εγγράφεται στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων», το οποίο τηρείται από το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης)

Ζ. Αφού ολοκληρωθεί με δικαστική απόφαση η υιοθεσία, τα στοιχεία που την αφορούν εγγράφονται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», που τηρείται από το ΕΚΚΑ. Τα στοιχεία αυτά είναι, α) το ονοματεπώνυμο του υιοθετούμενου ανηλίκου και τα στοιχεία ταυτότητας, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, β) το ονοματεπώνυμο των φυσικών γονέων και των συγγενών εξ αίματος ως τρίτου βαθμού, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά του στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και η κατάσταση υγείας των φυσικών γονέων µε έγγραφη συναίνεσή τους, γ) το ονοματεπώνυμο των θετών γονέων, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά τους στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, καθώς και η κατάσταση υγείας των θετών γονέων, δ) ο αριθμός της δικαστικής απόφασης, που κηρύσσει την υιοθεσία.

Την υποχρέωση εγγραφής των παραπάνω στοιχείων της υιοθεσίας στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών» έχει ο Εισαγγελέας του αρμοδίου για την κήρυξη της υιοθεσίας δικαστηρίου, μέσα σε (10) ημέρες από την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσει την υιοθεσία. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εξειδικευμένες σε θέματα διακρατικών υιοθεσιών υπηρεσίες και οργανώσεις.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» για όσους θέλουν και είναι κατάλληλοι να γίνουν «ανάδοχοι γονείς» και «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων», στο οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της αναδοχής των ανηλίκων. 

Ο υποψήφιος «ανάδοχος γονέας» πρέπει, αν είναι κατάλληλος για «ανάδοχος γονέας» να εγγραφεί πρώτα στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» του φορέα αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Αφού γίνει η αναδοχή αυτή καταχωρείται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης). 

Αναλυτικά 

A. Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας».

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

B. Αφού πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις καταλληλότητας, υποβάλει «αίτηση ενδιαφέροντος» στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ενός των παρακάτω φορέων αναδοχής

α) Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, στα Τμήµατα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικών βρεφοκομείων, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικών υπηρεσιών των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

Γ. Η «αίτηση ενδιαφέροντος» στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο αριθμός ΑΜΚΑ, η διεύθυνση κατοικίας, η ηλικία του αιτούντος και ο λόγος για τον οποίο θέλει να γίνει «ανάδοχος γονέας» συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά

α) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης

β) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος των (3) τελευταίων φορολογικών ετών. Αν δεν έχει  εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους, αρκεί υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι έχει υποβάλει τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους και ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσκομίσει την εν λόγω πράξη όταν αυτή εκδοθεί.

γ. πιστοποιητικό δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, από το οποίο προκύπτει ότι ο ίδιος και τα συνοικούντα µε αυτόν πρόσωπα, δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

δ. πιστοποιητικό περί µη θέσης σε δικαστική συμπαράσταση, ή κίνησης σχετικής διαδικασίας, από το πρωτοδικείο του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ως και όσων συνοικούν µε αυτόν.

ε. αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του ιδίου, ως και όσων συνοικούν με αυτόν ενήλικων µελών, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών καθώς και για όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

στ. πιστοποιητικό ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για όσα αδικήματα προβλέπονται στην παραπάνω περίπτωση.

ζ. πιστοποιητικό, που εκδίδεται από την εισαγγελία του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ότι δεν είναι φυγόδικος, ή φυγόποινος για τα ίδια αδικήματα.

Δ. Μετά την υποβολή της αίτησης (και την προσκόμιση των ανωτέρω δικαιολογητικών) ο επιλεχθείς φορέας αναδοχής υποχρεούται να διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος. Η έρευνα διεξάγεται και περατώνεται μέσα σε (3) μήνες από την υποβολή των παραπάνω δικαιολογητικών.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Ε. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο φορέας συντάσσει έκθεση καταλληλότητας και εγγράφει τον υποψήφιο στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» που τηρεί.

ΣΤ. Στη συνέχεια ο υποψήφιος γονέας παρακολουθεί (υποχρεωτικά) πρόγραμμα εκπαίδευσης, που διεξάγεται από τον φορέα που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

Ζ. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος εκπαίδευσης, ο φορέας εγγράφει τον υποψήφιο στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων», που τηρείται στο ΕΚΚΑ.

Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης τριετίας και µη τοποθέτησης ανηλίκου σε υποψήφιο ανάδοχο, αυτός διαγράφεται από το «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Για την επανεγγραφή του ακολουθείται η ίδια διαδικασία από την αρχή.

Η. Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

Θ. Αφού ολοκληρωθεί η αναδοχή του ανηλίκου, αυτή εγγράφεται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρείται στο ΕΚΚΑ 

Ι. Κανένας δεν μπορεί να γίνει «ανάδοχος γονέας», αν πρώτα δεν ακολουθήσει την παραπάνω διαδικασία και δεν εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

ΙΑ. Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι».

«Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

Οι περί διατροφής από τον νόμο διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς συμβάσεις που τροποποιούν, ή καταργούν, την προβλεπόμενη από τον νόμο ρύθμιση είναι κατά κανόνα άκυρες.

Παρά ταύτα, το δικαίωμα διατροφής από το νόμο, μπορεί να αναγνωρισθεί και να τροποποιηθεί με σύμβαση των ενδιαφερομένων, αρκεί αυτή να μην ενέχει παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής για το μέλλον.

Οι διατάξεις των άρθρων 1442 έως 1443 ΑΚ είναι διατάξεις ενδοτικού δικαίου, με συνέπεια να επιτρέπεται, είτε πριν, είτε μετά, το διαζύγιο, ο συμβατικός καθορισμός της, μετά την λύση του γάμου με διαζύγιο παρεχόμενης από τον ένα στον άλλο, από τους πρώην συζύγους διατροφής, ή ακόμη και η συμβατική παραίτηση και για το μέλλον από την αξίωση αυτή (ΑΠ 222/2000).

Οι συμφωνίες είναι έγκυρες, εφ όσον έγιναν μεταξύ διαζευγμένων, δηλαδή μετά την με αμετάκλητη δικαστική απόφαση απαγγελία του διαζυγίου. Αν οι συμφωνίες έγιναν διαρκούντος του γάμου και διακανονίζουν τα της διατροφής του άλλου συζύγου μετά το διαζύγιο είναι άκυρες ως ανήθικες κατά το άρθρ. 178 του ΑΚ, εάν έγιναν προς διευκόλυνση της λύσης του γάμου (ΑΠ 2052/1983, ΑΠ 1143/1986).

Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι οφείλεται διατροφή, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1442 ΑΚ προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να αξιωθεί μεταγαμιαία διατροφή και χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που τίθενται στο άρθρο αυτό.

Μάλιστα, δεν αποκλείεται, να συμφωνηθούν οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται η διατροφήαυτή, αλλά να αφέθηκε σε μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, ο καθορισμός, ή η αναπροσαρμογή του ποσού, της παρεχόμενης σε ορισμένο χρονικό διάστημα διατροφής, οπότε, εφ όσον η θέληση των μερών ήταν να οφείλεται και κατά το διάστημα αυτό διατροφή, εάν δεν επακολουθήσει συμφωνία τους για το ποσό της διατροφής, αυτό θα καθοριστεί με δίκαιη κρίση από το δικαστήριο, κατ` ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ (ΟλΑΠ1381/1983, ΑΠ 351/1996, ΑΠ 393/2002, ΑΠ 929/2001).

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο, περιορίζεται στον καθορισμό του οφειλόμενου, κατά τους όρους της σύμβασης, ποσού τηςδιατροφήςκαι δεν ερευνά, εάν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 1442 ΑΚ) για να οφείλεται διατροφή μετά το διαζύγιο.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες να διεξάγουν την κατ άρθρο 1557 ΑΚ κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους θετούς γονείς σε υιοθεσίες ανηλίκων, που τελούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και να διαμεσολαβούν για την πραγματοποίηση των υιοθεσιών ανηλίκων που έχουν υπό την προστασία τους, είναι  οι εξής υπηρεσίες

α) οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, τα Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών/ Περιφερειακών Ενοτήτων, ή

β) οι Κοινωνικές Υπηρεσίες των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή  

γ. τα Δημοτικά Βρεφοκομεία.

2. Σε υιοθεσίες ανηλίκων στις οποίες, είτε αυτοί, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για τη διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους (άρθρο 4 του ν. 2447/1996) αναγνωρίζονται ως εξειδικευµένες οι εξής υπηρεσίες

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρµοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας του Κεντρικού Τοµέα και οι Διευθύνσεις Δηµόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής, ή

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα, ή

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

3. Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέσα σε (15) ημέρες.

4. Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

5. Αν δεν ολοκληρωθεί η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

1. Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους αναδόχους γονείς, είναι  οι παρακάτω φορείς αναδοχής

α) Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικά βρεφοκομεία, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικές υπηρεσίες των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

2. Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

3. Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

4. Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Η εγγραφή των πολιτογραφημένων αλλοδαπών, αλλογενών και ομογενών, στα δημοτολόγια και τα Μητρώα Αρρένων, γίνεται µε νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους και µε τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτή.

Η αλλαγή του κυρίου ονόματος των πολιτογραφημένων αλλοδαπών (ομογενών ή αλλογενών) δεν εμπίπτει στις διατάξεις του ν.δ 2573/1953 και κατά συνέπεια δεν υπάγεται στις αρμοδιότητες του ∆ημάρχου, που απορρέουν από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010.

Η μόνη δυνατότητα που δίνεται βάσει του παραπάνω ν.δ είναι ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος, η οποία αφορά µόνο πολιτογραφημένους ομογενείς και συνίσταται στη μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο αιτών επιθυμεί.

Η μετά την πολιτογράφηση προσκόμιση έκθεσης βάπτισης δεν οδηγεί σε αλλαγή με αίτηση στον Δήμαρχο του κυρίου ονόματος. Απαιτείται να γίνει τροποποίηση στην απόφαση πολιτογράφησης.  

Κατ’ εφαρμογή του ν.δ 2573/1953, όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2130/1993 και ισχύει σύμφωνα µε την παρ. 9 περ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995, σε εξελληνισμό των ονοματεπωνυμικών στοιχείων τους μπορούν να προβούν με αίτηση στον οικείο Δήμαρχο

α) Οι Έλληνες του εξωτερικού

β) Οι ομογενείς αλλοδαποί, που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και

γ) Οι παλιννοστούντες ομογενείς, που έχουν την ελληνική ιθαγένεια

Ως εξελληνισμός κυρίου ονόματος ή επωνύμου νοείται η μετατροπή επί το ελληνικότερο της κατάληξης του κυρίου ονόματος ή του επωνύμου.

Ο νόμος παρέχει την ευχέρεια της πρόσληψης επωνύμου πατέρα σε τέκνα γεννημένα εκτός γάμου των γονέων τους, µέσω της διαδικασίας που ορίζει το ν.δ. 2573/1953 και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικές Αποφάσεις α) Φ 91400/2961/2001 και β) Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 282 ν. 3852/2010.

O ∆ήμαρχος με απόφασή του, μετά από αίτηση των ενδιαφερόμενων, ή κάθε προσώπου που ασκεί γονική μέριμνα, ή επιτροπεία, δίδει επώνυμο πατέρα σε τέκνα γεννημένα εκτός γάμου των γονέων τους που δεν έχουν αναγνωριστεί. Σκοπός των ανωτέρω διατάξεων είναι να προσδίδονται στα παιδιά, γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, πλασματικά στοιχεία περί της οικογενειακής τους προέλευσης, για να εκλείπει, τυπικά τουλάχιστον, από τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από τα επίσημα βιβλία (µμητρώα αρρένων, δημοτολόγια κ.λ.π.) ο χαρακτηρισμός τους, ως αγνώστων γονέων ή χωρίς γάμο των γονέων τους.

Η αρμοδιότητα του Δημάρχου για αλλαγή επωνύμου ανηλίκου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010, σε συνδυασμό µε αυτές της παρ. 1α του άρθρου 282 του ν. 3852/2010, είναι περιορισμένη και αφορά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν υφίσταται σχετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί επωνύμου, οι οποίες είναι ειδικές και υπερισχύουν των γενικών διατάξεων για πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου.

Δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Δημάρχου να προβεί σε αλλαγή επωνύμου ανηλίκου, όταν για αυτά υφίσταται αμετάκλητος προσδιορισμός επωνύμου µε δήλωση των ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτών, επειδή σε αντίθετη περίπτωση καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Οι γονείς του αναγνωρισθέντος τέκνου από κοινού οφείλουν να προβούν στον ληξίαρχο σε κοινή αμετάκλητη δήλωση προσδιορισμού επωνύμου και δημοτικότητας του εκτός γάμου γεννηθέντος τέκνου τους.

Μπορεί και μόνο ο ένας γονέας να προβεί στην δήλωση επωνύμου και ορισμού δημοτικότητας του ανηλίκου, εφ όσον έχει  εξουσιοδότηση από τον άλλον γονέα µε ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και όχι µε τη συμβολαιογραφική πράξη αναγνώρισης, γιατί αυτή αφορά μόνο στην αναγνώριση του εκτός γάμου γεννημένου τέκνου.

Οι Έλληνες πολίτες μπορούν να αλλάξουν το Ελληνικό επώνυμό τους, μόνο εφ όσον συντρέχουν οι εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, και εφ όσον το επώνυμό τους τους δημιουργεί, ή μπορεί να τους δημιουργήσει, ψυχικά προβλήματα και εφ όσον α) είναι κακόηχα, β) προκαλούν την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερή στην προφορά, δ) κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ε) αντίθετα στις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής.

Η αρμοδιότητα αλλαγής επωνύμου, σύμφωνα με τις  διατάξεις του ν.δ 2573/1953, ως ισχύει, και του  άρθρου 94 του ν. 3852/2010, ανήκει στον αρμόδιο Δήμαρχο.  

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης από τον Δήμαρχο, αποκλειστικά αρμόδιο όργανο, που μπορεί ο αιτών να προσφύγει, είναι το ΣτΕ, δημιουργούμενης ακυρωτικής διαφοράς (ΕφΘεσ 2493/2017, ΣτΕ 4317/2011)..

Οι διατάξεις του ν.δ 2573/1953, περί  αλλαγής επωνύμου διά της διοικητικής οδού, υποχωρούν μόνο προ των αναγκαστικών διατάξεων του ΑΚ, που ρυθμίζουν, κατά τρόπο δεσμευτικό και αποκλειστικό, την πρόσκτηση επωνύμου τέκνων, όπως αυτής του άρθρου 1506 ΑΚ, που προβλέπει για το επώνυμο των εκτός γάμου τέκνων και αυτής του άρθρου 1505 παρ.1 ΑΚ, που προβλέπει για το επώνυμο των εντός γάμου τέκνων, οπότε σε περίπτωση, που η συνταχθείσα σχετικώς ληξιαρχική πράξη έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις αυτές, χωρεί διόρθωσή της κατ' εφαρμογή του άρθρου 782 παρ. 3 ΚΠολΔ, με συνακόλουθη συνέπεια η για τους λόγους αυτούς διόρθωση να αποτελεί θέμα που, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με έκδοση απόφασης κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δημάρχου (ΕφΘεσ 2493/2017).

Σύμφωνα με το ν.δ 2573/1953, ως ισχύει, η αλλαγή επωνύμου, καθώς και η πρόσληψη πατρώνυμου και μητρωνύμου σε παιδιά γεννηθέντα χωρίς νόμιμο γάμο των γονέων τους, ή αγνώστων γονέων, γίνεται με απόφαση του Δημάρχου

Η προσθήκη στοιχείων που λείπουν στις εγγραφές στα μητρώα αρρένων, ή στα δημοτολόγια, καθώς και η διόρθωση αυτών, εκτός της ηλικίας, για την οποία προβλέπουν ειδικές διατάξεις, γίνεται, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, ή αυτεπάγγελτα, με απόφαση του Δημάρχου

Προκειμένου περί, α) Ελλήνων του εξωτερικού, β) ομογενών αλλοδαπών που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και γ) παλιννοστούντων ομογενών που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ο Δήμαρχος, προς το σκοπό εξελληνισμού του ονοματεπωνύμου τους, μπορεί να αποφασίσει την αλλαγή, τόσο του επωνύμου, όσο και του κύριου ονόματος. Ως εξελληνισμός κυρίου ονόματος ή επωνύμου, νοείται η μετατροπή επί το ελληνικότερο της κατάληξης του κυρίου ονόματος, ή του επωνύμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ  "1. Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη. 2. Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

Επομένως κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 ΚΠολΔ, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εκδίδεται απόφαση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του εισαγγελέα, από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική και δεν χωρεί παρέκταση.

Σημειώνεται ότι η εισαγγελική διάταξη του εισαγγελέα της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκη, που παρέχει την  δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, που προφανώς εκ παραδρομής παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη (η διάταξη εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του έχοντος συμφέρον, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων) έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την συμφωνία του ληξιάρχου. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του ληξιάρχου, τα εν λόγω εκ παραδρομής σφάλματα που παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001).

Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δεν συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης, με τελεσίδικη απόφαση Ειρηνοδικείου, της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά την διόρθωση, ή συμπλήρωση, της ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει, ούτε επιτρέπεται να περιέχει, διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον, σύμφωνα με τα άρθρα 4 περ. β' και 14 παρ.1 ν. 344/1976.

Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών, προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του φέροντος το όνομα, προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος, ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί, με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ΕφΔωδ 347/2005).

Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜονΠρΧίου 175/1990) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜονΠρΘεσσαλ 20438/2010).

Δεν συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος,  ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα

Έχει κριθεί ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής, ή αποποίησης, του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜονΠρΠατρ 430/2003), ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜονΠρΘεσσαλ 32576/2007).

Δεν υφίσταται, όμως, διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος, λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος, ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων το δικαίωμα επιλογής του ονόματος του, και επομένως δεν δικαιολογείται για τους λόγους αυτούς δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (ΕιρΑΘ 1290/2015, ΕιρΒόλου 545/2019, ΜονΠρΘεσσαλ 8/2013, ΜονΠρΘεσσαλ 3516/2013)

Η χορήγηση κυρίου ονόματος και επωνύμου στο τέκνο αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι δε ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί περιεχόμενο της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510 επ. ΑΚ, ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Α. Το επώνυμο του τέκνου προσδίνεται, με κοινή αμετάκλητη δήλωση αμφοτέρων των γονέων, πριν τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Το επώνυμο μπορεί να είναι, είτε το επώνυμο ενός γονέα, είτε συνδυασμός των επωνύμων και των δύο γονέων. Το επώνυμο δεν μπορεί περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα τους (ΑΚ 1505).

Β. Το κύριο όνομα του τέκνου προσδίνεται, είτε είναι βαπτισμένο, είτε είναι αβάπτιστο, με κοινή δήλωση των γονέων στον αρμόδιο Ληξίαρχο. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί από τον ένα γονέα, απαιτείται, όμως, έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου γονέα, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής (ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Γ. Η αλλαγή του επωνύμου του τέκνου, κατ αρχήν, δεν επιτρέπεται. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται, αφού προηγουμένως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ακυρωθεί η δήλωση των γονέων περί προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου (ΑΚ 140, 147, 150). Στην συνέχεια οι γονείς πρέπει, με κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου, να προσδώσουν νέο επώνυμο στο τέκνο, το οποίο στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Δ. Η αλλαγή του κύριου ονόματος, επειδή δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, επιτρέπεται, εφ όσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως ο δικαστής εκτιμήσει επαρκή τον σπουδαίο λόγο, η οποία (δικαστική απόφαση) στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Ε. Η συναίνεση και των δύο γονέων για την πρόσδοση του κυρίου ονόματος στο τέκνο είναι απαραίτητη ακόμα και αν η γονική μέριμνα, ή, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων για το κύριο όνομα του τέκνου, είτε εντός γάμου είτε σε διάσταση, είτε διαζευγμένοι, αποφασίζει το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, είτε από τον ένα γονέα, ή τον άλλον, είτε και από τους δύο μαζί.

ΣΤ. Αίτημα της αγωγής μπορεί να αποτελεί ακόμη και η άρση δοθέντος ήδη ονόματος στο τέκνο.

Ζ. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα, ή την γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο, γιατί, ως ελέχθη, η ονοματοδοσία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του. Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, αναζητεί δε την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς κύρια ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα από τους γονείς, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους γονείς, ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς.

Α. Κληρονομητήριο είναι το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, του καταπιστευματοδόχου, του κληροδόχου, ή του εκτελεστή διαθήκης. Όποιος στο πιστοποιητικό ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης, τεκμαίρεται ότι έχει τα δικαιώματα, που αναφέρονται στο πιστοποιητικό.

Β. Χορηγείται από τον ειρηνοδίκη του δικαστηρίου της κληρονομίας με απόφασή του, κατόπιν αίτησης του έχοντος κληρονομικό δικαίωμα.

Γ. Το πιστοποιητικό αναρτάται για (10) ημέρες στο Ειρηνοδικείο. Αν ασκηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία παρέμβαση τρίτου, ο ειρηνοδίκης προσδιορίζει δικάσιμο για την συζήτησή της, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση.

Δ. Το κληρονομητήριο περιέχει, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου, β) τα ονοματεπώνυμα των κληρονόμων, καταπιστευματοδόχων, ή των κληροδόχων στους οποίους παρέχεται, γ) τις κληρονομικές μερίδες του καθενός, ή τα αντικείμενα τα οποία περιέρχονται στον καθένα, δ) τους όρους, ή τους περιορισμούς, με τους οποίους η κληρονομία, το καταπίστευμα, ή η κληροδοσία περιέρχεται στον καθένα και αν πρόκειται για κληρονόμο, τα καταπιστεύματα και τα κληροδοτήματα που βαρύνουν την κληρονομία και ε) τα ονοματεπώνυμα των εκτελεστών διαθήκης και τις εξουσίες που η διαθήκη τους παρέχει.

Ε. Αν το κληρονομητήριο χορηγείται σε εκτελεστή διαθήκης, περιέχει μόνο, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου και β) το ονοματεπώνυμο του εκτελεστή διαθήκης και τις εξουσίες που του παρέχει η διαθήκη.

ΣΤ. Κάθε δικαιοπραξία, ή δικαστική πράξη, όποιου στο κληρονομητήριο ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης με τρίτον, ή απέναντι σε τρίτον, ή του τρίτου απέναντι σε αυτούς είναι ισχυρή υπέρ του τρίτου, σε όση έκταση ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 821 ΚΠολΔ, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την ανακρίβεια του πιστοποιητικού, ή την υποβολή αίτησης για αφαίρεση, ή κήρυξη ανίσχυρου του πιστοποιητικού, ή την ανάκληση ,ή την τροποποίησή του.

Ζ. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, μπορεί να προσβληθεί με έφεση μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την δημοσίευσή της. Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης και την έκδοση του πιστοποιητικού.

Η. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, δεν προσβάλλεται με αναψηλάφηση, αναίρεση, ή τριτανακοπή.

Θ. Το κληρονομητήριο, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αφαιρεθεί, να κηρυχθεί ανίσχυρο, να τροποποιηθεί, ή να ανακληθεί. Η αίτηση  υποβάλλεται στο δικαστήριο της κληρονομίας.

Ι. Η απόφαση, που διατάζει την αφαίρεση του κληρονομητηρίου, ή το κηρύσσει ανίσχυρο, ή εκείνη που το τροποποιεί, ή το ανακαλεί, μπορεί να προσβληθεί μόνο με τριτανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 1965 ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 29 του ν.44/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων», προκύπτει ότι οι ληξίαρχοι υποχρεούνται να καταχωρούν τους γάμους που δηλώνονται σε αυτούς χωρίς να έχουν την δυνατότητα να ελέγχουν το κύρος αυτών, εκτός αν είναι ανυπόστατοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος είναι δυνατό να προβληθεί και κατά της αγωγής διατροφής ανηλίκου τέκνου. Για την θεμελίωσή της απαιτείται η προβολή και απόδειξη ιδιαίτερων περιστατικών, τα οποία σε συγκεκριμένη περίπτωση, καταδεικνύουν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, ή των χρηστών ηθών, ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος διατροφής, κατά την άσκησή του από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγόμενου.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η περίπτωση χαλάρωσης του συναισθηματικού δεσμού που επιβάλλεται να υφίσταται μεταξύ γονέων και τέκνων, αν δεν προσβάλλεται με ακραία περιστατικά αχαριστίας, ή προσβολής του προσώπου του υπόχρεου.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η άρνηση επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του, το οποίο συγκατοικεί με την ασκούσα την επιμέλεια μητέρα του.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η προσφώνηση του πατέρα με το κύριο όνομα του αντί του «πατέρα».

Συνιστά, όμως, καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η εθελούσια αλλαγή επωνύμου του δικαιούχου, γιατί με τον τρόπο αυτό προκύπτει σαφής και κατηγορηματική δήλωση του τελευταίου, να μην υπάρχει πλέον μεταξύ του γεννήτορα και αυτού οποιοσδήποτε συναισθηματικός δεσμός, και δείχνει περιφρόνηση προς τον πατέρα του και έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς αυτόν ( Εφθεσ 1439/2005, ΕφΠειρ 3/1996, ΕφΑθ 2564/2011).

Σύμφωνα με το (νέο) άρθρο 1532 ΑΚ, ως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 4800/2021, αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέ­λεια του προσώπου του τέκνου, ή την διοίκηση της περι­ουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρη­στικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Α. Κακή άσκηση γονικής μέριμνας

Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν 

α) η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και δια­τάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο, ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β) η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ) η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων, ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ) η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε) η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει την διατροφή που επιδι­κάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο, ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ) η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

Η ρύθμιση περιλαμβάνει τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ως και για τα εγκλήματα των άρθρων 312 ΠΚ (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο), 330 ΠΚ (εξαναγκασμός με σωματική βία, ή απειλή σωματικής βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης, σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή) και 333 ΠΚ (πρόκληση σε άλλον τρόμο, ή ανησυχία, με απειλεί βίας, ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης).

Β. Συνέπειες κακής άσκησης 

Το δικαστήριο δύναται

α) να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, 

β) να διατάξει κάθε πρόσφορο μέ­τρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου.

γ) αν συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο γονέων κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου, ή ακόμα και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο, ή και να διορίσει επίτροπο.

Γ. α) Βασική προϋπόθεση, πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, είναι η υπαγωγή της υπόθεσης σε «διαμεσολάβηση». Αν δεν επιτευχθεί «διαμεσολαβητική συμφωνία» ο ενδιαφερόμενος γονέας οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο.

β) Στην περίπτωση καταδίκης του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1514 ΑΚ, δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε διαμεσολάβηση.

Δ. Ρύθμιση επειγουσών περιπτώσεων

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για την σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει κάθε πρό­σφορο μέτρο για την προστασία του τέκνου, μέχρι την έκδοση της απόφασης του επιληφθέντος δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο αιτών εντός (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά (90) επιπλέον ημέρες.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1506 ΑΚ το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του παίρνει το επώνυμο της μητέρας του (ΑΚ 1506).

Α. Ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να δώσει στο τέκνο, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το επώνυμό του στη θέση του έως τότε επωνύμου του τέκνου, ή να το προσθέσει στο υπάρχον επώνυμο του τέκνου, αν συναινεί συμβολαιογραφικά η μητέρα και το τέκνο.

Β. Σε περίπτωση επιγενομένου γάμου των γονέων, εφ όσον το τέκνο είναι ανήλικο μπορεί ο πατέρας του, με κοινή δήλωση με την μητέρα του, ενώπιον συμβολαιογράφου, να του δώσει το δικό του επώνυμο, αφαιρώντας το επώνυμο της μητέρας, ή να το προσθέσει (ΑΚ 1505).

Γ. Σε περίπτωση αναγνώρισης (εκούσια ή δικαστική) το ενήλικο τέκνο, ή, αν αυτό είναι ανήλικο, οι γονείς του, ή και ένας από αυτούς, ή ο επίτροπός του, δικαιούνται, μέσα σε προθεσμία (1) έτους από την ολοκλήρωση της αναγνώρισης, να προσθέσουν, με δήλωση στον ληξίαρχο, το πατρικό επώνυμο στο επώνυμο του τέκνου. Αν στην δήλωση προβαίνουν οι δύο γονείς από κοινού, μπορούν να δώσουν ως επώνυμο του τέκνου το επώνυμο του πατέρα.

Ισχύουν οι παρακάτω ρυθμίσεις που είναι αναγκαστικού δικαίου. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι ανίσχυρη.

Υιοθεσία ανηλίκου

α) Το θετό ανήλικο τέκνο παίρνει, αυτοδίκαια, το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα, όταν ενηλικιωθεί, να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του (ΑΚ 1563).

β) Το κύριο όνομα του ανηλίκου παραμένει στο όνομα που έφερε πριν την υιοθεσία. Μπορεί, όμως, κατά την υιοθεσία, ο υιοθετών να προσθέσει και άλλο όνομα (ΑΚ 1565).

γ) Ο θετός γονέας, με αίτησή του στο αρμόδιο δικαστήριο, μέσα σε (1) έτος από την υιοθεσία και εφ όσον το θετό τέκνο δεν έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του, μπορεί, να ζητήσει να απαληφθεί το κύριο όνομα, που έφερε το θετό τέκνο πριν την υιοθεσία. Αν το θετό τέκνο έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του είναι απαραίτητη η συναίνεσή του.

δ) Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας από συζύγους, ή υιοθεσίας από τον ένα σύζυγο του τέκνου του άλλου, ισχύει και για το θετό τέκνο η δήλωση που, τυχόν, έκαναν οι σύζυγοι σχετικά με το επώνυμο των τέκνων τους, πριν από τον γάμο, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου τελέστηκε ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Αν δεν έχει γίνει παρόμοια δήλωση, μπορεί να γίνει στον ληξίαρχο ταυτόχρονα με την καταχώριση της υιοθεσίας στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία (ΑΚ 1564).

Υιοθεσία ενηλίκου

Το θετό ενήλικο τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Το κύριο όνομα παραμένει το ίδιο (ΑΚ 1586).

Α. Στην περίπτωση που ο τόπος της κοινής συνήθους διαμονής του Έλληνα συζύγου και του αλλοδαπού συζύγου είναι η Ελλάδα και ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, τότε το επώνυμό του αλλοδαπού συζύγου ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια δεν επέρχεται καμία μεταβολή του επωνύμου της συζύγου με το γάμο.

Β. Μπορεί, όμως, εφ όσον ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1388 ΑΚ, να προστεθεί στο επώνυμο του αλλοδαπού συζύγου το επώνυμο του Έλληνα συζύγου. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του αρμόδιου ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.  Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο, ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

Γ. Στην περίπτωση αλλοδαπών, για τους οποίους δεν υπάρχει κοινή ιθαγένεια, ή  κοινή συνήθης διαμονή, το δίκαιο που θα ρυθμίσει το συζυγικό επώνυμο είναι το δίκαιο του τόπου με το οποίο συνδέονται στενότερα.

Δ. Η μεταγενέστερη αλλαγή του επωνύμου της αλλοδαπής συζύγου Έλληνα, η οποία έγινε στην χώρα προέλευσής της, όπου έλαβε το επώνυμο του Έλληνα συζύγου της, δεν μπορεί να καταχωριστεί στην ελληνική ληξιαρχική πράξη γάμου και η αλλοδαπή σύζυγος δεν εγγράφεται στην οικογενειακή μερίδα του συζύγου της  με το επώνυμο του συζύγου της.

Ε. Για να καταχωρηθεί η μεταβολή του επωνύμου της αλλοδαπής, που έγινε στην χώρα προέλευσής της, στο περιθώριο της ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γάμου της, πρέπει η αλλοδαπή να ακολουθήσει την διοικητική οδό, με αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο και με αίτημα μεταβολής του επωνύμου της, μη συνδεόμενο με την τέλεση του γάμου, αλλά με άλλη αιτία.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ, αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο. Το δικαστήριο διορίζει τον προσωρινό επίτροπο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Προσωρινός επίτροπος διορίζεται ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου, το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του ή το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ όργανα της επιτροπείας ανηλίκου είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

α) Το δικαστήριο διορίζει τον επίτροπο και το εποπτικό συμβούλιο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

β) Επίτροπος διορίζεται, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Δεν διορίζεται επίτροπος.

Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

γ) Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

δ) Προσωρινός επίτροπος

Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Α. Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν 

α) Κανένας γονέας δεν έχει, ή δεν μπορεί να ασκήσει, την γονική μέριμνα.

β) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513 και 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του ανηλίκου με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660 και 1661).

Β. Όργανα της επιτροπείας είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

α) Το δικαστήριο διορίζει τον επίτροπο και το εποπτικό συμβούλιο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

β) Επίτροπος διορίζεται, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Δεν διορίζεται επίτροπος.

Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

γ) Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

δ) Λήξη επιτροπείας

Η επιτροπεία λήγει με την ενηλικίωση του ανηλίκου, ή τον θάνατό του. Ο επίτροπος μετά το τέλος της επιτροπείας έχει υποχρέωση να παραδώσει την περιουσία που διοίκησε και να λογοδοτήσει για την όλη διοίκησή του.

Α. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία.

Β. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του, για αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου.

Γ. Η επικοινωνία γονέα - τέκνου στοχεύει στην διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να ενδιαφέρει η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, αν δηλαδή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή όχι, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η λύση του γάμου. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών από αυτήν την επικοινωνία.

Δ. Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν και η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και η στάση του σε σχέση με την επικοινωνία. Η ψυχική στάση του παιδιού είναι μεταβλητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις, που θα συνεπάγεται για αυτό μια επικοινωνία, που είναι αντίθετη προς την θέλησή του.

Ε. Επομένως το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψιν του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες, θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπ όψιν και την υποκειμενική πλευρά του παιδιού.

ΣΤ. Υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι δυνατόν, να επέλθει πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, αναφέρεται ότι, γίνεται δεκτό από την νομολογία, ότι δεν θεσπίζεται, με οποιοδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υποχρέου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου, να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντας το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο.

Ζ. Με βάση, όμως, την αρχή της αναλογικότητας και με δεδομένο ότι η επιμήκυνση της απουσίας επαφής μεταξύ γονέα και τέκνου, μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχισμό του ανήλικου, με αισθήματα απόρριψης του πατρικού, ή μητρικού,  ανάλογα, προτύπου, η επιβολή του πλήρους αποκλεισμού τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (ΜονΠρΠειρ 126/2016).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 ΑΚ οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος.

Β. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος (παππούδων, γιαγιάδων κλπ) με το ανήλικο τέκνο, παρέχει το δικαίωμα άσκησης αγωγής από τον απώτερο ανιόντα κατά αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα (κατά τους ενός, ή και των δύο γονέων).

Γ. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα, με το ανήλικο τέκνο είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσής τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

Δ. Μόνο κατ εξαίρεση μπορεί να παρεμποδιστεί από τον γονέα, ή τους γονείς που ασκούν την γονική μέριμνα, και μόνο όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος (ΑΠ 1450/2012).

Σύμφωνα με το άρθρο 1484 ΑΚ το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο επιφυλάσσεσαι και για τον πατέρα, που έχει αναγνωρίσει το εκτός γάμου γεννηθέν ανήλικο τέκνο του (ΑΠ 659/98, ΕφΑθ 9050/1996).

Η ρύθμιση της επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τον πιο κατάλληλο και ενδεδειγμένο τρόπο. Μπορεί να τεθούν από το Δικαστήριο, εφ όσον συντρέχει προς τούτο λόγος, περιορισμοί (ΑΠ 1516/2005, ΕφΘεσσ 256/2000).

Σε κάθε περίπτωση ο αποκλεισμός της επικοινωνίας με τον πατέρα μπορεί να δικαιολογηθεί σε περιπτώσεις, που η επαφή του ανηλίκου με τον πατέρα εγκυμονεί κινδύνους για την σωματική, ή ψυχική υγεία του ανηλίκου.

Α. Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902- 903 ΑΚ.

Β. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

Γ. Η επίδειξη εγγράφου, ή χορήγηση αντιγράφου, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ή και με τις προτάσεις.

Δ. Κατά την κρατούσα στη νομολογία και την θεωρία άποψη, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος (ΜονΠρΑθ 8430/2009, ΜονΠρΑθ  2965/2015,  ΜονΠρΠειρ 160/2017)

Ε. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος υφίσταται.

α) Αν το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση που επικράτησε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή διατήρηση γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του,

β) Αν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, κατά την κρατούσα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο και

γ) Αν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές μ' αυτήν διαπραγματεύσεις, ανεξάρτητα αν αυτές κατέληξαν ή όχι σε κατάρτιση σύμβασης (ΜΠρΑθ 2965/2015).

δ) Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον ενάγοντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αίτηση επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά, με την επίδειξη, κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005).

ΣΤ. Η αγωγή ή, η αίτηση, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα με την οποία ζητείται να επιδειχθούν γενικά,

α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση,

β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, 

δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

Ζ. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

Η. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

Θ. Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Α. Η επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ και αφορούν την επίδειξη εγγράφων,  χορήγηση αντιγράφων, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη. Η επίδειξη/ ή και χορήγηση αντιγράφων, μπορεί να ζητηθεί ακόμη και με τις προτάσεις για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Β. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους.

Γ. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται   συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 776/2005)

Δ. Η αίτηση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα με την οποία ζητείται να επιδειχθούν γενικά,

α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση,

β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, 

δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

Ε. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

ΣΤ. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

Ζ. Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Σύμφωνα την διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή της έφεσης, και το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας, ή την έφεση, και απορρίψει κατ ουσίαν, ολικά ή μερικά, την αγωγή, ή την ανταγωγή, ή την κύρια παρέμβαση, εφ όσον η απόφαση που προσβλήθηκε εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται, είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής, ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2  ΚΠολΔ, αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξ αιτίας ανώτερης βίας, ή δόλου του αντιδίκου του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Η επαναφορά των πραγμάτων του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ  διαφέρει από την επαναφορά των πραγμάτων του άρθρου 914 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή της έφεσης, και το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας, ή την έφεση, και απορρίψει κατ ουσίαν, ολικά ή μερικά, την αγωγή, ή την ανταγωγή, ή την κύρια παρέμβαση, εφ όσον η απόφαση που προσβλήθηκε εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, ή μεταρρυθμίστηκε.

Κατά την διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος παραμελήσει τρέχουσα προθεσμία και εκπέσει του δικαιώματος επιχείρησης διαδικαστικής πράξης, μπορεί να ασκήσει την πράξη εκπροθέσμως και να ζητήσει την κήρυξή της ως παραδεκτής, εφ όσον η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία, ή δόλο του αντιδίκου του (ΑΠ 2227/2014).

Η αίτηση απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και πρέπει να διαλαμβάνει μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της βασιμότητάς της και την παραληφθείσα πράξη, ή μνεία ότι αυτή έχει ήδη ενεργηθεί. Η αναφορά των εν λόγω στοιχείων στην αίτηση αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, με συνέπεια να είναι απορριπτέα η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως απαράδεκτη, αν δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της αλήθειας των λόγων της (ΑΠ 22/2010, 1342/2008).

Η προθεσμία της αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι (30) ημέρες από την ημέρα που αίρεται το κώλυμα, το οποίο συνιστά ανώτερη βία, ή από τη γνώση του δόλου.

Ως ανώτερη βία θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 438/2013, ΑΠ 2227/2014). Η ύπαρξη πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας, ακόμη και ελαφράς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας (ΑΠ 518/2010, ΑΠ 820/2015).

Η άσκηση της αίτησης δεν αναστέλλει την πρόοδο της κύριας δίκης, ή την εκτέλεση της απόφασης που εκδίδεται, εκτός αν το δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα, διατάξει την αναστολή της προόδου της δίκης, ή της εκτέλεσης, ύστερα από πρόταση διαδίκου που υποβάλλεται κατά την εκδίκαση της αίτησης.

Με το άρθρο  212 ν. 4512/2018 «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις»,  παρέχεται αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, αναφορικά με την αποζημίωση που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος.

Η διάταξη ορίζει ότι

«Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει την μέχρι σήμερα προβλεπόμενη αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, εφόσον, µε δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος κάθε αυτό, είτε ως προς τη µη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς µε παραβάσεις των διατάξεων αυτών»

Σύμφωνα με την ερμηνευθείσα(αυθεντικά) διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης, σε εργατικό ατύχημα, οφείλει να καταβάλει στον  ασφαλιστικό οργανισμό (ΕΦΚΑ) παν ότι αυτός κατέβαλε ως αποζημίωση στον παθόντα το εργατικό ατύχημα, στον δε παθόντα την διαφορά ανάμεσα στην αποζημίωση που κατέβαλε ο ασφαλιστικός οργανισμός και της πλήρους αποζημίωσης, που παρέχεται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, α) είτε ως προς αυτό κάθε αυτό το αποτέλεσμα του εργατικού ατυχήματος, β) είτε ως προς την παραβίαση της νομοθεσίας περί της ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

Α. Ο εξελληνισμός ονοματεπωνύμου, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου µόνου του ν. 2573/1953, αφορά α) τους Έλληνες του εξωτερικού, β) τους ομογενείς αλλοδαπούς που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µε πολιτογράφηση και γ) τους παλιννοστούντες ομογενείς που έχουν την ελληνική ιθαγένεια και γίνεται με υποβολή σχετικής αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο.

Β. Ο εξελληνισμός του επωνύμου συνίσταται στην προσθήκη ελληνικής κατάληξης στο επώνυμο.

Γ. Ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος συνίσταται σε μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο ομογενής επιθυμεί (π.χ. Βάσο σε Βάσος, ή Βασίλειος, ή Βασίλης και όχι σε μετάφραση του ξένου ονόματος στα ελληνικά (π.χ από Γκαλίνα σε Φωτεινή), η οποία είναι αλλαγή κυρίου ονόματος.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες.

Τα σφάλματα, που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται με την έγκριση του Ληξιάρχου. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την γραμματική διόρθωση.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων από παραδρομή

Τα σφάλματα που έγιναν στην ληξιαρχική πράξη από παραδρομή και δεν αφορούν στον τόπο, στον χρόνο, στην ημερομηνία και στην ώρα τέλεσης, του ληξιαρχικού γεγονότος, διορθώνονται κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, κατόπιν έγκρισης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την παραδρομή) .

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων, που μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου.

Για να διορθώσει ο ληξίαρχος την ληξιαρχική πράξη, που εξέδωσε, λόγω μεταβολής της  προσωπικής κατάστασης του προσώπου, απαιτείται να διαταχθεί με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου. Το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την διόρθωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και του άρθρου 5 παρ 1 του Συντάγματος, είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1672 και 1673 ΑΚ, 781 και 805 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση του ενδιαφερομένου, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

α) Κατάλληλο πρόσωπο είναι ο σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ. Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

ζ) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

η) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

θ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη

Σύμφωνα με το άρθρο 669 ΑΚ δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, α) Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και β) Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του. Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

Σε δικαστική συμπαράσταση τίθενται οι ενήλικοι, οι ανήλικοι, και οι εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών.

Α. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ανηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι παραπάνω όροι για τον ενήλικο. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Γ. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση εκτίοντος ποινή στερητική της ελευθερίας (ΑΚ 1688).

Ο εκτίων ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον δύο ετών, μπορεί να υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μόνο με αίτησή του και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτησή του.

Δ. Διακρίσεις δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1676 ΑΚ).

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Ε. Υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1667).

Απαιτείται κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο με αντίστοιχο αίτημα.

α) Την αίτηση υποβάλει αποκλειστικά, ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, ο εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε, ή και αυτεπαγγέλτως.

β) Προκειμένου περί ανηλίκου ο επίτροπος του ανηλίκου.  

γ) Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, την αίτηση υποβάλει το ίδιο το πρόσωπο.

ΣΤ. Αρμοδιότητα δικαστηρίου (ΚΠολΔ 801).  

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

Ζ. Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη  (ΑΚ 1669).

α) Δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, α) Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και β) Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

β) Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

γ) Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Η. Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

Θ. Διορισμός εποπτικού συμβουλίου (ΑΚ 1682).

Στην περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (πλήρους, ή μερικής)   διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου.

Ι. Διαδικασία υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

α) Στην δίκη καλείται υποχρεωτικά ο συμπαραστατέος και η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

β) Απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης δημόσιας αρχής, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την κατάσταση του συμπαραστατέου, την οποία το δικαστήριο συνεκτιμά σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου, που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης

γ) Ο δικαστής αν το κρίνει μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά.

δ) Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών».

ΙΑ. Διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1672, 1673, ΚΠολΔ 781, 805).

α) Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα παραπάνω πρόσωπα, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

ζ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

η) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

θ) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

ΙΒ. Αποτελέσματα δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1681, ΚΠολΔ 802).

α) Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν, αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση.

β) Η έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει, από την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει.

γ) Η απόφαση επιδίδεται με την επιμέλεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, στον συμπαραστατέο, στον δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

δ) Το δικαστήριο γνωστοποιεί στον συμπαραστατούμενο το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Η γνωστοποίηση παραλείπεται, αν υπάρχει προφανής αδυναμία του συμπαραστατουμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ή βάσιμος κίνδυνος να προκληθεί βλάβη, ή χειροτέρευση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται πρόνοια προστασίας της προσωπικότητάς του.

ΙΓ. Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

α) Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του.

β) Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

ΙΔ. Άρση δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1685).

Αν έλειψαν οι λόγοι που προκάλεσαν την δικαστική συμπαράσταση, αυτή αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να την ζητήσουν, ή και αυτεπαγγέλτως.

ΙΕ. Ένδικα μέσα  (ΚΠολΔ 803).

α) Κατά της απόφασης έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία.

β) Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

γ) Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

δ) Παρέμβαση, ή τριτανακοπή, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση.

ΙΣΤ. Ικανότητα παράστασης ανηλίκου (ΚΠολΔ 802).

Εφ όσον ο συμπαραστατέος έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί, ή να δέχεται, επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί, ή να παραιτείται, από ένδικα μέσα.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1566 έως 1568, αφ ότου συντελεσθεί η υιοθεσία, την γονική μέριμνα των φυσικών γονέων, ή την επιτροπεία, υπό την οποία τυχόν τελούσε το θετό τέκνο, αντικαθιστά αυτοδικαίως η γονική μέριμνα των θετών γονέων. Οι φυσικοί γονείς δεν έχουν ούτε το δικαίωμα επικοινωνίας με το θετό τέκνο. Αν ένας από τους συζύγους υιοθετήσει το τέκνο του άλλου, την γονική μέριμνα έχουν από κοινού και οι δύο σύζυγοι (ΑΚ 1566).

Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας ανηλίκου από συζύγους, αν ακολουθήσει διαζύγιο, ακύρωση του γάμου, ή διακοπή της συμβίωσής τους, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, τα άρθρα 1513 και 1514. Όταν όμως πρόκειται για υιοθεσία του τέκνου του άλλου συζύγου, η άσκηση της γονικής μέριμνας ανήκει αποκλειστικά στο φυσικό γονέα του ανηλίκου, εκτός αν το δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου.

Αν κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας του τέκνου η γονική μέριμνα του θετού ή των θετών γονέων έπαυσε για οποιονδήποτε λόγο, δεν επανέρχεται στους εξ αίματος γονείς. Σ' αυτή την περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία.

Σύμφωνα με το άρθρο 1516 ΑΚ, αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του, ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1516 ΑΚ ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας, α) όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του, ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα και β) όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από το φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475 και 1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από την μητέρα,. Στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας.

Ειδικότερα, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα

α) Αυτοδικαίως, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας λόγω θανάτου ή κηρύξεώς της σε αφάνεια, ή ένεκεν εκπτώσεώς της κατ' άρθρο 1510 παρ. 3 του ΑΚ, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ((ανικανότητα, ή περιορισμένη ικανότητα της για δικαιοπραξία, θάνατός της, ή βαριά ασθένειά της), οπότε την αναπληρώνει ο ίδιος στην άσκησή της,

β) Σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ιδίου του πατέρα και εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Η δικαστική απόφαση μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας και ιδίως της επιμέλειας, είτε αποκλειστικά στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, είτε από κοινού σε αυτόν και την μητέρα, είτε να κατανείμει μεταξύ αυτών τις λειτουργίες της.

Υπέρτατο κριτήριο για την επιλογή του πατέρα είναι το συμφέρον του παιδιού. Το συμφέρον αυτό λαμβάνεται υπ όψιν υπό την ευρεία και γενική έννοια. Για την διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, σύμφωνα με την κοινωνική πείρα και την κοινή συνείδηση της κοινωνικότητας, με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια και μέτρα  (ΑΠ 7128/1990, ΕφΑθ 5659/1994 ΕφΑθ 1151/1989).

Σύμφωνα με το άρθρο 1455 ΑΚ η ανθρώπινη αναπαραγωγή με τη μέθοδο της κλωνοποίησης απαγορεύεται . Ως κλωνοποίηση νοείται η διαδικασία δημιουργίας ενός ή περισσοτέρων ομοίων αντιγράφων από ένα πρότυπο

Ποινικές κυρώσεις (άρθρο 26 ν. 3305/2005).

1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 ΑΚ και 2 παρ. 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, σε τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, σε μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή σε ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη γονιμοποίηση, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε (15) ετών.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12.

5. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται γαμέτες ή γονιμοποιημένα ωάρια τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

6. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στα άρθρα 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους.

8. Όποιος μετέχει στη διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι των άρθρων 1458 Α.Κ., 8 του Ν. 3089/2002 και 13 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει, προβάλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, την απόκτηση τέκνου μέσω τρίτης γυναίκας ή παρέχει κατ' επάγγελμα μεσιτικές υπηρεσίες με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

9. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

11. Όποιος αποκαλύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταυτότητα των δοτών και ληπτών γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 1460 Α.Κ. και των άρθρων 8 παράγραφος 6 και 20 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ και δ΄ του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εκτός αν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλο νόμο.

12. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1457 Α.Κ., ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφος 4 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13. Όποιος θέτει σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζα Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμόζει μεθόδους Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000,00 ευρώ.

14. Όποιος εισάγει γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια από χώρες εκτός Ελλάδος, με σκοπό τη χρήση τους στην Ι.Υ.Α., ή για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων ελέγχου και ιχνηλασιμότητας των άρθρων 14 και 15 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ».

Διοικητικές κυρώσεις (άρθρο 27 ν. 3305/2005).

1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο 14 ημερών από τη γονιμοποίηση, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 200.000,00 έως 400.000,00 ευρώ.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει, ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά, γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια, ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 2 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον ένα έτος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου, με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 3 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 4 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ και ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος για δύο (2) έτη.

5. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 9 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Σε περίπτωση εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 5 ποινές επιβάλλεται και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 6 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

8. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 7 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

9. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 10 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα, κατά παράβαση των όρων των άρθρων 1457 Α.Κ. και 9 παράγραφος 4 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 12 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

11. Σε περίπτωση θέσεως σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, επιβάλλεται, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 13 ποινές και προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος των υπευθύνων μέχρι έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

12. Η εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ζεύγους, ή κατόπιν ελλιπούς ενημέρωσής του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 8 παράγραφος 8, επισύρει κατά της Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ.

13. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, σχετικά με τον αριθμό των μεταφερομένων ωαρίων και γονιμοποιημένων ωαρίων, επιβάλλεται κατά των υπευθύνων για την εν λόγω μεταφορά, πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

14. Η ελλιπής τήρηση αρχείων από τις Μ.Ι.Υ.Α. και τις Τράπεζες Κρυοσυντήρησης, η παράλειψη διαβίβασης των στοιχείων τους στην Αρχή, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης εξαιρετικών συμβάντων, κατά παράβαση των άρθρων 16 παράγραφος 6, 17 παράγραφος 7 και 19, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, οι παραπάνω ποινές επαυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

15. Στην περίπτωση παράβασης των όρων της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1-4, επιβάλλεται κατά της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ.

16. Σε περίπτωση δημιουργίας ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5, επιβάλλεται στη Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.000,00 έως 2.000,00 ευρώ.

17. Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης κατά παράβαση των όρων του άρθρου 10, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. επί ένα έτος. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

18. Όλες οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται από την Αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος, η Αρχή εισηγείται την ανάκληση στον αρμόδιο φορέα.

Σύμφωνα με το άρθρο 1455 ΑΚ η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, δηλαδή η τεχνητή γονιμοποίηση, επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπισθεί η αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο, ή για να αποφευχθεί η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η υποβοήθηση αυτή επιτρέπεται μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου.

Η επιλογή του φύλου του τέκνου δεν είναι επιτρεπτή, εκτός αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1, 2 του Ν.2106/1992 "Κύρωση Προξενικής Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας" ο προξενικός λειτουργός της Αλβανίας έχει το δικαίωμα, α) να τηρεί μητρώα των γάμων, γεννήσεων και θανάτων των υπηκόων του Κράτους αποστολής και να δέχεται δηλώσεις και αιτήσεις σχετικά με την προσωπική κατάσταση των υπηκόων αυτών και β) να τελεί γάμους με την προϋπόθεση οι σύζυγοι να είναι υπήκοοι του Κράτους αποστολής, χωρίς ο ένας ή ο άλλος να είναι συγχρόνως υπήκοος του Κράτους διαμονής (περίπτωση διπλής ιθαγένειας).

Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 1, 1372 παρ. 2 ΑΚ και 1367 ΑΚ, ο γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού υπηκόου που τελείται από Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα, είναι ανυπόστατος, αφού ο εν λόγω Πρόξενος είναι εντελώς αναρμόδιος να τελεί τέτοιους γάμους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Προξενική Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας (ΑΠ 608/2011).

Σύμφωνα με την ΑΠ 1428/2017, υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, δεν υφίσταται δυνατότητα τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων, γιατί η διαφορά φύλου θεωρείται προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Έλληνας νομοθέτης. Η μη αναγνώριση της ευχέρειας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι δικαιολογημένη, γιατί αφορά πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου.

Παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης.

«……Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 εδ. γ ΑΚ, γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 είναι ανυπόστατος. Στην περίπτωση δε τελέσεως πολιτικού γάμου οι προβλεπόμενοι από την εν λόγω διάταξη τύποι είναι: α) η σύγχρονη, απαλλαγμένη από ελαττώματα της βουλήσεως, δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν στην τέλεση του γάμου, β) η παρουσία δύο μαρτύρων ενώπιον των οποίων γίνεται δημόσια και κατά πανηγυρικό τρόπο η δήλωση και γ) η σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, που αποτελεί άμεση υποχρέωση του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας (ή του νομίμου αναπληρωτή τους) του τόπου όπου τελείται ο γάμος. Στην περίπτωση όμως τελέσεως πολιτικού γάμου μεταξύ δύο προσώπων του ιδίου φύλου (ομοφύλων), για τον οποίο έχουν τηρηθεί κατ αρχήν οι τύποι που προβλέπονται γι αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 1367 ΑΚ, αναφύεται το αναγκαίο για το υποστατό του γάμου ζήτημα, ποιοι μπορεί να είναι οι "μελλόνυμφοι" που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη, και συγκεκριμένα, αν μπορούν να είναι πρόσωπα που ανήκουν στο ίδιο φύλο. Εκ πρώτης όψεως είναι προφανές ότι η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως δεν προσφέρει λύση στο ζήτημα, καθώς η λέξη "μελλόνυμφοι" δεν προσδιορίζει χαρακτηριστικό φύλου. Προ αυτού του κενού είναι αναγκαία η προσφυγή στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομοθέτη, όπου με τον όρο αυτό δεν νοείται φυσικά μόνο ο εθνικός νομοθέτης, δηλαδή οι κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως, αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, οι οποίες κατά ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) υπερισχύουν των κοινών νόμων. Με αφετηρία την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 12 αυτής, σύμφωνα με την οποία "άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους". Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα συνάψεως γάμου και της δημιουργίας οικογένειας αναγνωρίζεται και στα δύο φύλα, χωρίς να παρέχεται και εδώ άμεση λύση στο εάν υπονοείται ότι ο "ανήρ" και η "γυνή" μπορούν να συνάπτουν γάμο αποκλειστικά ο ένας με τον άλλο ή και μεταξύ τους. Είναι προφανές ότι η διάταξη παραπέμπει στην εκάστοτε εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή η σύμβαση αναγνωρίζει μεν το δικαίωμα συνάψεως γάμου και στα δύο φύλα, όμως ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις τελέσεώς του παραπέμπει στον εθνικό νομοθέτη, αφήνοντας σ αυτόν την πρωτοβουλία και την αρμοδιότητα να ορίσει σχετικά (πρβλ. και Ολομ. ΣτΕ 867/1988). Περαιτέρω, στο Διεθνές Σύμφωνο της Ν. Υόρκης για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ανάλογη είναι η διάταξη του άρθρου 23, η οποία ορίζει: "1. Η οικογένεια είναι φυσικό και θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα μέλη της δε απολαύουν την προστασία της κοινωνίας και του Κράτους, 2. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ανδρών και γυναικών σε ηλικία γάμου να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια, 3. Κανείς γάμος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των μελλοντικών συζύγων και 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου". Και στην εν λόγω διάταξη δηλαδή, αφού θεσπίζεται η γενικότερη προστασία της οικογένειας και του δικαιώματος για τη σύναψη γάμου, αφενός, κατά τρόπο όμοιο με την προαναφερόμενη διάταξη της ΕΣΔΑ, δεν επιλύεται το ζήτημα του ενδεχόμενου γάμου μεταξύ ομοφύλων μελλονύμφων, αφετέρου δε ανατίθεται στα συμβαλλόμενα κράτη η αρμοδιότητα να λάβουν τα συγκεκριμένα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων των συζύγων. Επομένως, αμφότερες οι προαναφερόμενες διατάξεις, αμέσως ή εμμέσως, παραπέμπουν στο εθνικό δίκαιο τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος συνάψεως γάμου. Ακριβώς για το λόγο αυτό σε όσες ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία, Σουηδία, Ισπανία κλπ) θεσπίσθηκε κατά τα τελευταία έτη ο γάμος ομόφυλων προσώπων, τούτο υπήρξε αποτέλεσμα νομοθετικής πρωτοβουλίας του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη και όχι υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ. Ευλόγως λοιπόν ο ελληνικός αστικός κώδικας δεν προσφέρει ασφαλή απάντηση στο σχετικό πρόβλημα. Τούτο είναι προφανές, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συντάξεως του εν λόγω νομοθετήματος το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας γενικότερα είχε πολύ περισσότερο περιορισμένη διάσταση από ό,τι σήμερα, ενώ το ενδεχόμενο γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου δεν είχε απασχολήσει τους συντάκτες του, ως αυτονόητα ανύπαρκτο. Έτσι, ως προς τον όρο "μελλόνυμφοι", αφετηρία των συγγραφέων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία του αστικού κώδικα, αποτελεί ο ορισμός του γάμου, όπως διατυπώθηκε από τον Μοδεστίνο, Ρωμαίο νομοδιδάσκαλο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν Χριστιανός, και σύμφωνα με τον οποίο "γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία". Κατά λογική ακολουθία, στα ερμηνευτικά συγγράμματα του αστικού κώδικα, η διαφορά φύλου αναφέρεται ως στοιχείο του υποστατού του γάμου και αξιούμενη προϋπόθεση από το νόμο, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, αφού με τη μη θέσπιση του πολιτικού γάμου, ο ορισμός του γάμου στον ΑΚ ήταν περιττός, ενόψει του ότι η χριστιανική εκκλησία ενέκρινε πλήρως τον παραπάνω ορισμό του Μοδεστίνου. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό το ισχύον εθνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν καταλείπεται η ευχέρεια τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων προσώπων, αφού η διαφορά φύλου θεωρείται, σχεδόν καθολικά, προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο έλληνας νομοθέτης. Εξάλλου, η βούλησή του ως προς την αντιμετώπιση ανάλογης καταστάσεως, του μορφώματος δηλαδή της ελεύθερης συμβιώσεως, αποτυπώθηκε σχετικά πρόσφατα στο ν. 3719/2008, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ετερόφυλα ζευγάρια, και στο ν. 4356/2015, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ομόφυλα ζευγάρια, γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα από τον αντίλογο που θα μπορούσε να παραθέσει κανείς, αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως της εσωτερικής έννομης τάξεως, η οποία θεωρείται ότι αντανακλά τις ηθικές και κοινωνικές αξίες και παραδόσεις του ελληνικού λαού, που δεν αποδέχεται τη θέσπιση γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια. Εξάλλου, από συνταγματική άποψη το νομοθετικό αυτό πλαίσιο (της διαφοράς φύλου ως στοιχείου για το υποστατό του γάμου) δεν κείται εκτός των ορίων των άρθρων 4 παρ. 1, για την αρχή της ισότητας, και 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Τούτο δε γιατί η αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, τα οποία βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη διοίκηση, όταν προβαίνει σε ρυθμίσεις ή λαμβάνει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, η παραβίαση δε της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης ή η διοίκηση, όταν θεσμοθετεί κατ εξουσιοδότηση, μπορεί να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρυθμίσεων να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 2281/1995). Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη στην προκειμένη περίπτωση τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες, η μη αναγνώριση της ευχέρειας τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων κρίνεται δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία με την ευρεία έννοια. Ως προστατευόμενη επιμέρους εκδήλωση της προσωπικότητας θα μπορούσε να καταγραφεί και η σεξουαλική ελευθερία, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον, καθόσον, όποτε, όπως και με όποιον θέλει (με την προϋπόθεση στην τελευταία διάσταση ότι το άλλο πρόσωπο συναινεί). Η ελευθερία αυτή πάντως δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα του προσώπου να τυποποιεί νομικά τη σχέση του με άλλο πρόσωπο, κυρίως γιατί εκεί όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να καθιερώσει μια παρόμοια υποχρέωση του κοινού νομοθέτη το έπραξε ρητά (γάμος) (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος)…. »

A. Η γονική μέριμνα του ανηλίκου αφαιρείται από τους γονείς και ανατίθεται σε τρίτο, ή ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν.

α) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

β) Κανένας γονέας  δεν μπορεί να ασκήσει την γονική μέριμνα του ανηλίκου (ΑΚ 1513, 1514).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν, ο ένας ή και οι δύο γονείς, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513, 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660, 1661).

B. Η γονική μέριμνα αφαιρείται και ανατίθεται σε τρίτο κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, όπως γονείς, γονέας, πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, εισαγγελέας, ή και αυτεπαγγέλτως, από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος, αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Γ. Το δικαστήριο αφαιρεί την άσκηση της γονικής μέριμνας, ολικά ή μερικά και αναθέτει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, στον τρίτο, που θα υποδειχθεί από τον αιτούντα, όπως στον άλλο γονέα, συγγενή κλπ. ή σε εξαιρετική περίπτωση, όπως όταν δεν υποδειχθεί τρίτος, ή για άλλο σπουδαίο λόγο, σε επίτροπο (γενικό, ή ειδικό) καθορίζοντας ανάλογα την έκταση των διαχειριστικών του εξουσιών, θέτοντας, έτσι, το ανήλικο σε επιτροπεία των άρθρων 1589 επ. ΑΚ.

Δ. Το δικαστήριο, κατά την κρίση του, κατά τον διορισμό του τρίτου, ή του επιτρόπου, επιλέγει το καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τον άλλο γονέα, ή τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, συνεκτιμώντας και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της, και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει.

Ε. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί, το δικαστήριο θέτει το ανήλικο σε επιτροπεία και την αναθέτει σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

ΣΤ. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Προσοχή 

Οι διαφορές για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το άρθρο 1514 παρ. 2 ΑΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 4800/2021, υπάγονται σε διαμεσολάβηση. 

 

 

 

Επί αγωγής διατροφής ανηλίκου, στρεφόμενης κατά του γονέα του, αρκεί, για την νομική θεμελίωσή της, να διαλαμβάνεται η συγγένεια του ενάγοντος ανηλίκου προς τον εναγόμενο, η αδυναμία του να αυτοδιατραφεί και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό χρηματικό ποσό. Δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο με ακρίβεια το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του ενάγοντος ανηλίκου κονδύλιο (ΑΠ 67/1999, ΜονΠρΘεσ 9351/2014).

Σύμφωνα με τα άρθρα 822 και 823 ΑΚ με την σύμβαση της παρακαταθήκης, ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει, με την υποχρέωση να το αποδώσει, όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί, ή συνάγεται από τις περιστάσεις. Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα.

Ο θεματοφύλακας έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν του ζητηθεί. Κατ άρθρο δε 827 ΑΚ, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.  Αν δεν ορίστηκε προθεσμία για την φύλαξη, ο θεματοφύλακας μπορεί να επιστρέψει το πράγμα οποτεδήποτε.  Ο θεματοφύλακας δεν έχει δικαίωμα να επιστρέψει το πράγμα που παρακατατέθηκε πριν περάσει η προθεσμία που ορίστηκε, εκτός αν απρόβλεπτα περιστατικά καθιστούν αδύνατη την ασφαλή φύλαξη του πράγματος για περισσότερο χρόνο, χωρίς δική του ζημία. Το πράγμα, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποδίδεται στον τόπο όπου φυλάγεται. Ο θεματοφύλακας δεν έχει υποχρέωση να προσκομίσει το πράγμα στον παρακαταθέτη. 

Ο παρακαταθέτης οφείλει να αποδώσει στο θεματοφύλακα, ότι αυτός δαπάνησε κανονικά για την φύλαξη του πράγματος. Οφείλει επίσης να τον αποζημιώσει για την ζημία από την παρακαταθήκη, εκτός αν η ζημία αυτή δεν προέρχεται από πταίσμα του (άρθρο 826 ΑΚ). 

Η εκ μέρους του θεματοφύλακα μη επιστροφή των φυλασσομένων πραγμάτων δεν αποτελεί μόνη της, χωρίς εκ των προτέρων σχετικής εντολής του παρακαταθέτη, εκδήλωση αμέσου βούλησής του για παράνομη ιδιοποίηση των φυλασσομένων πραγμάτων μετά την πάροδο της ορισθείσης προθεσμίας απόδοσής των, αλλά απαιτούνται και πράξεις μεταγενέστερες εκ μέρους του θεματοφύλακα δηλωτικές της εξωτερίκευσης τέτοιας θέλησής του (ΑΠ 13/2013).

Αν ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να παραδώσει αυτούσιο το πράγμα που παρέλαβε για φύλαξη, έχει, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, την υποχρέωση να αποζημιώσει τον παρακαταθέτη, καταβάλλοντος την αξία του πράγματος, επερχομένης αλλοίωσης του αντικειμένου της ενοχής, χωρίς να αποκλείεται και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση του παρακαταθέτη αι για κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη.

Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός, ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα (AΠ 1024/2010,  ΑΠ 504/2016

Στην περίπτωση κατά την οποία ο παρακαταθέτης ζητεί αποζημίωση, για το λόγο ότι ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να του αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, για την θεμελίωση της αγωγής του πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει την σύμβαση παρακαταθήκης και την αξία του πράγματος, όχι όμως και την υπαιτιότητα του θεματοφύλακα για την αδυναμία του προς αυτούσια απόδοση του πράγματος. Ο τελευταίος, για να απαλλαγεί της σχετικής υπόχρεωσης του προς αποζημίωση, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 336 ΑΚ, ότι δηλαδή η αδυναμία απόδοσης του πράγματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Την ίδια ως άνω ευθύνη έχει ο θεματοφύλακας και στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε να ιδιοποιηθεί το κατατεθέν πράγμα. Τούτο γιατί, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος του θεματοφύλακα, η εναντίον του, όμως, ενοχική αξίωση του καταθέτη παραμένει άθικτη.

Όταν για την φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα του, αλλά και για πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Αποκλεισμός της ευθύνης του για πταίσμα του οφειλόμενο σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του με συμφωνία από πριν δεν επιτρέπεται και η σχετική συμφωνία, κατ άρθρο 332 εδ. α ΑΚ, είναι άκυρη  (AΠ 1024/2010,  ΑΠ 504/2016

Περίπτωση ευθύνης του θεματοφύλακα για αθέτηση της υποχρέωσης του για φύλαξη από βαρεία αμέλεια του, συντρέχει κάθε φορά που η αθέτηση της υποχρέωσής του αυτής συνιστά εκτροπή ιδιαίτερα μεγάλη, ή ασυνήθιστα σοβαρή, της απαιτούμενης από τους κανόνες των συναλλαγών επιμέλειας (ΑΠ 92/2005, 189/2002, 1346/1989).

Αν ο παρακαταθέτης είναι και κύριος του πράγματος, που δίδεται για παρακαταθήκη και ο θεματοφύλακας, από αμέλεια, βλάψει το πράγμα, που παρακατατέθηκε, ή απωλέσει τούτο, τότε η ευθύνη του θεμελιώνεται και στο άρθρο 914 ΑΚ, δηλ. πρόκειται περί συρροής αξιώσεων. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι για τη γέννηση ευθύνης από αδικοπραξία, προς αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να υπάρχει, α) ανθρώπινη συμπεριφορά παράνομη και υπαίτιο, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιζήμιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου (ΑΠ 1964/2013).

Σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, οπότε για την μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματικός της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις, είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση, είτε είναι παρακολουθηματικός της κύριας σύμβασης, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση  (ΑΠ 1024/2010,  ΑΠ 505/2016).

Όταν για τη φύλαξη πράγματος οφείλεται αμοιβή, πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στο πλαίσιο άλλης κύριας σύμβασης, οπότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια (ΑΠ 504/2016).

Α. Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ αν ο γάμος λυθεί, ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφ ότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφ όσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία, συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Β. Το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει, κατά την ελεύθερη κρίση του, δεχόμενο σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, την αυτούσια απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατ ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 297 εδαφ. Β και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και κυρίως του συμφέροντος του δανειστή, είτε αναλόγου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996).

Γ. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ.

Από την σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Δ. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετακλήτου λύσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης της τριετίας της διάστασης.

Ε. Ειδικότερα για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπ όψιν το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε από την σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο, ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων.

ΣΤ. Στην έννοια του όρου «περιουσία» περιλαμβάνεται και ακίνητο, που κατά την διάρκεια του γάμου μεταβιβάσθηκε σε ένα των συζύγων με άτυπη παραχώρηση, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 1033 ΑΚ, αφού και η νομή και κατοχή του που μεταβιβάζεται στην περίπτωση αυτή, εφ όσον υπάρχει μέχρι τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο συνυπολογισμού της κτηθείσας περιουσίας, έχει αποτιμητή αξία, η οποία με την αγωγή δυνατόν να εξισώνεται με εκείνη της πλήρους κυριότητας, ο προσδιορισμός δε αυτός μπορεί να γίνει δεκτός και κατ` ουσίαν από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1400 και 1033 ΑΚ με εσφαλμένη εφαρμογή, εφ όσον όμως από το δικαστήριο γίνεται δεκτό ότι η αξία που γίνεται αποδεκτή αφορά τη νομή ή την κατοχή του αποκτήματος (ΑΠ 379/2011).

Ζ. Η αγωγή που στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή μόνο από την παρ. 1 εδ. β` του άρθρου 1400 ΑΚ μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική (εάν υπήρχε) κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση, ή την ακύρωση, του γάμου, ή τη συμπλήρωση της τριετίας επί τριετούς διάστασης, περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου ( ΑΠ 76/1997).

Η. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο, ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Θ. Για να γίνει δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Ι. Αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή και δεν μπορέσει να το αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφ όσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε, ή εάν επικαλέσθηκε  δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο, ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (ΑΠ 580/2013).

ΙΑ. Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει, είτε με την παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 318/2014, ΑΠ 287/2011, 625/2011).

ΙΒ. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπ όψιν και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η (κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο), χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων, ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005).

ΙΓ. Δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, ότι αυτός απέκτησε από δωρεά του άλλου και δεν αποδίδεται η αύξηση αυτή ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (ΑΠ 932/2009).

ΙΔ. Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά την λύση, ή ακύρωση του γάμου, ή την συμπλήρωση τριετούς διάστασης, η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σε αυτό (ΑΠ 1445/2012, ΑΠ 1652/2003, ΑΠ 655/1998).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1390, 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωσή τους, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Ο εναγόμενος, γονέας, προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ` ένσταση, κατ` άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου. Με την απόδειξη της ένστασης συνεισφοράς, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα

Η προβολή του ισχυρισμού πρέπει να συντελεσθεί στο ακροατήριο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, με σχετική, σαφή και ορισμένη δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Εάν ο εναγόμενος έχει ήδη καταθέσει προτάσεις, αρκεί η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι αναφέρεται σε αυτές. Εάν η κατάθεση των προτάσεων πρόκειται να επακολουθήσει, αρκεί η συνοπτική προβολή του σχετικού ισχυρισμού στο ακροατήριο με καταχώριση στα πρακτικά και είναι επιτρεπτή η διεξοδικότερη ανάλυσή του στις προτάσεις.

Για το ορισμένο της ένστασης πρέπει να εκτίθενται οι πρόσφορες για την παροχή διατροφής δυνάμεις του γονέα που δεν έχει εναχθεί, οι οικονομικές δυνάμεις του ενιστάμενου γονέα, η δικαιούμενη ανάλογη διατροφή του τέκνου και το ποσό από αυτήν (ανάλογη διατροφή) που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα, κατά το οποίο με την ένσταση συνεισφοράς διώκεται ο περιορισμός της υποχρέωσης του εναγομένου-ενισταμένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του

Σε περίπτωση μη υποβολής της ένστασης, δεν δύναται το δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου ποσό της διατροφής

Στην περίπτωση,  που με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο κατά την άποψη του ενάγοντος πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του εναγομένου γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση. Στην περίπτωση αυτή, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων γίνεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά, ή τις προτάσεις του εναγομένου (ΑΠ 416/2007, ΑΠ 782/2003, ΕφΔωδ 25/2008, ΕφΘεσ 805/2003, ΑΠ 416/2007, (ΕφΘεσ 1101/2002, ΕφΠειρ 606/2012, ΜονΠρΠειρ 168/2015).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1455 επ. ΑΚ, ως ισχύουν, η τεχνητή γονιμοποίηση, δηλαδή, η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, επιτρέπεται, μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής, μόνο λόγω αδυναμίας απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο, ή για να αποφευχθεί η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η ανθρώπινη κλωνοποίηση απαγορεύεται, ως επίσης απαγορεύεται η επιλογή του φύλου του τέκνου, που είναι επιτρεπτή, μόνο, αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.

Β. Η ταυτότητα των προσώπων, που έχουν προσφέρει τους γαμέτες, ή τα γονιμοποιημένα ωάρια, δεν γνωστοποιείται στα πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Οι ιατρικές πληροφορίες, που αφορούν τον τρίτο δότη, τηρούνται σε απόρρητο αρχείο χωρίς ένδειξη της ταυτότητάς του. Πρόσβαση στο αρχείο αυτό επιτρέπεται μόνο στο τέκνο και για λόγους σχετικούς με την υγεία του.

Η ταυτότητα του τέκνου, καθώς και των γονέων του δε γνωστοποιείται στους τρίτους δότες γαμετών, ή γονιμοποιημένων ωαρίων.

Γ. Η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Αν αυτή αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής,  και εφ όσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης του άνδρα με τον οποίο συζεί, παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Δ. Η τεχνητή γονιμοποίηση μετά τον θάνατο του συζύγου, ή του άνδρα με τον οποίο η γυναίκα συζούσε σε ελεύθερη ένωση, επιτρέπεται με δικαστική άδεια, μόνο, εφ όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις,

α) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να έπασχε από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας, ή να υπήρχε κίνδυνος θανάτου του και

β) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στην μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση και μόνο, μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν την συμπλήρωση διετίας από το θάνατο του άνδρα.

Ε. Τα πρόσωπα που προσφεύγουν σε τεχνική γονιμοποίηση αποφασίζουν με κοινή έγγραφη δήλωσή τους προς τον ιατρό, ή τον υπεύθυνο του ιατρικού κέντρου, που γίνεται πριν από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, ότι οι κρυοσυντηρημένοι γαμέτες και τα κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια που δεν θα τους χρειασθούν για να τεκνοποιήσουν,

α) θα διατεθούν χωρίς αντάλλαγμα, κατά προτεραιότητα σε άλλα πρόσωπα, που θα επιλέξει ο ιατρός ή το ιατρικό κέντρο,

β) θα χρησιμοποιηθούν χωρίς αντάλλαγμα για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς,

γ) θα καταστραφούν.

Αν δεν υπάρχει κοινή δήλωση των ενδιαφερομένων προσώπων, οι γαμέτες και τα γονιμοποιημένα ωάρια διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την λήψη, ή την δημιουργία τους και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, είτε χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς, είτε καταστρέφονται. Τα μη κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια καταστρέφονται μετά την συμπλήρωση δεκατεσσάρων ημερών από την γονιμοποίηση. Ο τυχόν ενδιάμεσος χρόνος κρυοσυντήρησής τους δεν υπολογίζεται.

Περιλαμβάνονται οι νέοι όροι περί της υιοθεσίας με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ως ισχύουν.   

Η υιοθεσία τελείται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση με βάση τις συναινέσεις των ενδιαφερομένων προσώπων.

Το δικαστήριο ελέγχει την συνδρομή των νομίμων όρων για την υιοθεσία, την νομιμότητά της και την σκοπιμότητά της, αν, δηλαδή, η συγκεκριμένη υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.

Η υιοθεσία δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από ένα πρόσωπο, όχι από περισσότερους, οι σύζυγοι όμως υιοθετούν από κοινού ανήλικο τέκνο.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

Η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται μυστική. Το θετό τέκνο έχει, μετά την ενηλικίωσή του, το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.

Αρμόδιο καθ ύλη για την τέλεση της υιοθεσίας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του εκείνος, που υιοθετεί, ή εκείνος που υιοθετείται.
Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την τέλεση της υιοθεσίας, αν ο υιοθετών, ή o υιοθετούμενος, είναι ελληνικής ιθαγένειας, ακόμη και αν δεν έχουν την συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδια τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους.

Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του. Η συναίνεση του συζύγου εκείνου που υιοθετεί μπορεί να δοθεί και ενώπιον συμβολαιογράφου, αν η συνήθης διαμονή του βρίσκεται στην αλλοδαπή.

Η συναίνεση του υιοθετούντος είναι αυτονόητη προϋπόθεση για την υιοθεσία.

Ο υιοθετούμενος ανήλικος συναινεί ο ίδιος στην υιοθεσία του, εφ όσον έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του.

Η συναίνεση των γονέων του υιοθετουμένου είναι πάντοτε απαραίτητη. Στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου, που προστατεύεται από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας μπορεί να δηλωθεί και ενώπιον δικαστηρίου, ή δικαστή, που έχουν λάβει σχετική εντολή.

Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η ίδια διαδικασία τηρείται και όταν πρόκειται για την ακρόαση, από το δικαστήριο, του υποψήφιου να υιοθετηθεί ανηλίκου, που δεν συμπλήρωσε το (16) έτος της ηλικίας του, ή άλλων τέκνων του υποψήφιου θετού γονέα, στις περιπτώσεις που η ακρόαση αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, η κύρια διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας να διεξάγεται «κεκλεισμένων των θυρών».

Η συναίνεση των γονέων για υιοθεσία του τέκνου τους αναπληρώνεται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν οι γονείς είναι άγνωστοι, ή το τέκνο είναι έκθετο,

β) αν και οι δύο γονείς έχουν εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή βρίσκονται σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης που τους αφαιρεί και την ικανότητα να συναινούν για την υιοθεσία του παιδιού τους,

γ) αν οι γονείς έχουν άγνωστη διαμονή, είτε πριν, είτε μετά, την παροχή της γενικής εξουσιοδότησης του άρθρου 1554,

δ) αν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533, και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν και

ε) αν το τέκνο έχει παραδοθεί με την συναίνεση των γονέων σε οικογένεια για φροντίδα και ανατροφή, με σκοπό την υιοθεσία, και έχει ενταχθεί σε αυτήν επί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους, οι δε γονείς εκ των υστέρων αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν.

Αν οι περιπτώσεις α' έως ε' συντρέχουν μόνο στο πρόσωπο του ενός εκ των γονέων, η απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνει τη συναίνεση μόνο αυτού.

Με απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνεται και η συναίνεση του επιτρόπου για την υιοθεσία του ανηλίκου, εφόσον ο τελευταίος προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και ο επίτροπος αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει.

Η υιοθεσία προσβάλλεται μόνο με την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων, ή βοηθημάτων κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης,

αν δεν συνέτρεξαν οι όροι του νόμου, ή

αν η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα, που σύμφωνα με το νόμο ήταν αρμόδια να συναινέσουν, υπήρξε άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, ή

δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα, ή του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη περιστατικά, ή παράνομης ή ανήθικης απειλής, ή όταν το θετό τέκνο είναι θύμα αναγκαστικής εξαφάνισης υπό την έννοια των άρθρων 322Α παράγραφος 2 και 322Β ΠΚ, ή τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού.

Δικαίωμα να προσβάλουν την υιοθεσία έχουν, αν μεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη, με το ένδικο μέσο της έφεσης και, αν όχι, με τριτανακοπή,

α) στις περιπτώσεις μη συνδρομής των όρων του νόμου ή θετού τέκνου θύματος αναγκαστικής εξαφάνισης κατά τα άρθρα 322Α παράγραφος 2 και 322Β Π.Κ. ή θετού τέκνου του οποίου τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς του γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή ο εισαγγελέας,

β) στις περιπτώσεις έλλειψης έγκυρης συναίνεσης, καθώς και όταν αυτή υπήρξε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, αυτός του οποίου λείπει η έγκυρη συναίνεση ή ο οποίος πλανήθηκε, εξαπατήθηκε ή απειλήθηκε, όχι όμως και οι κληρονόμοι τους.

Η προθεσμία της τριτανακοπής κατά της απόφασης που τελεί την υιοθεσία είναι (6) μήνες από την γνώση της υιοθεσίας και σε κάθε περίπτωση (3) έτη από την τελεσιδικία της απόφασης. Ο φυσικός γονέας που, λόγω της εφαρμογής διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δεν συναίνεσε στην υιοθεσία του παιδιού του έχει το δικαίωμα, προκειμένου να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, να πληροφορείται τα στοιχεία αυτής της απόφασης από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή οργάνωση, που συνέπραξε στην τέλεση της υιοθεσίας.

Οι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας τους έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κατά την τέλεση της υιοθεσίας και να ασκούν ένδικα μέσα κατά της σχετικής απόφασης, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο δικαίωμα του νόμιμου αντιπροσώπου τους.

Οι διακρατικές υιοθεσίες ρυθμίζονται από την Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1993, που έχει κυρωθεί με τον ν. 3765/2009. Η διεθνής υιοθεσία είναι έννοια ευρύτερη από τη διακρατική. Η πρώτη αναφέρεται σε κάθε υιοθεσία που εμφανίζει στοιχείο αλλοδαπότητας, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην υιοθεσία της οποίας το στοιχείο αλλοδαπότητας εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο, την αλλαγή λόγω της υιοθεσίας του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού. Η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης εφαρμόζεται μόνο στις διακρατικές υιοθεσίες μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί στο κράτος προέλευσης, ή στο κράτος υποδοχής. Η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή του κράτους, όπου τελέστηκε η υιοθεσία έχει ως συνέπεια την άμεση και χωρίς καμία διατύπωση αναγνώριση της υιοθεσίας σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη με την επιφύλαξη της πρόδηλης αντίθεσης της υιοθεσίας προς την δημόσια τάξη ορισμένου συμβαλλόμενου κράτους, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του παιδιού. Η εν λόγω σύμβαση δεν αρκείται στην αυτόματη αναγνώριση μιας απόφασης υιοθεσίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, αλλά επιπλέον κατοχυρώνει, και ένα ελάχιστο πλέγμα εννόμων αποτελεσμάτων της υιοθεσίας, που συνεπάγεται υποχρεωτικά μια τέτοια αναγνώριση.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 1516 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των γονέων, τις αξιώσεις διατροφής του τέκνου κατά του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.

Β. Η διάταξη αρκείται στο πραγματικό γεγονός ότι το τέκνο διαμένει με αυτόν που ασκεί την αγωγή για διατροφή του.

Γ. Ο γονέας, επομένως, με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει πάντοτε να το εκπροσωπεί στη δίκη διατροφής, χωρίς να χρειάζεται να διοριστεί τρίτος, ως ειδικός επίτροπος, ακόμη και αν η άσκηση της γονικής μέριμνας, άρα και της επιμέλειας, που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επί μέρους δικαιώματα αυτής, εξακολουθεί να ανήκει θεωρητικά και στους δύο γονείς

Δ. Το κριτήριο της διαμονής του γονέα επεκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία την επιμέλεια έχουν και οι δύο γονείς, είτε γιατί έτσι ρυθμίστηκε μετά από προσφυγή στο δικαστήριο, είτε γιατί δεν υπήρξε ακόμα δικαστική ρύθμιση, ο ένας όμως μόνο τυπικά, ενώ ο άλλος, δηλαδή αυτός που διαμένει με το παιδί, και ουσιαστικά, ασκεί την επιμέλεια (ΑΠ  823/2000, ΜονΠρΘεσ 1375/2016).

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» η αναδοχή ανηλίκου δεν είναι μόνιμη. Αίρεται

α) µε αίτηση προς τον αρμόδιο φορέα του αναδόχου γονέα, όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες του ανηλίκου.

β) από το δικαστήριο, ή τον αρμόδιο εισαγγελέα, µε αίτηση του αρμόδιου για την εποπτεία της αναδοχής φορέα, όταν, διαπιστωθεί ότι η αναδοχή δεν εξυπηρετεί πλέον το καλύτερο συμφέρον του ανηλίκου.

γ) όταν το ζητήσουν οποτεδήποτε οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, αν η ανάθεση στους ανάδοχους γονείς έγινε με σύμβαση (άρθρο 1662 ΑΚ).

δ) από το δικαστήριο, αν η ανάθεση έγινε με απόφασή του, όταν το ζητήσουν οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, εφ όσον διαπιστωθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους είχε αποφασισθεί το μέτρο (άρθρο 1662 ΑΚ).

ε) από το δικαστήριο, με αίτηση των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος δεν είναι κατάλληλος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του (άρθρο 1663 ΑΚ).

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

α) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

β) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

γ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.

δ) Ο ανάδοχος γονέας, που καταδικάστηκε τελεσίδικα για αδικήματα από εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν την ίδια έκπτωση, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνησης παιδιών, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων, εκπίπτει αυτοδίκαια της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα και δεν μπορεί να κριθεί στο μέλλον ανάδοχος γονέας δια βίου.

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Α. Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

Β. Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Γ. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

Δ. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

Ε. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

Ο θεσμός της «αναδοχής» ανηλίκου σκοπό έχει την υγιή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου παιδιού από «ανάδοχο γονέα», όταν οι φυσικοί γονείς του δεν θέλουν, ή δεν μπορούν, ή δεν υπάρχουν, για να φροντίσουν και διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους με αγάπη, στοργή και την ασφάλεια που χρειάζεται. 

Ο θεσμός ρυθμίζεται από τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» του 2018 και από τις διατάξεις των άρθρων 1655-1665 ΑΚ. Οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας» θα καταργηθούν, όταν εκδοθούν οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις για τα «Ειδικά και Εθνικά Μητρώα  Αναδόχων Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» και για τις παροχές και διευκολύνσεις σε ανάδοχους γονείς. Μέχρι τότε τα θέματα αυτά θα ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν.

Αναλυτικά.

Α. Τοποθέτηση ανήλικου σε «ανάδοχο γονέα».

Για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

Β. Καταλληλότητα «αναδόχου γονέα».

Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Γ. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

Δ. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

Ε. Επαγγελματίες ανάδοχοι.

α) Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι». «Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

ΣΤ. Οικονομική ενίσχυση «αναδόχου  γονέα»- Λοιπές παροχές.

α) Ο ανάδοχοι γονείς δικαιούνται οικονομικής ενίσχυσης για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ανηλίκου. Φορέας καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης είναι ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Η οικονομική ενίσχυση, υπό προϋποθέσεις, εξακολουθεί να παρέχεται και μετά την ενηλικίωση του ανηλίκου, εγ όσον συνεχίζει να βρίσκεται σε καθεστώς αναδοχής.

Η οικονομική ενίσχυση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, ή κράτηση, υπέρ του Δημοσίου, ή τρίτου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, δεν κατάσχεται στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου, ούτε συμψηφίζεται µε ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία,  ή πιστωτικά ιδρύματα.

β) Οι ανάδοχοι γονείς δικαιούνται τις ίδιες άδειες, που αφορούν στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, µε τους φυσικούς γονείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής.

γ) Ο ανήλικος και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναδοχή, καλύπτεται ιατροφαρμακευτικά από τον ασφαλιστικό φορέα του αναδόχου γονέα. Σε περίπτωση έλλειψης ασφάλισης, ο ανήλικος καλύπτεται υγειονομικά, σύμφωνα µε τις διατάξεις που αφορούν στην υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

δ) Οι ανήλικοι εγγράφονται κατά προτεραιότητα και φοιτούν δωρεάν στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αρμοδιότητας των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ του τόπου κατοικίας των αναδόχων γονέων, φιλοξενούνται, κατά προτεραιότητα, στις παιδικές εξοχές και στα κέντρα οικογενειακών διακοπών που λειτουργούν στο πλαίσιο κρατικού προγράμματος. Ανάλογη εφαρμογή έχουν οι ανωτέρω ρυθμίσεις για την κατά προτεραιότητα φιλοξενία των ανηλίκων σε εξοχές και όταν οι ανήλικοι φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε φοιτητικές εστίες στην περίπτωση σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εφ όσον το καθεστώς της αναδοχής διατηρείται. 

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για την ρύθμιση της διαδικασίας χορήγησης και καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης και των λοιπών παροχών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας».

Ζ. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

Η. Έκπτωση «αναδόχου γονέα».

α) Ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

β) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

γ) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

δ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.