1. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες να διεξάγουν την κατ άρθρο 1557 ΑΚ κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους θετούς γονείς σε υιοθεσίες ανηλίκων, που τελούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και να διαμεσολαβούν για την πραγματοποίηση των υιοθεσιών ανηλίκων που έχουν υπό την προστασία τους, είναι  οι εξής υπηρεσίες

α) οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, τα Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών/ Περιφερειακών Ενοτήτων, ή

β) οι Κοινωνικές Υπηρεσίες των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή  

γ. τα Δημοτικά Βρεφοκομεία.

2. Σε υιοθεσίες ανηλίκων στις οποίες, είτε αυτοί, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για τη διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους (άρθρο 4 του ν. 2447/1996) αναγνωρίζονται ως εξειδικευµένες οι εξής υπηρεσίες

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρµοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας του Κεντρικού Τοµέα και οι Διευθύνσεις Δηµόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής, ή

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα, ή

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

3. Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέσα σε (15) ημέρες.

4. Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

5. Αν δεν ολοκληρωθεί η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

1. Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους αναδόχους γονείς, είναι  οι παρακάτω φορείς αναδοχής

α) Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικά βρεφοκομεία, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικές υπηρεσίες των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

2. Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

3. Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

4. Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Η εγγραφή των πολιτογραφημένων αλλοδαπών, αλλογενών και ομογενών, στα δημοτολόγια και τα Μητρώα Αρρένων, γίνεται µε νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους και µε τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτή.

Η αλλαγή του κυρίου ονόματος των πολιτογραφημένων αλλοδαπών (ομογενών ή αλλογενών) δεν εμπίπτει στις διατάξεις του ν.δ 2573/1953 και κατά συνέπεια δεν υπάγεται στις αρμοδιότητες του ∆ημάρχου, που απορρέουν από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010.

Η μόνη δυνατότητα που δίνεται βάσει του παραπάνω ν.δ είναι ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος, η οποία αφορά µόνο πολιτογραφημένους ομογενείς και συνίσταται στη μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο αιτών επιθυμεί.

Η μετά την πολιτογράφηση προσκόμιση έκθεσης βάπτισης δεν οδηγεί σε αλλαγή με αίτηση στον Δήμαρχο του κυρίου ονόματος. Απαιτείται να γίνει τροποποίηση στην απόφαση πολιτογράφησης.  

Κατ’ εφαρμογή του ν.δ 2573/1953, όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2130/1993 και ισχύει σύμφωνα µε την παρ. 9 περ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995, σε εξελληνισμό των ονοματεπωνυμικών στοιχείων τους μπορούν να προβούν με αίτηση στον οικείο Δήμαρχο

α) Οι Έλληνες του εξωτερικού

β) Οι ομογενείς αλλοδαποί, που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και

γ) Οι παλιννοστούντες ομογενείς, που έχουν την ελληνική ιθαγένεια

Ως εξελληνισμός κυρίου ονόματος ή επωνύμου νοείται η μετατροπή επί το ελληνικότερο της κατάληξης του κυρίου ονόματος ή του επωνύμου.

Ο νόμος παρέχει την ευχέρεια της πρόσληψης επωνύμου πατέρα σε τέκνα γεννημένα εκτός γάμου των γονέων τους, µέσω της διαδικασίας που ορίζει το ν.δ. 2573/1953 και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικές Αποφάσεις α) Φ 91400/2961/2001 και β) Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 282 ν. 3852/2010.

O ∆ήμαρχος με απόφασή του, μετά από αίτηση των ενδιαφερόμενων, ή κάθε προσώπου που ασκεί γονική μέριμνα, ή επιτροπεία, δίδει επώνυμο πατέρα σε τέκνα γεννημένα εκτός γάμου των γονέων τους που δεν έχουν αναγνωριστεί. Σκοπός των ανωτέρω διατάξεων είναι να προσδίδονται στα παιδιά, γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, πλασματικά στοιχεία περί της οικογενειακής τους προέλευσης, για να εκλείπει, τυπικά τουλάχιστον, από τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από τα επίσημα βιβλία (µμητρώα αρρένων, δημοτολόγια κ.λ.π.) ο χαρακτηρισμός τους, ως αγνώστων γονέων ή χωρίς γάμο των γονέων τους.

Η αρμοδιότητα του Δημάρχου για αλλαγή επωνύμου ανηλίκου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010, σε συνδυασμό µε αυτές της παρ. 1α του άρθρου 282 του ν. 3852/2010, είναι περιορισμένη και αφορά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν υφίσταται σχετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί επωνύμου, οι οποίες είναι ειδικές και υπερισχύουν των γενικών διατάξεων για πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου.

Δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Δημάρχου να προβεί σε αλλαγή επωνύμου ανηλίκου, όταν για αυτά υφίσταται αμετάκλητος προσδιορισμός επωνύμου µε δήλωση των ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτών, επειδή σε αντίθετη περίπτωση καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Οι γονείς του αναγνωρισθέντος τέκνου από κοινού οφείλουν να προβούν στον ληξίαρχο σε κοινή αμετάκλητη δήλωση προσδιορισμού επωνύμου και δημοτικότητας του εκτός γάμου γεννηθέντος τέκνου τους.

Μπορεί και μόνο ο ένας γονέας να προβεί στην δήλωση επωνύμου και ορισμού δημοτικότητας του ανηλίκου, εφ όσον έχει  εξουσιοδότηση από τον άλλον γονέα µε ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και όχι µε τη συμβολαιογραφική πράξη αναγνώρισης, γιατί αυτή αφορά μόνο στην αναγνώριση του εκτός γάμου γεννημένου τέκνου.

Οι Έλληνες πολίτες μπορούν να αλλάξουν το Ελληνικό επώνυμό τους, μόνο εφ όσον συντρέχουν οι εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, και εφ όσον το επώνυμό τους τους δημιουργεί, ή μπορεί να τους δημιουργήσει, ψυχικά προβλήματα και εφ όσον α) είναι κακόηχα, β) προκαλούν την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερή στην προφορά, δ) κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ε) αντίθετα στις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής.

Η αρμοδιότητα αλλαγής επωνύμου, σύμφωνα με τις  διατάξεις του ν.δ 2573/1953, ως ισχύει, και του  άρθρου 94 του ν. 3852/2010, ανήκει στον αρμόδιο Δήμαρχο.  

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης από τον Δήμαρχο, αποκλειστικά αρμόδιο όργανο, που μπορεί ο αιτών να προσφύγει, είναι το ΣτΕ, δημιουργούμενης ακυρωτικής διαφοράς (ΕφΘεσ 2493/2017, ΣτΕ 4317/2011)..

Οι διατάξεις του ν.δ 2573/1953, περί  αλλαγής επωνύμου διά της διοικητικής οδού, υποχωρούν μόνο προ των αναγκαστικών διατάξεων του ΑΚ, που ρυθμίζουν, κατά τρόπο δεσμευτικό και αποκλειστικό, την πρόσκτηση επωνύμου τέκνων, όπως αυτής του άρθρου 1506 ΑΚ, που προβλέπει για το επώνυμο των εκτός γάμου τέκνων και αυτής του άρθρου 1505 παρ.1 ΑΚ, που προβλέπει για το επώνυμο των εντός γάμου τέκνων, οπότε σε περίπτωση, που η συνταχθείσα σχετικώς ληξιαρχική πράξη έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις αυτές, χωρεί διόρθωσή της κατ' εφαρμογή του άρθρου 782 παρ. 3 ΚΠολΔ, με συνακόλουθη συνέπεια η για τους λόγους αυτούς διόρθωση να αποτελεί θέμα που, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με έκδοση απόφασης κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δημάρχου (ΕφΘεσ 2493/2017).

Σύμφωνα με το ν.δ 2573/1953, ως ισχύει, η αλλαγή επωνύμου, καθώς και η πρόσληψη πατρώνυμου και μητρωνύμου σε παιδιά γεννηθέντα χωρίς νόμιμο γάμο των γονέων τους, ή αγνώστων γονέων, γίνεται με απόφαση του Δημάρχου

Η προσθήκη στοιχείων που λείπουν στις εγγραφές στα μητρώα αρρένων, ή στα δημοτολόγια, καθώς και η διόρθωση αυτών, εκτός της ηλικίας, για την οποία προβλέπουν ειδικές διατάξεις, γίνεται, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, ή αυτεπάγγελτα, με απόφαση του Δημάρχου

Προκειμένου περί, α) Ελλήνων του εξωτερικού, β) ομογενών αλλοδαπών που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και γ) παλιννοστούντων ομογενών που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ο Δήμαρχος, προς το σκοπό εξελληνισμού του ονοματεπωνύμου τους, μπορεί να αποφασίσει την αλλαγή, τόσο του επωνύμου, όσο και του κύριου ονόματος. Ως εξελληνισμός κυρίου ονόματος ή επωνύμου, νοείται η μετατροπή επί το ελληνικότερο της κατάληξης του κυρίου ονόματος, ή του επωνύμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ  "1. Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη. 2. Η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης».

Επομένως κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 782 ΚΠολΔ, για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης εκδίδεται απόφαση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του εισαγγελέα, από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος έχει συντάξει τη διορθωτέα ληξιαρχική πράξη. Η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική και δεν χωρεί παρέκταση.

Σημειώνεται ότι η εισαγγελική διάταξη του εισαγγελέα της περιφέρειας του ληξιάρχου και, αν εκεί δεν εδρεύει εισαγγελέας, του ειρηνοδίκη, που παρέχει την  δυνατότητα να διορθώνονται σφάλματα, που προφανώς εκ παραδρομής παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη (η διάταξη εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του έχοντος συμφέρον, μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων) έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την συμφωνία του ληξιάρχου. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του ληξιάρχου, τα εν λόγω εκ παραδρομής σφάλματα που παρεισέφρησαν στην  ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται μόνο με δικαστική απόφαση (ΓνΕισΑΠ 4/2001).

Εκτός από την περίπτωση καταχώρησης οφειλόμενης σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, για τη διόρθωση της οποίας με άδεια του εισαγγελέως δεν συμφωνεί ο ληξίαρχος, γίνεται δεκτή η δυνατότητα διόρθωσης, με τελεσίδικη απόφαση Ειρηνοδικείου, της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το κύριο όνομα, για λόγους αναγόμενους στην προστασία της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Αντικείμενο της δικαστικής απόφασης που αφορά την διόρθωση, ή συμπλήρωση, της ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης και, για το λόγο αυτό, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική διοικητική πράξη. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει, ούτε επιτρέπεται να περιέχει, διαταγή διόρθωσης από το ληξίαρχο, ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να ενεργήσει από υπηρεσιακό καθήκον, σύμφωνα με τα άρθρα 4 περ. β' και 14 παρ.1 ν. 344/1976.

Τους νόμιμους λόγους, που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών, προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του φέροντος το όνομα, προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του φέροντος το όνομα από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος, ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου (ΕφΠειρ 32/2011), ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί, με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του φέροντος το όνομα, ιδίως όταν αυτό είναι σύνηθες και απλώς επιδιώκεται η αντικατάσταση από το χρησιμοποιούμενο υποκοριστικό του (ΕφΔωδ 347/2005).

Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος, η διόρθωση της ονοματοδοσίας, πρέπει να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις, όπως συμβαίνει όταν το κύριο όνομα προσομοιάζει με επώνυμο (ΜονΠρΧίου 175/1990) ή είναι άσχετο με τα ονόματα της οικογενείας του (ΜονΠρΘεσσαλ 20438/2010).

Δεν συνιστά ουσιώδη ανεπίτρεπτη μεταβολή η συμπλήρωση δεύτερου ονόματος,  ούτε η απαλοιφή δεύτερου ονόματος, το οποίο δεν είναι εύηχο και δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα στο πρόσωπο που το φέρει, εφόσον διατηρείται το κύριο όνομα

Έχει κριθεί ότι συνιστά σπουδαίο λόγο μεταβολής του ονόματος και επί μεταβολής, ή αποποίησης, του δηλωθέντος θρησκεύματος (κατόπιν σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασης, που γίνεται διοικητικά, κατόπιν απλής αιτήσεως διαγραφής του θρησκεύματος) του φέροντος όνομα, που του δόθηκε με βάπτιση (ΜονΠρΠατρ 430/2003), ή λόγω μεταβολής θρησκεύματος επί υιοθεσίας ανηλίκου (ΜονΠρΘεσσαλ 32576/2007).

Δεν υφίσταται, όμως, διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος, λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος, ούτε προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων το δικαίωμα επιλογής του ονόματος του, και επομένως δεν δικαιολογείται για τους λόγους αυτούς δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης (ΕιρΑΘ 1290/2015, ΕιρΒόλου 545/2019, ΜονΠρΘεσσαλ 8/2013, ΜονΠρΘεσσαλ 3516/2013)

Η χορήγηση κυρίου ονόματος και επωνύμου στο τέκνο αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι δε ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί περιεχόμενο της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510 επ. ΑΚ, ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Α. Το επώνυμο του τέκνου προσδίνεται, με κοινή αμετάκλητη δήλωση αμφοτέρων των γονέων, πριν τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Το επώνυμο μπορεί να είναι, είτε το επώνυμο ενός γονέα, είτε συνδυασμός των επωνύμων και των δύο γονέων. Το επώνυμο δεν μπορεί περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα τους (ΑΚ 1505).

Β. Το κύριο όνομα του τέκνου προσδίνεται, είτε είναι βαπτισμένο, είτε είναι αβάπτιστο, με κοινή δήλωση των γονέων στον αρμόδιο Ληξίαρχο. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί από τον ένα γονέα, απαιτείται, όμως, έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου γονέα, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής (ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

Γ. Η αλλαγή του επωνύμου του τέκνου, κατ αρχήν, δεν επιτρέπεται. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται, αφού προηγουμένως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ακυρωθεί η δήλωση των γονέων περί προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου (ΑΚ 140, 147, 150). Στην συνέχεια οι γονείς πρέπει, με κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου, να προσδώσουν νέο επώνυμο στο τέκνο, το οποίο στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Δ. Η αλλαγή του κύριου ονόματος, επειδή δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, επιτρέπεται, εφ όσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως ο δικαστής εκτιμήσει επαρκή τον σπουδαίο λόγο, η οποία (δικαστική απόφαση) στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

Ε. Η συναίνεση και των δύο γονέων για την πρόσδοση του κυρίου ονόματος στο τέκνο είναι απαραίτητη ακόμα και αν η γονική μέριμνα, ή, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων για το κύριο όνομα του τέκνου, είτε εντός γάμου είτε σε διάσταση, είτε διαζευγμένοι, αποφασίζει το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, είτε από τον ένα γονέα, ή τον άλλον, είτε και από τους δύο μαζί.

ΣΤ. Αίτημα της αγωγής μπορεί να αποτελεί ακόμη και η άρση δοθέντος ήδη ονόματος στο τέκνο.

Ζ. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα, ή την γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο, γιατί, ως ελέχθη, η ονοματοδοσία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του. Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, αναζητεί δε την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς κύρια ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα από τους γονείς, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους γονείς, ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς.

Α. Κληρονομητήριο είναι το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, του καταπιστευματοδόχου, του κληροδόχου, ή του εκτελεστή διαθήκης. Όποιος στο πιστοποιητικό ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης, τεκμαίρεται ότι έχει τα δικαιώματα, που αναφέρονται στο πιστοποιητικό.

Β. Χορηγείται από τον ειρηνοδίκη του δικαστηρίου της κληρονομίας με απόφασή του, κατόπιν αίτησης του έχοντος κληρονομικό δικαίωμα.

Γ. Το πιστοποιητικό αναρτάται για (10) ημέρες στο Ειρηνοδικείο. Αν ασκηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία παρέμβαση τρίτου, ο ειρηνοδίκης προσδιορίζει δικάσιμο για την συζήτησή της, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση.

Δ. Το κληρονομητήριο περιέχει, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου, β) τα ονοματεπώνυμα των κληρονόμων, καταπιστευματοδόχων, ή των κληροδόχων στους οποίους παρέχεται, γ) τις κληρονομικές μερίδες του καθενός, ή τα αντικείμενα τα οποία περιέρχονται στον καθένα, δ) τους όρους, ή τους περιορισμούς, με τους οποίους η κληρονομία, το καταπίστευμα, ή η κληροδοσία περιέρχεται στον καθένα και αν πρόκειται για κληρονόμο, τα καταπιστεύματα και τα κληροδοτήματα που βαρύνουν την κληρονομία και ε) τα ονοματεπώνυμα των εκτελεστών διαθήκης και τις εξουσίες που η διαθήκη τους παρέχει.

Ε. Αν το κληρονομητήριο χορηγείται σε εκτελεστή διαθήκης, περιέχει μόνο, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου και β) το ονοματεπώνυμο του εκτελεστή διαθήκης και τις εξουσίες που του παρέχει η διαθήκη.

ΣΤ. Κάθε δικαιοπραξία, ή δικαστική πράξη, όποιου στο κληρονομητήριο ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης με τρίτον, ή απέναντι σε τρίτον, ή του τρίτου απέναντι σε αυτούς είναι ισχυρή υπέρ του τρίτου, σε όση έκταση ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 821 ΚΠολΔ, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την ανακρίβεια του πιστοποιητικού, ή την υποβολή αίτησης για αφαίρεση, ή κήρυξη ανίσχυρου του πιστοποιητικού, ή την ανάκληση ,ή την τροποποίησή του.

Ζ. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, μπορεί να προσβληθεί με έφεση μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την δημοσίευσή της. Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης και την έκδοση του πιστοποιητικού.

Η. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, δεν προσβάλλεται με αναψηλάφηση, αναίρεση, ή τριτανακοπή.

Θ. Το κληρονομητήριο, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αφαιρεθεί, να κηρυχθεί ανίσχυρο, να τροποποιηθεί, ή να ανακληθεί. Η αίτηση  υποβάλλεται στο δικαστήριο της κληρονομίας.

Ι. Η απόφαση, που διατάζει την αφαίρεση του κληρονομητηρίου, ή το κηρύσσει ανίσχυρο, ή εκείνη που το τροποποιεί, ή το ανακαλεί, μπορεί να προσβληθεί μόνο με τριτανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 1965 ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 29 του ν.44/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων», προκύπτει ότι οι ληξίαρχοι υποχρεούνται να καταχωρούν τους γάμους που δηλώνονται σε αυτούς χωρίς να έχουν την δυνατότητα να ελέγχουν το κύρος αυτών, εκτός αν είναι ανυπόστατοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος είναι δυνατό να προβληθεί και κατά της αγωγής διατροφής ανηλίκου τέκνου. Για την θεμελίωσή της απαιτείται η προβολή και απόδειξη ιδιαίτερων περιστατικών, τα οποία σε συγκεκριμένη περίπτωση, καταδεικνύουν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, ή των χρηστών ηθών, ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος διατροφής, κατά την άσκησή του από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγόμενου.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η περίπτωση χαλάρωσης του συναισθηματικού δεσμού που επιβάλλεται να υφίσταται μεταξύ γονέων και τέκνων, αν δεν προσβάλλεται με ακραία περιστατικά αχαριστίας, ή προσβολής του προσώπου του υπόχρεου.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η άρνηση επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του, το οποίο συγκατοικεί με την ασκούσα την επιμέλεια μητέρα του.

Δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η προσφώνηση του πατέρα με το κύριο όνομα του αντί του «πατέρα».

Συνιστά, όμως, καταχρηστική άσκηση της διατροφικής αξίωσης, η εθελούσια αλλαγή επωνύμου του δικαιούχου, γιατί με τον τρόπο αυτό προκύπτει σαφής και κατηγορηματική δήλωση του τελευταίου, να μην υπάρχει πλέον μεταξύ του γεννήτορα και αυτού οποιοσδήποτε συναισθηματικός δεσμός, και δείχνει περιφρόνηση προς τον πατέρα του και έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς αυτόν ( Εφθεσ 1439/2005, ΕφΠειρ 3/1996, ΕφΑθ 2564/2011).

A. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, αποτελεί,

α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων.

β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός των.

γ) η αδυναμία των, να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους.  

B. Απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα.

Γ. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων των με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική, δε, άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο, ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου.

Δ. Η κακή άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια, δηλαδή με πράξη, ή με παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους. Η κρίση, όμως, για το αν συντρέχει κακή άσκηση, θα στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις, ή παραλείψεις, του γονέα, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη, ή παράλειψη, είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίξει αρνητική κρίση.

Ε. Ειδικότερα, κακώς ασκείται η γονική μέριμνα.  

α) Αν, ο γονέας παραβαίνει τα από την επιμέλεια καθήκοντα του, με κίνδυνο βλάβης της ψυχικής, ή σωματικής, ανάπτυξης του τέκνου (ΑΠ  537/2012).

β) Αν, ο γονέας, εξερεθίζει το τέκνο, ή διεγείρει μίσος αυτού κατά του άλλου και στα πλαίσια αυτά ματαιώνει το δικαίωμα επικοινωνίας του τελευταίου προς το τέκνο (ΕφΘεσ 1284/2008).

γ) Σε εγκατάλειψη του τέκνου και αδιαφορία για την υγεία, την εκπαίδευση, ή την ανατροφή του, σε ανεπάρκεια του γονέως, ή των γονέων, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των, λόγω υπεραπασχόλησης, θρησκευτικών πεποιθήσεων, από ανίατη αναπηρία, εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ακόλαστο και άσωτο βίο, ανήθικη και εγκληματική διαγωγή (ΜονΠρΘεσ 4035/2016, ΜονΠρΘεσ 7033/2016).

δ) Σε κάθε περίπτωση, που η άσκηση της γονικής μέριμνας δεν αποβλέπει στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου (ΕφΘεσ 1284/2008).

ΣΤ. Σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης από τον ένα, ή και από τους δύο γονείς, ή από τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, να προχωρήσει στην αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας, που συνεπάγεται την αφαίρεση από αυτούς του συνόλου, ή μέρους,  της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου (ΑΚ 1532, 1533).

Ζ. Πριν προχωρήσει σε αυτό το δικαστήριο, οφείλει προηγουμένως, να προβεί σε διάγνωση της αναποτελεσματικότητας «άλλων μέτρων» Τέτοια «άλλα μέτρα» μπορούν να είναι, μεταξύ άλλων, η διάσπαση του περιεχομένου της επιμέλειας, η άδεια του δικαστηρίου πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, η προηγούμενη από κάθε ενέργεια συμβουλή τρίτου, ή, η ανακοίνωση μελλοντικών ενεργειών σε κάποιο τρίτο κλπ.

Η. Η λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το δικαστήριο και πολύ περισσότερο εκείνου της αφαίρεσης της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και της ανάθεσής της σε τρίτο, πρέπει, να διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, προς την οποία συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου (ΑΠ 577/2014).

Θ. Το Δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση σε τρίτο, ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της εν γένει καταλληλότητάς του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου. Η ανάθεση γίνεται κατά προτίμηση σε συγγενικά πρόσωπα, ή σε κατάλληλο ίδρυμα

Σύμφωνα με το άρθρο 1506 ΑΚ το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του παίρνει το επώνυμο της μητέρας του (ΑΚ 1506).

Α. Ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να δώσει στο τέκνο, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το επώνυμό του στη θέση του έως τότε επωνύμου του τέκνου, ή να το προσθέσει στο υπάρχον επώνυμο του τέκνου, αν συναινεί συμβολαιογραφικά η μητέρα και το τέκνο.

Β. Σε περίπτωση επιγενομένου γάμου των γονέων, εφ όσον το τέκνο είναι ανήλικο μπορεί ο πατέρας του, με κοινή δήλωση με την μητέρα του, ενώπιον συμβολαιογράφου, να του δώσει το δικό του επώνυμο, αφαιρώντας το επώνυμο της μητέρας, ή να το προσθέσει (ΑΚ 1505).

Γ. Σε περίπτωση αναγνώρισης (εκούσια ή δικαστική) το ενήλικο τέκνο, ή, αν αυτό είναι ανήλικο, οι γονείς του, ή και ένας από αυτούς, ή ο επίτροπός του, δικαιούνται, μέσα σε προθεσμία (1) έτους από την ολοκλήρωση της αναγνώρισης, να προσθέσουν, με δήλωση στον ληξίαρχο, το πατρικό επώνυμο στο επώνυμο του τέκνου. Αν στην δήλωση προβαίνουν οι δύο γονείς από κοινού, μπορούν να δώσουν ως επώνυμο του τέκνου το επώνυμο του πατέρα.

Ισχύουν οι παρακάτω ρυθμίσεις που είναι αναγκαστικού δικαίου. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι ανίσχυρη.

Υιοθεσία ανηλίκου

α) Το θετό ανήλικο τέκνο παίρνει, αυτοδίκαια, το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα, όταν ενηλικιωθεί, να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του (ΑΚ 1563).

β) Το κύριο όνομα του ανηλίκου παραμένει στο όνομα που έφερε πριν την υιοθεσία. Μπορεί, όμως, κατά την υιοθεσία, ο υιοθετών να προσθέσει και άλλο όνομα (ΑΚ 1565).

γ) Ο θετός γονέας, με αίτησή του στο αρμόδιο δικαστήριο, μέσα σε (1) έτος από την υιοθεσία και εφ όσον το θετό τέκνο δεν έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του, μπορεί, να ζητήσει να απαληφθεί το κύριο όνομα, που έφερε το θετό τέκνο πριν την υιοθεσία. Αν το θετό τέκνο έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του είναι απαραίτητη η συναίνεσή του.

δ) Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας από συζύγους, ή υιοθεσίας από τον ένα σύζυγο του τέκνου του άλλου, ισχύει και για το θετό τέκνο η δήλωση που, τυχόν, έκαναν οι σύζυγοι σχετικά με το επώνυμο των τέκνων τους, πριν από τον γάμο, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου τελέστηκε ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Αν δεν έχει γίνει παρόμοια δήλωση, μπορεί να γίνει στον ληξίαρχο ταυτόχρονα με την καταχώριση της υιοθεσίας στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία (ΑΚ 1564).

Υιοθεσία ενηλίκου

Το θετό ενήλικο τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Το κύριο όνομα παραμένει το ίδιο (ΑΚ 1586).

Α. Στην περίπτωση που ο τόπος της κοινής συνήθους διαμονής του Έλληνα συζύγου και του αλλοδαπού συζύγου είναι η Ελλάδα και ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, τότε το επώνυμό του αλλοδαπού συζύγου ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια δεν επέρχεται καμία μεταβολή του επωνύμου της συζύγου με το γάμο.

Β. Μπορεί, όμως, εφ όσον ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1388 ΑΚ, να προστεθεί στο επώνυμο του αλλοδαπού συζύγου το επώνυμο του Έλληνα συζύγου. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του αρμόδιου ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.  Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο, ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

Γ. Στην περίπτωση αλλοδαπών, για τους οποίους δεν υπάρχει κοινή ιθαγένεια, ή  κοινή συνήθης διαμονή, το δίκαιο που θα ρυθμίσει το συζυγικό επώνυμο είναι το δίκαιο του τόπου με το οποίο συνδέονται στενότερα.

Δ. Η μεταγενέστερη αλλαγή του επωνύμου της αλλοδαπής συζύγου Έλληνα, η οποία έγινε στην χώρα προέλευσής της, όπου έλαβε το επώνυμο του Έλληνα συζύγου της, δεν μπορεί να καταχωριστεί στην ελληνική ληξιαρχική πράξη γάμου και η αλλοδαπή σύζυγος δεν εγγράφεται στην οικογενειακή μερίδα του συζύγου της  με το επώνυμο του συζύγου της.

Ε. Για να καταχωρηθεί η μεταβολή του επωνύμου της αλλοδαπής, που έγινε στην χώρα προέλευσής της, στο περιθώριο της ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γάμου της, πρέπει η αλλοδαπή να ακολουθήσει την διοικητική οδό, με αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο και με αίτημα μεταβολής του επωνύμου της, μη συνδεόμενο με την τέλεση του γάμου, αλλά με άλλη αιτία.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ, αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο. Το δικαστήριο διορίζει τον προσωρινό επίτροπο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Προσωρινός επίτροπος διορίζεται ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου, το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του ή το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ όργανα της επιτροπείας ανηλίκου είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

α) Το δικαστήριο διορίζει τον επίτροπο και το εποπτικό συμβούλιο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

β) Επίτροπος διορίζεται, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Δεν διορίζεται επίτροπος.

Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

γ) Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

δ) Προσωρινός επίτροπος

Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Α. Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν 

α) Κανένας γονέας δεν έχει, ή δεν μπορεί να ασκήσει, την γονική μέριμνα.

β) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513 και 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του ανηλίκου με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660 και 1661).

Β. Όργανα της επιτροπείας είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

α) Το δικαστήριο διορίζει τον επίτροπο και το εποπτικό συμβούλιο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος. Αν δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών (ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

β) Επίτροπος διορίζεται, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

Δεν διορίζεται επίτροπος.

Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

γ) Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

δ) Λήξη επιτροπείας

Η επιτροπεία λήγει με την ενηλικίωση του ανηλίκου, ή τον θάνατό του. Ο επίτροπος μετά το τέλος της επιτροπείας έχει υποχρέωση να παραδώσει την περιουσία που διοίκησε και να λογοδοτήσει για την όλη διοίκησή του.

Α. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία.

Β. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του, για αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου.

Γ. Η επικοινωνία γονέα - τέκνου στοχεύει στην διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να ενδιαφέρει η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, αν δηλαδή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή όχι, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η λύση του γάμου. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών από αυτήν την επικοινωνία.

Δ. Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν και η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και η στάση του σε σχέση με την επικοινωνία. Η ψυχική στάση του παιδιού είναι μεταβλητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις, που θα συνεπάγεται για αυτό μια επικοινωνία, που είναι αντίθετη προς την θέλησή του.

Ε. Επομένως το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψιν του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες, θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπ όψιν και την υποκειμενική πλευρά του παιδιού.

ΣΤ. Υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι δυνατόν, να επέλθει πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, αναφέρεται ότι, γίνεται δεκτό από την νομολογία, ότι δεν θεσπίζεται, με οποιοδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υποχρέου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου, να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντας το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο.

Ζ. Με βάση, όμως, την αρχή της αναλογικότητας και με δεδομένο ότι η επιμήκυνση της απουσίας επαφής μεταξύ γονέα και τέκνου, μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχισμό του ανήλικου, με αισθήματα απόρριψης του πατρικού, ή μητρικού,  ανάλογα, προτύπου, η επιβολή του πλήρους αποκλεισμού τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (ΜονΠρΠειρ 126/2016).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 ΑΚ οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος.

Β. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος (παππούδων, γιαγιάδων κλπ) με το ανήλικο τέκνο, παρέχει το δικαίωμα άσκησης αγωγής από τον απώτερο ανιόντα κατά αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα (κατά τους ενός, ή και των δύο γονέων).

Γ. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα, με το ανήλικο τέκνο είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσής τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

Δ. Μόνο κατ εξαίρεση μπορεί να παρεμποδιστεί από τον γονέα, ή τους γονείς που ασκούν την γονική μέριμνα, και μόνο όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος (ΑΠ 1450/2012).

Σύμφωνα με το άρθρο 1484 ΑΚ το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο επιφυλάσσεσαι και για τον πατέρα, που έχει αναγνωρίσει το εκτός γάμου γεννηθέν ανήλικο τέκνο του (ΑΠ 659/98, ΕφΑθ 9050/1996).

Η ρύθμιση της επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τον πιο κατάλληλο και ενδεδειγμένο τρόπο. Μπορεί να τεθούν από το Δικαστήριο, εφ όσον συντρέχει προς τούτο λόγος, περιορισμοί (ΑΠ 1516/2005, ΕφΘεσσ 256/2000).

Σε κάθε περίπτωση ο αποκλεισμός της επικοινωνίας με τον πατέρα μπορεί να δικαιολογηθεί σε περιπτώσεις, που η επαφή του ανηλίκου με τον πατέρα εγκυμονεί κινδύνους για την σωματική, ή ψυχική υγεία του ανηλίκου.

Α. Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902- 903 ΑΚ.

Β. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

Γ. Η επίδειξη εγγράφου, ή χορήγηση αντιγράφου, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ή και με τις προτάσεις.

Δ. Κατά την κρατούσα στη νομολογία και την θεωρία άποψη, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος (ΜονΠρΑθ 8430/2009, ΜονΠρΑθ  2965/2015,  ΜονΠρΠειρ 160/2017)

Ε. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος υφίσταται.

α) Αν το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση που επικράτησε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή διατήρηση γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του,

β) Αν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, κατά την κρατούσα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο και

γ) Αν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές μ' αυτήν διαπραγματεύσεις, ανεξάρτητα αν αυτές κατέληξαν ή όχι σε κατάρτιση σύμβασης (ΜΠρΑθ 2965/2015).

δ) Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον ενάγοντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αίτηση επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά, με την επίδειξη, κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005).

ΣΤ. Η αγωγή ή, η αίτηση, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα με την οποία ζητείται να επιδειχθούν γενικά,

α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση,

β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, 

δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

Ζ. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

Η. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

Θ. Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Α. Η επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ και αφορούν την επίδειξη εγγράφων,  χορήγηση αντιγράφων, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη. Η επίδειξη/ ή και χορήγηση αντιγράφων, μπορεί να ζητηθεί ακόμη και με τις προτάσεις για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Β. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους.

Γ. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται   συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 776/2005)

Δ. Η αίτηση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα με την οποία ζητείται να επιδειχθούν γενικά,

α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση,

β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, 

δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

Ε. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

ΣΤ. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

Ζ. Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Σύμφωνα την διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή της έφεσης, και το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας, ή την έφεση, και απορρίψει κατ ουσίαν, ολικά ή μερικά, την αγωγή, ή την ανταγωγή, ή την κύρια παρέμβαση, εφ όσον η απόφαση που προσβλήθηκε εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται, είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής, ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2  ΚΠολΔ, αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξ αιτίας ανώτερης βίας, ή δόλου του αντιδίκου του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Η επαναφορά των πραγμάτων του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ  διαφέρει από την επαναφορά των πραγμάτων του άρθρου 914 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή της έφεσης, και το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας, ή την έφεση, και απορρίψει κατ ουσίαν, ολικά ή μερικά, την αγωγή, ή την ανταγωγή, ή την κύρια παρέμβαση, εφ όσον η απόφαση που προσβλήθηκε εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, ή μεταρρυθμίστηκε.

Κατά την διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος παραμελήσει τρέχουσα προθεσμία και εκπέσει του δικαιώματος επιχείρησης διαδικαστικής πράξης, μπορεί να ασκήσει την πράξη εκπροθέσμως και να ζητήσει την κήρυξή της ως παραδεκτής, εφ όσον η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία, ή δόλο του αντιδίκου του (ΑΠ 2227/2014).

Η αίτηση απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και πρέπει να διαλαμβάνει μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της βασιμότητάς της και την παραληφθείσα πράξη, ή μνεία ότι αυτή έχει ήδη ενεργηθεί. Η αναφορά των εν λόγω στοιχείων στην αίτηση αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, με συνέπεια να είναι απορριπτέα η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως απαράδεκτη, αν δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της αλήθειας των λόγων της (ΑΠ 22/2010, 1342/2008).

Η προθεσμία της αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι (30) ημέρες από την ημέρα που αίρεται το κώλυμα, το οποίο συνιστά ανώτερη βία, ή από τη γνώση του δόλου.

Ως ανώτερη βία θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 438/2013, ΑΠ 2227/2014). Η ύπαρξη πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας, ακόμη και ελαφράς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας (ΑΠ 518/2010, ΑΠ 820/2015).

Η άσκηση της αίτησης δεν αναστέλλει την πρόοδο της κύριας δίκης, ή την εκτέλεση της απόφασης που εκδίδεται, εκτός αν το δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα, διατάξει την αναστολή της προόδου της δίκης, ή της εκτέλεσης, ύστερα από πρόταση διαδίκου που υποβάλλεται κατά την εκδίκαση της αίτησης.

Με το άρθρο  212 ν. 4512/2018 «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις»,  παρέχεται αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, αναφορικά με την αποζημίωση που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος.

Η διάταξη ορίζει ότι

«Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει την μέχρι σήμερα προβλεπόμενη αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, εφόσον, µε δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος κάθε αυτό, είτε ως προς τη µη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς µε παραβάσεις των διατάξεων αυτών»

Σύμφωνα με την ερμηνευθείσα(αυθεντικά) διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης, σε εργατικό ατύχημα, οφείλει να καταβάλει στον  ασφαλιστικό οργανισμό (ΕΦΚΑ) παν ότι αυτός κατέβαλε ως αποζημίωση στον παθόντα το εργατικό ατύχημα, στον δε παθόντα την διαφορά ανάμεσα στην αποζημίωση που κατέβαλε ο ασφαλιστικός οργανισμός και της πλήρους αποζημίωσης, που παρέχεται κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε κάθε περίπτωση που βεβαιώνεται δικαστικά ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, α) είτε ως προς αυτό κάθε αυτό το αποτέλεσμα του εργατικού ατυχήματος, β) είτε ως προς την παραβίαση της νομοθεσίας περί της ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

Α. Ο εξελληνισμός ονοματεπωνύμου, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου µόνου του ν. 2573/1953, αφορά α) τους Έλληνες του εξωτερικού, β) τους ομογενείς αλλοδαπούς που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µε πολιτογράφηση και γ) τους παλιννοστούντες ομογενείς που έχουν την ελληνική ιθαγένεια και γίνεται με υποβολή σχετικής αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο.

Β. Ο εξελληνισμός του επωνύμου συνίσταται στην προσθήκη ελληνικής κατάληξης στο επώνυμο.

Γ. Ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος συνίσταται σε μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο ομογενής επιθυμεί (π.χ. Βάσο σε Βάσος, ή Βασίλειος, ή Βασίλης και όχι σε μετάφραση του ξένου ονόματος στα ελληνικά (π.χ από Γκαλίνα σε Φωτεινή), η οποία είναι αλλαγή κυρίου ονόματος.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες.

Τα σφάλματα, που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται με την έγκριση του Ληξιάρχου. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την γραμματική διόρθωση.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων από παραδρομή

Τα σφάλματα που έγιναν στην ληξιαρχική πράξη από παραδρομή και δεν αφορούν στον τόπο, στον χρόνο, στην ημερομηνία και στην ώρα τέλεσης, του ληξιαρχικού γεγονότος, διορθώνονται κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, κατόπιν έγκρισης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την παραδρομή) .

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων, που μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου.

Για να διορθώσει ο ληξίαρχος την ληξιαρχική πράξη, που εξέδωσε, λόγω μεταβολής της  προσωπικής κατάστασης του προσώπου, απαιτείται να διαταχθεί με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου. Το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την διόρθωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και του άρθρου 5 παρ 1 του Συντάγματος, είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1672 και 1673 ΑΚ, 781 και 805 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση του ενδιαφερομένου, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

α) Κατάλληλο πρόσωπο είναι ο σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ. Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

ζ) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

η) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

θ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη

Σύμφωνα με το άρθρο 669 ΑΚ δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, α) Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και β) Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του. Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

Σε δικαστική συμπαράσταση τίθενται οι ενήλικοι, οι ανήλικοι, και οι εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών.

Α. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

Β. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ανηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι παραπάνω όροι για τον ενήλικο. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Γ. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση εκτίοντος ποινή στερητική της ελευθερίας (ΑΚ 1688).

Ο εκτίων ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον δύο ετών, μπορεί να υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μόνο με αίτησή του και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτησή του.

Δ. Διακρίσεις δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1676 ΑΚ).

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

Ε. Υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1667).

Απαιτείται κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο με αντίστοιχο αίτημα.

α) Την αίτηση υποβάλει αποκλειστικά, ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, ο εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε, ή και αυτεπαγγέλτως.

β) Προκειμένου περί ανηλίκου ο επίτροπος του ανηλίκου.  

γ) Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, την αίτηση υποβάλει το ίδιο το πρόσωπο.

ΣΤ. Αρμοδιότητα δικαστηρίου (ΚΠολΔ 801).  

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

Ζ. Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη  (ΑΚ 1669).

α) Δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, α) Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και β) Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπο που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

β) Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

γ) Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

Η. Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

Θ. Διορισμός εποπτικού συμβουλίου (ΑΚ 1682).

Στην περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (πλήρους, ή μερικής)   διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου.

Ι. Διαδικασία υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

α) Στην δίκη καλείται υποχρεωτικά ο συμπαραστατέος και η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

β) Απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης δημόσιας αρχής, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την κατάσταση του συμπαραστατέου, την οποία το δικαστήριο συνεκτιμά σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου, που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης

γ) Ο δικαστής αν το κρίνει μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά.

δ) Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών».

ΙΑ. Διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1672, 1673, ΚΠολΔ 781, 805).

α) Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα παραπάνω πρόσωπα, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

ζ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

η) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

θ) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

ΙΒ. Αποτελέσματα δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1681, ΚΠολΔ 802).

α) Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν, αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση.

β) Η έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει, από την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει.

γ) Η απόφαση επιδίδεται με την επιμέλεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, στον συμπαραστατέο, στον δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

δ) Το δικαστήριο γνωστοποιεί στον συμπαραστατούμενο το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Η γνωστοποίηση παραλείπεται, αν υπάρχει προφανής αδυναμία του συμπαραστατουμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ή βάσιμος κίνδυνος να προκληθεί βλάβη, ή χειροτέρευση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται πρόνοια προστασίας της προσωπικότητάς του.

ΙΓ. Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

α) Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του.

β) Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

ΙΔ. Άρση δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1685).

Αν έλειψαν οι λόγοι που προκάλεσαν την δικαστική συμπαράσταση, αυτή αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να την ζητήσουν, ή και αυτεπαγγέλτως.

ΙΕ. Ένδικα μέσα  (ΚΠολΔ 803).

α) Κατά της απόφασης έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία.

β) Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

γ) Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

δ) Παρέμβαση, ή τριτανακοπή, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση.

ΙΣΤ. Ικανότητα παράστασης ανηλίκου (ΚΠολΔ 802).

Εφ όσον ο συμπαραστατέος έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί, ή να δέχεται, επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί, ή να παραιτείται, από ένδικα μέσα.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1566 έως 1568, αφ ότου συντελεσθεί η υιοθεσία, την γονική μέριμνα των φυσικών γονέων, ή την επιτροπεία, υπό την οποία τυχόν τελούσε το θετό τέκνο, αντικαθιστά αυτοδικαίως η γονική μέριμνα των θετών γονέων. Οι φυσικοί γονείς δεν έχουν ούτε το δικαίωμα επικοινωνίας με το θετό τέκνο. Αν ένας από τους συζύγους υιοθετήσει το τέκνο του άλλου, την γονική μέριμνα έχουν από κοινού και οι δύο σύζυγοι (ΑΚ 1566).

Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας ανηλίκου από συζύγους, αν ακολουθήσει διαζύγιο, ακύρωση του γάμου, ή διακοπή της συμβίωσής τους, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, τα άρθρα 1513 και 1514. Όταν όμως πρόκειται για υιοθεσία του τέκνου του άλλου συζύγου, η άσκηση της γονικής μέριμνας ανήκει αποκλειστικά στο φυσικό γονέα του ανηλίκου, εκτός αν το δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου.

Αν κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας του τέκνου η γονική μέριμνα του θετού ή των θετών γονέων έπαυσε για οποιονδήποτε λόγο, δεν επανέρχεται στους εξ αίματος γονείς. Σ' αυτή την περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία.

Σύμφωνα με το άρθρο 1516 ΑΚ, αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του, ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1516 ΑΚ ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας, α) όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του, ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα και β) όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.

Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από το φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475 και 1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από την μητέρα,. Στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας.

Ειδικότερα, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα

α) Αυτοδικαίως, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας λόγω θανάτου ή κηρύξεώς της σε αφάνεια, ή ένεκεν εκπτώσεώς της κατ' άρθρο 1510 παρ. 3 του ΑΚ, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ((ανικανότητα, ή περιορισμένη ικανότητα της για δικαιοπραξία, θάνατός της, ή βαριά ασθένειά της), οπότε την αναπληρώνει ο ίδιος στην άσκησή της,

β) Σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ιδίου του πατέρα και εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Η δικαστική απόφαση μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας και ιδίως της επιμέλειας, είτε αποκλειστικά στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, είτε από κοινού σε αυτόν και την μητέρα, είτε να κατανείμει μεταξύ αυτών τις λειτουργίες της.

Υπέρτατο κριτήριο για την επιλογή του πατέρα είναι το συμφέρον του παιδιού. Το συμφέρον αυτό λαμβάνεται υπ όψιν υπό την ευρεία και γενική έννοια. Για την διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, σύμφωνα με την κοινωνική πείρα και την κοινή συνείδηση της κοινωνικότητας, με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια και μέτρα  (ΑΠ 7128/1990, ΕφΑθ 5659/1994 ΕφΑθ 1151/1989).

Σύμφωνα με το άρθρο 1455 ΑΚ η ανθρώπινη αναπαραγωγή με τη μέθοδο της κλωνοποίησης απαγορεύεται . Ως κλωνοποίηση νοείται η διαδικασία δημιουργίας ενός ή περισσοτέρων ομοίων αντιγράφων από ένα πρότυπο

Ποινικές κυρώσεις (άρθρο 26 ν. 3305/2005).

1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 ΑΚ και 2 παρ. 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, σε τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, σε μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή σε ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη γονιμοποίηση, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε (15) ετών.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12.

5. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται γαμέτες ή γονιμοποιημένα ωάρια τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

6. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στα άρθρα 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους.

8. Όποιος μετέχει στη διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι των άρθρων 1458 Α.Κ., 8 του Ν. 3089/2002 και 13 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει, προβάλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, την απόκτηση τέκνου μέσω τρίτης γυναίκας ή παρέχει κατ' επάγγελμα μεσιτικές υπηρεσίες με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

9. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

11. Όποιος αποκαλύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταυτότητα των δοτών και ληπτών γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 1460 Α.Κ. και των άρθρων 8 παράγραφος 6 και 20 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ και δ΄ του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εκτός αν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλο νόμο.

12. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1457 Α.Κ., ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφος 4 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13. Όποιος θέτει σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζα Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμόζει μεθόδους Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000,00 ευρώ.

14. Όποιος εισάγει γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια από χώρες εκτός Ελλάδος, με σκοπό τη χρήση τους στην Ι.Υ.Α., ή για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων ελέγχου και ιχνηλασιμότητας των άρθρων 14 και 15 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ».

Διοικητικές κυρώσεις (άρθρο 27 ν. 3305/2005).

1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο 14 ημερών από τη γονιμοποίηση, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 200.000,00 έως 400.000,00 ευρώ.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει, ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά, γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια, ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 2 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον ένα έτος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου, με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 3 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 4 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ και ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος για δύο (2) έτη.

5. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 9 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Σε περίπτωση εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 5 ποινές επιβάλλεται και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 6 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

8. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 7 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

9. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 10 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα, κατά παράβαση των όρων των άρθρων 1457 Α.Κ. και 9 παράγραφος 4 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 12 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

11. Σε περίπτωση θέσεως σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, επιβάλλεται, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 13 ποινές και προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος των υπευθύνων μέχρι έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

12. Η εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ζεύγους, ή κατόπιν ελλιπούς ενημέρωσής του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 8 παράγραφος 8, επισύρει κατά της Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ.

13. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, σχετικά με τον αριθμό των μεταφερομένων ωαρίων και γονιμοποιημένων ωαρίων, επιβάλλεται κατά των υπευθύνων για την εν λόγω μεταφορά, πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

14. Η ελλιπής τήρηση αρχείων από τις Μ.Ι.Υ.Α. και τις Τράπεζες Κρυοσυντήρησης, η παράλειψη διαβίβασης των στοιχείων τους στην Αρχή, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης εξαιρετικών συμβάντων, κατά παράβαση των άρθρων 16 παράγραφος 6, 17 παράγραφος 7 και 19, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, οι παραπάνω ποινές επαυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

15. Στην περίπτωση παράβασης των όρων της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1-4, επιβάλλεται κατά της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ.

16. Σε περίπτωση δημιουργίας ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5, επιβάλλεται στη Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.000,00 έως 2.000,00 ευρώ.

17. Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης κατά παράβαση των όρων του άρθρου 10, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. επί ένα έτος. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

18. Όλες οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται από την Αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος, η Αρχή εισηγείται την ανάκληση στον αρμόδιο φορέα.

Σύμφωνα με το άρθρο 1455 ΑΚ η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, δηλαδή η τεχνητή γονιμοποίηση, επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπισθεί η αδυναμία απόκτησης τέκνου με φυσικό τρόπο, ή για να αποφευχθεί η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η υποβοήθηση αυτή επιτρέπεται μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου.

Η επιλογή του φύλου του τέκνου δεν είναι επιτρεπτή, εκτός αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1, 2 του Ν.2106/1992 "Κύρωση Προξενικής Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας" ο προξενικός λειτουργός της Αλβανίας έχει το δικαίωμα, α) να τηρεί μητρώα των γάμων, γεννήσεων και θανάτων των υπηκόων του Κράτους αποστολής και να δέχεται δηλώσεις και αιτήσεις σχετικά με την προσωπική κατάσταση των υπηκόων αυτών και β) να τελεί γάμους με την προϋπόθεση οι σύζυγοι να είναι υπήκοοι του Κράτους αποστολής, χωρίς ο ένας ή ο άλλος να είναι συγχρόνως υπήκοος του Κράτους διαμονής (περίπτωση διπλής ιθαγένειας).

Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 1, 1372 παρ. 2 ΑΚ και 1367 ΑΚ, ο γάμος μεταξύ Έλληνα και Αλβανού υπηκόου που τελείται από Αλβανό Πρόξενο στην Ελλάδα, είναι ανυπόστατος, αφού ο εν λόγω Πρόξενος είναι εντελώς αναρμόδιος να τελεί τέτοιους γάμους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Προξενική Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας (ΑΠ 608/2011).

Σύμφωνα με την ΑΠ 1428/2017, υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, δεν υφίσταται δυνατότητα τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων, γιατί η διαφορά φύλου θεωρείται προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Έλληνας νομοθέτης. Η μη αναγνώριση της ευχέρειας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι δικαιολογημένη, γιατί αφορά πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου.

Παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης.

«……Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 εδ. γ ΑΚ, γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 είναι ανυπόστατος. Στην περίπτωση δε τελέσεως πολιτικού γάμου οι προβλεπόμενοι από την εν λόγω διάταξη τύποι είναι: α) η σύγχρονη, απαλλαγμένη από ελαττώματα της βουλήσεως, δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν στην τέλεση του γάμου, β) η παρουσία δύο μαρτύρων ενώπιον των οποίων γίνεται δημόσια και κατά πανηγυρικό τρόπο η δήλωση και γ) η σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, που αποτελεί άμεση υποχρέωση του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας (ή του νομίμου αναπληρωτή τους) του τόπου όπου τελείται ο γάμος. Στην περίπτωση όμως τελέσεως πολιτικού γάμου μεταξύ δύο προσώπων του ιδίου φύλου (ομοφύλων), για τον οποίο έχουν τηρηθεί κατ αρχήν οι τύποι που προβλέπονται γι αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 1367 ΑΚ, αναφύεται το αναγκαίο για το υποστατό του γάμου ζήτημα, ποιοι μπορεί να είναι οι "μελλόνυμφοι" που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη, και συγκεκριμένα, αν μπορούν να είναι πρόσωπα που ανήκουν στο ίδιο φύλο. Εκ πρώτης όψεως είναι προφανές ότι η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως δεν προσφέρει λύση στο ζήτημα, καθώς η λέξη "μελλόνυμφοι" δεν προσδιορίζει χαρακτηριστικό φύλου. Προ αυτού του κενού είναι αναγκαία η προσφυγή στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομοθέτη, όπου με τον όρο αυτό δεν νοείται φυσικά μόνο ο εθνικός νομοθέτης, δηλαδή οι κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως, αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, οι οποίες κατά ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) υπερισχύουν των κοινών νόμων. Με αφετηρία την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 12 αυτής, σύμφωνα με την οποία "άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους". Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα συνάψεως γάμου και της δημιουργίας οικογένειας αναγνωρίζεται και στα δύο φύλα, χωρίς να παρέχεται και εδώ άμεση λύση στο εάν υπονοείται ότι ο "ανήρ" και η "γυνή" μπορούν να συνάπτουν γάμο αποκλειστικά ο ένας με τον άλλο ή και μεταξύ τους. Είναι προφανές ότι η διάταξη παραπέμπει στην εκάστοτε εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή η σύμβαση αναγνωρίζει μεν το δικαίωμα συνάψεως γάμου και στα δύο φύλα, όμως ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις τελέσεώς του παραπέμπει στον εθνικό νομοθέτη, αφήνοντας σ αυτόν την πρωτοβουλία και την αρμοδιότητα να ορίσει σχετικά (πρβλ. και Ολομ. ΣτΕ 867/1988). Περαιτέρω, στο Διεθνές Σύμφωνο της Ν. Υόρκης για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ανάλογη είναι η διάταξη του άρθρου 23, η οποία ορίζει: "1. Η οικογένεια είναι φυσικό και θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα μέλη της δε απολαύουν την προστασία της κοινωνίας και του Κράτους, 2. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ανδρών και γυναικών σε ηλικία γάμου να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια, 3. Κανείς γάμος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των μελλοντικών συζύγων και 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου". Και στην εν λόγω διάταξη δηλαδή, αφού θεσπίζεται η γενικότερη προστασία της οικογένειας και του δικαιώματος για τη σύναψη γάμου, αφενός, κατά τρόπο όμοιο με την προαναφερόμενη διάταξη της ΕΣΔΑ, δεν επιλύεται το ζήτημα του ενδεχόμενου γάμου μεταξύ ομοφύλων μελλονύμφων, αφετέρου δε ανατίθεται στα συμβαλλόμενα κράτη η αρμοδιότητα να λάβουν τα συγκεκριμένα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων των συζύγων. Επομένως, αμφότερες οι προαναφερόμενες διατάξεις, αμέσως ή εμμέσως, παραπέμπουν στο εθνικό δίκαιο τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος συνάψεως γάμου. Ακριβώς για το λόγο αυτό σε όσες ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία, Σουηδία, Ισπανία κλπ) θεσπίσθηκε κατά τα τελευταία έτη ο γάμος ομόφυλων προσώπων, τούτο υπήρξε αποτέλεσμα νομοθετικής πρωτοβουλίας του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη και όχι υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ. Ευλόγως λοιπόν ο ελληνικός αστικός κώδικας δεν προσφέρει ασφαλή απάντηση στο σχετικό πρόβλημα. Τούτο είναι προφανές, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συντάξεως του εν λόγω νομοθετήματος το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας γενικότερα είχε πολύ περισσότερο περιορισμένη διάσταση από ό,τι σήμερα, ενώ το ενδεχόμενο γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου δεν είχε απασχολήσει τους συντάκτες του, ως αυτονόητα ανύπαρκτο. Έτσι, ως προς τον όρο "μελλόνυμφοι", αφετηρία των συγγραφέων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία του αστικού κώδικα, αποτελεί ο ορισμός του γάμου, όπως διατυπώθηκε από τον Μοδεστίνο, Ρωμαίο νομοδιδάσκαλο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν Χριστιανός, και σύμφωνα με τον οποίο "γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία". Κατά λογική ακολουθία, στα ερμηνευτικά συγγράμματα του αστικού κώδικα, η διαφορά φύλου αναφέρεται ως στοιχείο του υποστατού του γάμου και αξιούμενη προϋπόθεση από το νόμο, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, αφού με τη μη θέσπιση του πολιτικού γάμου, ο ορισμός του γάμου στον ΑΚ ήταν περιττός, ενόψει του ότι η χριστιανική εκκλησία ενέκρινε πλήρως τον παραπάνω ορισμό του Μοδεστίνου. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό το ισχύον εθνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν καταλείπεται η ευχέρεια τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων προσώπων, αφού η διαφορά φύλου θεωρείται, σχεδόν καθολικά, προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο έλληνας νομοθέτης. Εξάλλου, η βούλησή του ως προς την αντιμετώπιση ανάλογης καταστάσεως, του μορφώματος δηλαδή της ελεύθερης συμβιώσεως, αποτυπώθηκε σχετικά πρόσφατα στο ν. 3719/2008, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ετερόφυλα ζευγάρια, και στο ν. 4356/2015, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ομόφυλα ζευγάρια, γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα από τον αντίλογο που θα μπορούσε να παραθέσει κανείς, αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως της εσωτερικής έννομης τάξεως, η οποία θεωρείται ότι αντανακλά τις ηθικές και κοινωνικές αξίες και παραδόσεις του ελληνικού λαού, που δεν αποδέχεται τη θέσπιση γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια. Εξάλλου, από συνταγματική άποψη το νομοθετικό αυτό πλαίσιο (της διαφοράς φύλου ως στοιχείου για το υποστατό του γάμου) δεν κείται εκτός των ορίων των άρθρων 4 παρ. 1, για την αρχή της ισότητας, και 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Τούτο δε γιατί η αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, τα οποία βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη διοίκηση, όταν προβαίνει σε ρυθμίσεις ή λαμβάνει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, η παραβίαση δε της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης ή η διοίκηση, όταν θεσμοθετεί κατ εξουσιοδότηση, μπορεί να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρυθμίσεων να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 2281/1995). Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη στην προκειμένη περίπτωση τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες, η μη αναγνώριση της ευχέρειας τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων κρίνεται δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία με την ευρεία έννοια. Ως προστατευόμενη επιμέρους εκδήλωση της προσωπικότητας θα μπορούσε να καταγραφεί και η σεξουαλική ελευθερία, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον, καθόσον, όποτε, όπως και με όποιον θέλει (με την προϋπόθεση στην τελευταία διάσταση ότι το άλλο πρόσωπο συναινεί). Η ελευθερία αυτή πάντως δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα του προσώπου να τυποποιεί νομικά τη σχέση του με άλλο πρόσωπο, κυρίως γιατί εκεί όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να καθιερώσει μια παρόμοια υποχρέωση του κοινού νομοθέτη το έπραξε ρητά (γάμος) (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος)…. »

A. Η γονική μέριμνα του ανηλίκου αφαιρείται από τους γονείς και ανατίθεται σε τρίτο, ή ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν.

α) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

β) Κανένας γονέας  δεν μπορεί να ασκήσει την γονική μέριμνα του ανηλίκου (ΑΚ 1513, 1514).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν, ο ένας ή και οι δύο γονείς, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513, 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660, 1661).

B. Η γονική μέριμνα αφαιρείται και ανατίθεται σε τρίτο κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, όπως γονείς, γονέας, πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, εισαγγελέας, ή και αυτεπαγγέλτως, από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος, αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Γ. Το δικαστήριο αφαιρεί την άσκηση της γονικής μέριμνας, ολικά ή μερικά και αναθέτει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, στον τρίτο, που θα υποδειχθεί από τον αιτούντα, όπως στον άλλο γονέα, συγγενή κλπ. ή σε εξαιρετική περίπτωση, όπως όταν δεν υποδειχθεί τρίτος, ή για άλλο σπουδαίο λόγο, σε επίτροπο (γενικό, ή ειδικό) καθορίζοντας ανάλογα την έκταση των διαχειριστικών του εξουσιών, θέτοντας, έτσι, το ανήλικο σε επιτροπεία των άρθρων 1589 επ. ΑΚ.

Δ. Το δικαστήριο, κατά την κρίση του, κατά τον διορισμό του τρίτου, ή του επιτρόπου, επιλέγει το καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τον άλλο γονέα, ή τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, συνεκτιμώντας και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της, και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει.

Ε. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί, το δικαστήριο θέτει το ανήλικο σε επιτροπεία και την αναθέτει σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

ΣΤ. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Επί αγωγής διατροφής ανηλίκου, στρεφόμενης κατά του γονέα του, αρκεί, για την νομική θεμελίωσή της, να διαλαμβάνεται η συγγένεια του ενάγοντος ανηλίκου προς τον εναγόμενο, η αδυναμία του να αυτοδιατραφεί και το απαιτούμενο για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του συνολικό χρηματικό ποσό. Δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο με ακρίβεια το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του ενάγοντος ανηλίκου κονδύλιο (ΑΠ 67/1999, ΜονΠρΘεσ 9351/2014).

Σύμφωνα με τα άρθρα 822 και 823 ΑΚ με την σύμβαση της παρακαταθήκης, ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει, με την υποχρέωση να το αποδώσει, όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί, ή συνάγεται από τις περιστάσεις. Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα.

Ο θεματοφύλακας έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν του ζητηθεί. Κατ άρθρο δε 827 ΑΚ, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.  Αν δεν ορίστηκε προθεσμία για την φύλαξη, ο θεματοφύλακας μπορεί να επιστρέψει το πράγμα οποτεδήποτε.  Ο θεματοφύλακας δεν έχει δικαίωμα να επιστρέψει το πράγμα που παρακατατέθηκε πριν περάσει η προθεσμία που ορίστηκε, εκτός αν απρόβλεπτα περιστατικά καθιστούν αδύνατη την ασφαλή φύλαξη του πράγματος για περισσότερο χρόνο, χωρίς δική του ζημία. Το πράγμα, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποδίδεται στον τόπο όπου φυλάγεται. Ο θεματοφύλακας δεν έχει υποχρέωση να προσκομίσει το πράγμα στον παρακαταθέτη. 

Ο παρακαταθέτης οφείλει να αποδώσει στο θεματοφύλακα, ότι αυτός δαπάνησε κανονικά για την φύλαξη του πράγματος. Οφείλει επίσης να τον αποζημιώσει για την ζημία από την παρακαταθήκη, εκτός αν η ζημία αυτή δεν προέρχεται από πταίσμα του (άρθρο 826 ΑΚ). 

Η εκ μέρους του θεματοφύλακα μη επιστροφή των φυλασσομένων πραγμάτων δεν αποτελεί μόνη της, χωρίς εκ των προτέρων σχετικής εντολής του παρακαταθέτη, εκδήλωση αμέσου βούλησής του για παράνομη ιδιοποίηση των φυλασσομένων πραγμάτων μετά την πάροδο της ορισθείσης προθεσμίας απόδοσής των, αλλά απαιτούνται και πράξεις μεταγενέστερες εκ μέρους του θεματοφύλακα δηλωτικές της εξωτερίκευσης τέτοιας θέλησής του (ΑΠ 13/2013).

Αν ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να παραδώσει αυτούσιο το πράγμα που παρέλαβε για φύλαξη, έχει, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, την υποχρέωση να αποζημιώσει τον παρακαταθέτη, καταβάλλοντος την αξία του πράγματος, επερχομένης αλλοίωσης του αντικειμένου της ενοχής, χωρίς να αποκλείεται και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση του παρακαταθέτη αι για κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη.

Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός, ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα (AΠ 1024/2010,  ΑΠ 504/2016

Στην περίπτωση κατά την οποία ο παρακαταθέτης ζητεί αποζημίωση, για το λόγο ότι ο θεματοφύλακας δεν είναι σε θέση να του αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, για την θεμελίωση της αγωγής του πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει την σύμβαση παρακαταθήκης και την αξία του πράγματος, όχι όμως και την υπαιτιότητα του θεματοφύλακα για την αδυναμία του προς αυτούσια απόδοση του πράγματος. Ο τελευταίος, για να απαλλαγεί της σχετικής υπόχρεωσης του προς αποζημίωση, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 336 ΑΚ, ότι δηλαδή η αδυναμία απόδοσης του πράγματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Την ίδια ως άνω ευθύνη έχει ο θεματοφύλακας και στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε να ιδιοποιηθεί το κατατεθέν πράγμα. Τούτο γιατί, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος του θεματοφύλακα, η εναντίον του, όμως, ενοχική αξίωση του καταθέτη παραμένει άθικτη.

Όταν για την φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα του, αλλά και για πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Αποκλεισμός της ευθύνης του για πταίσμα του οφειλόμενο σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του με συμφωνία από πριν δεν επιτρέπεται και η σχετική συμφωνία, κατ άρθρο 332 εδ. α ΑΚ, είναι άκυρη  (AΠ 1024/2010,  ΑΠ 504/2016

Περίπτωση ευθύνης του θεματοφύλακα για αθέτηση της υποχρέωσης του για φύλαξη από βαρεία αμέλεια του, συντρέχει κάθε φορά που η αθέτηση της υποχρέωσής του αυτής συνιστά εκτροπή ιδιαίτερα μεγάλη, ή ασυνήθιστα σοβαρή, της απαιτούμενης από τους κανόνες των συναλλαγών επιμέλειας (ΑΠ 92/2005, 189/2002, 1346/1989).

Αν ο παρακαταθέτης είναι και κύριος του πράγματος, που δίδεται για παρακαταθήκη και ο θεματοφύλακας, από αμέλεια, βλάψει το πράγμα, που παρακατατέθηκε, ή απωλέσει τούτο, τότε η ευθύνη του θεμελιώνεται και στο άρθρο 914 ΑΚ, δηλ. πρόκειται περί συρροής αξιώσεων. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι για τη γέννηση ευθύνης από αδικοπραξία, προς αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να υπάρχει, α) ανθρώπινη συμπεριφορά παράνομη και υπαίτιο, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιζήμιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου (ΑΠ 1964/2013).

Σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, οπότε για την μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματικός της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις, είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση, είτε είναι παρακολουθηματικός της κύριας σύμβασης, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση  (ΑΠ 1024/2010,  ΑΠ 505/2016).

Όταν για τη φύλαξη πράγματος οφείλεται αμοιβή, πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στο πλαίσιο άλλης κύριας σύμβασης, οπότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια (ΑΠ 504/2016).

Α. Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ αν ο γάμος λυθεί, ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφ ότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφ όσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία, συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Β. Το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει, κατά την ελεύθερη κρίση του, δεχόμενο σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, την αυτούσια απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατ ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 297 εδαφ. Β και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και κυρίως του συμφέροντος του δανειστή, είτε αναλόγου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996).

Γ. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ.

Από την σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Δ. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετακλήτου λύσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης της τριετίας της διάστασης.

Ε. Ειδικότερα για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπ όψιν το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε από την σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο, ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων.

ΣΤ. Στην έννοια του όρου «περιουσία» περιλαμβάνεται και ακίνητο, που κατά την διάρκεια του γάμου μεταβιβάσθηκε σε ένα των συζύγων με άτυπη παραχώρηση, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 1033 ΑΚ, αφού και η νομή και κατοχή του που μεταβιβάζεται στην περίπτωση αυτή, εφ όσον υπάρχει μέχρι τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο συνυπολογισμού της κτηθείσας περιουσίας, έχει αποτιμητή αξία, η οποία με την αγωγή δυνατόν να εξισώνεται με εκείνη της πλήρους κυριότητας, ο προσδιορισμός δε αυτός μπορεί να γίνει δεκτός και κατ` ουσίαν από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1400 και 1033 ΑΚ με εσφαλμένη εφαρμογή, εφ όσον όμως από το δικαστήριο γίνεται δεκτό ότι η αξία που γίνεται αποδεκτή αφορά τη νομή ή την κατοχή του αποκτήματος (ΑΠ 379/2011).

Ζ. Η αγωγή που στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή μόνο από την παρ. 1 εδ. β` του άρθρου 1400 ΑΚ μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική (εάν υπήρχε) κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση, ή την ακύρωση, του γάμου, ή τη συμπλήρωση της τριετίας επί τριετούς διάστασης, περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου ( ΑΠ 76/1997).

Η. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο, ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Θ. Για να γίνει δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Ι. Αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή και δεν μπορέσει να το αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφ όσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε, ή εάν επικαλέσθηκε  δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο, ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (ΑΠ 580/2013).

ΙΑ. Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει, είτε με την παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 318/2014, ΑΠ 287/2011, 625/2011).

ΙΒ. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπ όψιν και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η (κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο), χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων, ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005).

ΙΓ. Δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, ότι αυτός απέκτησε από δωρεά του άλλου και δεν αποδίδεται η αύξηση αυτή ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (ΑΠ 932/2009).

ΙΔ. Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά την λύση, ή ακύρωση του γάμου, ή την συμπλήρωση τριετούς διάστασης, η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σε αυτό (ΑΠ 1445/2012, ΑΠ 1652/2003, ΑΠ 655/1998).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1390, 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωσή τους, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Ο εναγόμενος, γονέας, προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ` ένσταση, κατ` άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου. Με την απόδειξη της ένστασης συνεισφοράς, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα

Η προβολή του ισχυρισμού πρέπει να συντελεσθεί στο ακροατήριο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, με σχετική, σαφή και ορισμένη δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Εάν ο εναγόμενος έχει ήδη καταθέσει προτάσεις, αρκεί η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι αναφέρεται σε αυτές. Εάν η κατάθεση των προτάσεων πρόκειται να επακολουθήσει, αρκεί η συνοπτική προβολή του σχετικού ισχυρισμού στο ακροατήριο με καταχώριση στα πρακτικά και είναι επιτρεπτή η διεξοδικότερη ανάλυσή του στις προτάσεις.

Για το ορισμένο της ένστασης πρέπει να εκτίθενται οι πρόσφορες για την παροχή διατροφής δυνάμεις του γονέα που δεν έχει εναχθεί, οι οικονομικές δυνάμεις του ενιστάμενου γονέα, η δικαιούμενη ανάλογη διατροφή του τέκνου και το ποσό από αυτήν (ανάλογη διατροφή) που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα, κατά το οποίο με την ένσταση συνεισφοράς διώκεται ο περιορισμός της υποχρέωσης του εναγομένου-ενισταμένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του

Σε περίπτωση μη υποβολής της ένστασης, δεν δύναται το δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου ποσό της διατροφής

Στην περίπτωση,  που με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο κατά την άποψη του ενάγοντος πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του εναγομένου γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση. Στην περίπτωση αυτή, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων γίνεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά, ή τις προτάσεις του εναγομένου (ΑΠ 416/2007, ΑΠ 782/2003, ΕφΔωδ 25/2008, ΕφΘεσ 805/2003, ΑΠ 416/2007, (ΕφΘεσ 1101/2002, ΕφΠειρ 606/2012, ΜονΠρΠειρ 168/2015).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1455 επ. ΑΚ, ως ισχύουν, η τεχνητή γονιμοποίηση, δηλαδή, η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, επιτρέπεται, μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής, μόνο λόγω αδυναμίας απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο, ή για να αποφευχθεί η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η ανθρώπινη κλωνοποίηση απαγορεύεται, ως επίσης απαγορεύεται η επιλογή του φύλου του τέκνου, που είναι επιτρεπτή, μόνο, αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.

Β. Η ταυτότητα των προσώπων, που έχουν προσφέρει τους γαμέτες, ή τα γονιμοποιημένα ωάρια, δεν γνωστοποιείται στα πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Οι ιατρικές πληροφορίες, που αφορούν τον τρίτο δότη, τηρούνται σε απόρρητο αρχείο χωρίς ένδειξη της ταυτότητάς του. Πρόσβαση στο αρχείο αυτό επιτρέπεται μόνο στο τέκνο και για λόγους σχετικούς με την υγεία του.

Η ταυτότητα του τέκνου, καθώς και των γονέων του δε γνωστοποιείται στους τρίτους δότες γαμετών, ή γονιμοποιημένων ωαρίων.

Γ. Η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Αν αυτή αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής,  και εφ όσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης του άνδρα με τον οποίο συζεί, παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Δ. Η τεχνητή γονιμοποίηση μετά τον θάνατο του συζύγου, ή του άνδρα με τον οποίο η γυναίκα συζούσε σε ελεύθερη ένωση, επιτρέπεται με δικαστική άδεια, μόνο, εφ όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις,

α) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να έπασχε από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας, ή να υπήρχε κίνδυνος θανάτου του και

β) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στην μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση και μόνο, μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν την συμπλήρωση διετίας από το θάνατο του άνδρα.

Ε. Τα πρόσωπα που προσφεύγουν σε τεχνική γονιμοποίηση αποφασίζουν με κοινή έγγραφη δήλωσή τους προς τον ιατρό, ή τον υπεύθυνο του ιατρικού κέντρου, που γίνεται πριν από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, ότι οι κρυοσυντηρημένοι γαμέτες και τα κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια που δεν θα τους χρειασθούν για να τεκνοποιήσουν,

α) θα διατεθούν χωρίς αντάλλαγμα, κατά προτεραιότητα σε άλλα πρόσωπα, που θα επιλέξει ο ιατρός ή το ιατρικό κέντρο,

β) θα χρησιμοποιηθούν χωρίς αντάλλαγμα για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς,

γ) θα καταστραφούν.

Αν δεν υπάρχει κοινή δήλωση των ενδιαφερομένων προσώπων, οι γαμέτες και τα γονιμοποιημένα ωάρια διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την λήψη, ή την δημιουργία τους και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, είτε χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς, είτε καταστρέφονται. Τα μη κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια καταστρέφονται μετά την συμπλήρωση δεκατεσσάρων ημερών από την γονιμοποίηση. Ο τυχόν ενδιάμεσος χρόνος κρυοσυντήρησής τους δεν υπολογίζεται.

Περιλαμβάνονται οι νέοι όροι περί της υιοθεσίας με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ως ισχύουν.   

Η υιοθεσία τελείται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση με βάση τις συναινέσεις των ενδιαφερομένων προσώπων.

Το δικαστήριο ελέγχει την συνδρομή των νομίμων όρων για την υιοθεσία, την νομιμότητά της και την σκοπιμότητά της, αν, δηλαδή, η συγκεκριμένη υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.

Η υιοθεσία δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από ένα πρόσωπο, όχι από περισσότερους, οι σύζυγοι όμως υιοθετούν από κοινού ανήλικο τέκνο.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

Η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται μυστική. Το θετό τέκνο έχει, μετά την ενηλικίωσή του, το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.

Αρμόδιο καθ ύλη για την τέλεση της υιοθεσίας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του εκείνος, που υιοθετεί, ή εκείνος που υιοθετείται.
Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την τέλεση της υιοθεσίας, αν ο υιοθετών, ή o υιοθετούμενος, είναι ελληνικής ιθαγένειας, ακόμη και αν δεν έχουν την συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδια τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους.

Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του. Η συναίνεση του συζύγου εκείνου που υιοθετεί μπορεί να δοθεί και ενώπιον συμβολαιογράφου, αν η συνήθης διαμονή του βρίσκεται στην αλλοδαπή.

Η συναίνεση του υιοθετούντος είναι αυτονόητη προϋπόθεση για την υιοθεσία.

Ο υιοθετούμενος ανήλικος συναινεί ο ίδιος στην υιοθεσία του, εφ όσον έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του.

Η συναίνεση των γονέων του υιοθετουμένου είναι πάντοτε απαραίτητη. Στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου, που προστατεύεται από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας μπορεί να δηλωθεί και ενώπιον δικαστηρίου, ή δικαστή, που έχουν λάβει σχετική εντολή.

Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η ίδια διαδικασία τηρείται και όταν πρόκειται για την ακρόαση, από το δικαστήριο, του υποψήφιου να υιοθετηθεί ανηλίκου, που δεν συμπλήρωσε το (16) έτος της ηλικίας του, ή άλλων τέκνων του υποψήφιου θετού γονέα, στις περιπτώσεις που η ακρόαση αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, η κύρια διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας να διεξάγεται «κεκλεισμένων των θυρών».

Η συναίνεση των γονέων για υιοθεσία του τέκνου τους αναπληρώνεται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν οι γονείς είναι άγνωστοι, ή το τέκνο είναι έκθετο,

β) αν και οι δύο γονείς έχουν εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή βρίσκονται σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης που τους αφαιρεί και την ικανότητα να συναινούν για την υιοθεσία του παιδιού τους,

γ) αν οι γονείς έχουν άγνωστη διαμονή, είτε πριν, είτε μετά, την παροχή της γενικής εξουσιοδότησης του άρθρου 1554,

δ) αν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533, και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν και

ε) αν το τέκνο έχει παραδοθεί με την συναίνεση των γονέων σε οικογένεια για φροντίδα και ανατροφή, με σκοπό την υιοθεσία, και έχει ενταχθεί σε αυτήν επί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους, οι δε γονείς εκ των υστέρων αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν.

Αν οι περιπτώσεις α' έως ε' συντρέχουν μόνο στο πρόσωπο του ενός εκ των γονέων, η απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνει τη συναίνεση μόνο αυτού.

Με απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνεται και η συναίνεση του επιτρόπου για την υιοθεσία του ανηλίκου, εφόσον ο τελευταίος προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και ο επίτροπος αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει.

Η υιοθεσία προσβάλλεται μόνο με την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων, ή βοηθημάτων κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης,

αν δεν συνέτρεξαν οι όροι του νόμου, ή

αν η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα, που σύμφωνα με το νόμο ήταν αρμόδια να συναινέσουν, υπήρξε άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, ή

δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα, ή του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη περιστατικά, ή παράνομης ή ανήθικης απειλής, ή όταν το θετό τέκνο είναι θύμα αναγκαστικής εξαφάνισης υπό την έννοια των άρθρων 322Α παράγραφος 2 και 322Β ΠΚ, ή τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού.

Δικαίωμα να προσβάλουν την υιοθεσία έχουν, αν μεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη, με το ένδικο μέσο της έφεσης και, αν όχι, με τριτανακοπή,

α) στις περιπτώσεις μη συνδρομής των όρων του νόμου ή θετού τέκνου θύματος αναγκαστικής εξαφάνισης κατά τα άρθρα 322Α παράγραφος 2 και 322Β Π.Κ. ή θετού τέκνου του οποίου τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς του γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή ο εισαγγελέας,

β) στις περιπτώσεις έλλειψης έγκυρης συναίνεσης, καθώς και όταν αυτή υπήρξε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, αυτός του οποίου λείπει η έγκυρη συναίνεση ή ο οποίος πλανήθηκε, εξαπατήθηκε ή απειλήθηκε, όχι όμως και οι κληρονόμοι τους.

Η προθεσμία της τριτανακοπής κατά της απόφασης που τελεί την υιοθεσία είναι (6) μήνες από την γνώση της υιοθεσίας και σε κάθε περίπτωση (3) έτη από την τελεσιδικία της απόφασης. Ο φυσικός γονέας που, λόγω της εφαρμογής διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δεν συναίνεσε στην υιοθεσία του παιδιού του έχει το δικαίωμα, προκειμένου να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, να πληροφορείται τα στοιχεία αυτής της απόφασης από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή οργάνωση, που συνέπραξε στην τέλεση της υιοθεσίας.

Οι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας τους έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κατά την τέλεση της υιοθεσίας και να ασκούν ένδικα μέσα κατά της σχετικής απόφασης, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο δικαίωμα του νόμιμου αντιπροσώπου τους.

Οι διακρατικές υιοθεσίες ρυθμίζονται από την Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1993, που έχει κυρωθεί με τον ν. 3765/2009. Η διεθνής υιοθεσία είναι έννοια ευρύτερη από τη διακρατική. Η πρώτη αναφέρεται σε κάθε υιοθεσία που εμφανίζει στοιχείο αλλοδαπότητας, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην υιοθεσία της οποίας το στοιχείο αλλοδαπότητας εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο, την αλλαγή λόγω της υιοθεσίας του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού. Η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης εφαρμόζεται μόνο στις διακρατικές υιοθεσίες μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί στο κράτος προέλευσης, ή στο κράτος υποδοχής. Η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή του κράτους, όπου τελέστηκε η υιοθεσία έχει ως συνέπεια την άμεση και χωρίς καμία διατύπωση αναγνώριση της υιοθεσίας σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη με την επιφύλαξη της πρόδηλης αντίθεσης της υιοθεσίας προς την δημόσια τάξη ορισμένου συμβαλλόμενου κράτους, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του παιδιού. Η εν λόγω σύμβαση δεν αρκείται στην αυτόματη αναγνώριση μιας απόφασης υιοθεσίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, αλλά επιπλέον κατοχυρώνει, και ένα ελάχιστο πλέγμα εννόμων αποτελεσμάτων της υιοθεσίας, που συνεπάγεται υποχρεωτικά μια τέτοια αναγνώριση.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 1516 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των γονέων, τις αξιώσεις διατροφής του τέκνου κατά του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.

Β. Η διάταξη αρκείται στο πραγματικό γεγονός ότι το τέκνο διαμένει με αυτόν που ασκεί την αγωγή για διατροφή του.

Γ. Ο γονέας, επομένως, με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει πάντοτε να το εκπροσωπεί στη δίκη διατροφής, χωρίς να χρειάζεται να διοριστεί τρίτος, ως ειδικός επίτροπος, ακόμη και αν η άσκηση της γονικής μέριμνας, άρα και της επιμέλειας, που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επί μέρους δικαιώματα αυτής, εξακολουθεί να ανήκει θεωρητικά και στους δύο γονείς

Δ. Το κριτήριο της διαμονής του γονέα επεκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία την επιμέλεια έχουν και οι δύο γονείς, είτε γιατί έτσι ρυθμίστηκε μετά από προσφυγή στο δικαστήριο, είτε γιατί δεν υπήρξε ακόμα δικαστική ρύθμιση, ο ένας όμως μόνο τυπικά, ενώ ο άλλος, δηλαδή αυτός που διαμένει με το παιδί, και ουσιαστικά, ασκεί την επιμέλεια (ΑΠ  823/2000, ΜονΠρΘεσ 1375/2016).

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» η αναδοχή ανηλίκου δεν είναι μόνιμη. Αίρεται

α) µε αίτηση προς τον αρμόδιο φορέα του αναδόχου γονέα, όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες του ανηλίκου.

β) από το δικαστήριο, ή τον αρμόδιο εισαγγελέα, µε αίτηση του αρμόδιου για την εποπτεία της αναδοχής φορέα, όταν, διαπιστωθεί ότι η αναδοχή δεν εξυπηρετεί πλέον το καλύτερο συμφέρον του ανηλίκου.

γ) όταν το ζητήσουν οποτεδήποτε οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, αν η ανάθεση στους ανάδοχους γονείς έγινε με σύμβαση (άρθρο 1662 ΑΚ).

δ) από το δικαστήριο, αν η ανάθεση έγινε με απόφασή του, όταν το ζητήσουν οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, εφ όσον διαπιστωθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους είχε αποφασισθεί το μέτρο (άρθρο 1662 ΑΚ).

ε) από το δικαστήριο, με αίτηση των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος δεν είναι κατάλληλος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του (άρθρο 1663 ΑΚ).

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

α) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

β) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

γ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.

δ) Ο ανάδοχος γονέας, που καταδικάστηκε τελεσίδικα για αδικήματα από εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν την ίδια έκπτωση, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνησης παιδιών, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων, εκπίπτει αυτοδίκαια της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα και δεν μπορεί να κριθεί στο μέλλον ανάδοχος γονέας δια βίου.

Σύμφωνα με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Α. Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

Β. Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Γ. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

Δ. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

Ε. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

Ο θεσμός της «αναδοχής» ανηλίκου σκοπό έχει την υγιή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου παιδιού από «ανάδοχο γονέα», όταν οι φυσικοί γονείς του δεν θέλουν, ή δεν μπορούν, ή δεν υπάρχουν, για να φροντίσουν και διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους με αγάπη, στοργή και την ασφάλεια που χρειάζεται. 

Ο θεσμός ρυθμίζεται από τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» του 2018 και από τις διατάξεις των άρθρων 1655-1665 ΑΚ. Οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας» θα καταργηθούν, όταν εκδοθούν οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις για τα «Ειδικά και Εθνικά Μητρώα  Αναδόχων Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» και για τις παροχές και διευκολύνσεις σε ανάδοχους γονείς. Μέχρι τότε τα θέματα αυτά θα ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν.

Αναλυτικά.

Α. Τοποθέτηση ανήλικου σε «ανάδοχο γονέα».

Για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

Β. Καταλληλότητα «αναδόχου γονέα».

Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Γ. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

Δ. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

Ε. Επαγγελματίες ανάδοχοι.

α) Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι». «Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

ΣΤ. Οικονομική ενίσχυση «αναδόχου  γονέα»- Λοιπές παροχές.

α) Ο ανάδοχοι γονείς δικαιούνται οικονομικής ενίσχυσης για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ανηλίκου. Φορέας καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης είναι ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Η οικονομική ενίσχυση, υπό προϋποθέσεις, εξακολουθεί να παρέχεται και μετά την ενηλικίωση του ανηλίκου, εγ όσον συνεχίζει να βρίσκεται σε καθεστώς αναδοχής.

Η οικονομική ενίσχυση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, ή κράτηση, υπέρ του Δημοσίου, ή τρίτου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, δεν κατάσχεται στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου, ούτε συμψηφίζεται µε ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία,  ή πιστωτικά ιδρύματα.

β) Οι ανάδοχοι γονείς δικαιούνται τις ίδιες άδειες, που αφορούν στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, µε τους φυσικούς γονείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής.

γ) Ο ανήλικος και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναδοχή, καλύπτεται ιατροφαρμακευτικά από τον ασφαλιστικό φορέα του αναδόχου γονέα. Σε περίπτωση έλλειψης ασφάλισης, ο ανήλικος καλύπτεται υγειονομικά, σύμφωνα µε τις διατάξεις που αφορούν στην υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

δ) Οι ανήλικοι εγγράφονται κατά προτεραιότητα και φοιτούν δωρεάν στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αρμοδιότητας των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ του τόπου κατοικίας των αναδόχων γονέων, φιλοξενούνται, κατά προτεραιότητα, στις παιδικές εξοχές και στα κέντρα οικογενειακών διακοπών που λειτουργούν στο πλαίσιο κρατικού προγράμματος. Ανάλογη εφαρμογή έχουν οι ανωτέρω ρυθμίσεις για την κατά προτεραιότητα φιλοξενία των ανηλίκων σε εξοχές και όταν οι ανήλικοι φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε φοιτητικές εστίες στην περίπτωση σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εφ όσον το καθεστώς της αναδοχής διατηρείται. 

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για την ρύθμιση της διαδικασίας χορήγησης και καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης και των λοιπών παροχών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας».

Ζ. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

Η. Έκπτωση «αναδόχου γονέα».

α) Ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

β) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

γ) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

δ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.

ε) Ο ανάδοχος γονέας, που καταδικάστηκε τελεσίδικα για αδικήματα από εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν την ίδια έκπτωση, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνησης παιδιών, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων, εκπίπτει αυτοδίκαια της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα και δεν μπορεί να κριθεί στο μέλλον ανάδοχος γονέας δια βίου.

Θ. Άρση αναδοχής.

Η αναδοχή του ανηλίκου δεν είναι μόνιμη. Αίρεται

α) µε αίτηση προς τον αρμόδιο φορέα του αναδόχου γονέα, όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες του ανηλίκου.

β) από το δικαστήριο, ή τον αρμόδιο εισαγγελέα, µε αίτηση του αρμόδιου για την εποπτεία της αναδοχής φορέα, όταν, διαπιστωθεί ότι η αναδοχή δεν εξυπηρετεί πλέον το καλύτερο συμφέρον του ανηλίκου.

γ) όταν το ζητήσουν οποτεδήποτε οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, αν η ανάθεση στους ανάδοχους γονείς έγινε με σύμβαση (άρθρο 1662 ΑΚ).

δ) από το δικαστήριο, αν η ανάθεση έγινε με απόφασή του, όταν το ζητήσουν οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, εφ όσον διαπιστωθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους είχε αποφασισθεί το μέτρο (άρθρο 1662 ΑΚ).

ε) από το δικαστήριο, με αίτηση των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος δεν είναι κατάλληλος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του (άρθρο 1663 ΑΚ).

Α. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

Β. Επειδή, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» για να γίνει αλλαγή του κυρίου ονόματος απαιτείται διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο που την έχει συντάξει, για την αλλαγή του κυρίου ονόματος πολιτογραφημένου  αλλοδαπού (π.χ. Ενέα σε Δημήτριος) πρέπει η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, να γίνει εκεί όπου έχει καταχωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης, δηλαδή στην αλλοδαπή.

Γ. Εφ όσον γίνει η αλλαγή  του κυρίου ονόματος στην αλλοδαπή και καταχωρηθεί στην εκεί ληξιαρχική πράξη γέννησης, σύμφωνα με το δίκαιο της άλλης ιθαγένειας του πολιτογραφημένου αλλοδαπού πρέπει να γίνει αναγνώριση του δεδικασμένου της σχετικής αλλοδαπής απόφασης (δικαστικής, ή διοικητικής) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 905 ΚΠολΔ και στην συνέχεια να γίνει η διόρθωση στα ελληνικά δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

Δ. Δικαστικές αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων περί διόρθωσης κυρίων ονομάτων πολιτογραφημένων αλλοδαπών σε ληξιαρχικές  πράξεις  βαπτίσεων, ή γάμων, καμία έννομη συνέπεια δεν επιφέρουν στην αστική κατάσταση των πολιτογραφημένων αλλοδαπών, ως προς την εγγραφή τους στα δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

Ε. Επίσης, η μετέπειτα της πολιτογράφησης προσκόμιση από τους ήδη πολιτογραφημένους αλλοδαπούς έκθεσης βάπτισης, προκειμένου να μεταβάλουν το κύριο όνομά τους, δεν αποτελεί αιτία αλλαγής του κυρίου ονόματός τους.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 ν. 2119/1993, στην περίπτωση που ο πολίτης μετέβαλε το θρήσκευμά του και η μεταβολή αυτή συνεπάγεται και την μεταβολή του κυρίου ονόματος, λόγω πρόσληψης βαπτιστικού ονόματος, τότε μπορεί.

α) Με αίτηση στον αρμόδιο δήμαρχο, να ζητήσει στο ήδη υπάρχον κύριο όνομα, να προστεθεί το βαπτιστικό, ή

β) Με αίτηση στο αρμόδιο ειρηνοδικείο, που θα δικάσει με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να ζητήσει την απάλειψη του υπάρχοντος ονόματος με το βαπτιστικό, την οποία δικαστική απόφαση, αφού τελεσιδικήσει, θα την υποβάλει στον αρμόδιο ληξίαρχο για την διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης.

Α. Επειδή η αλλαγή του κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, για να γίνει η αλλαγή κυρίου ονόματος Έλληνα από την γέννηση απαιτείται, να γίνει διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο, που την έχει συντάξει.

 Β. Για την διόρθωση,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» ο ληξίαρχος πρέπει να διαταχθεί προς τούτο με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου.

Γ. Εν όψει ότι ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του προσώπου σχετίζεται και επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών, το αρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη γέννησης, δικάζοντος κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την αλλαγή και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων που προτείνει, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτούμενη μεταβολή, εφ όσον το καταχωρημένο κύριο όνομα έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχο του (ΕιρΑθ 1290/2015, ΜΠρΑθ 3443/2016).

Δ. Στην συνέχεια προσκομίζεται στον αρμόδιο ληξίαρχο η απόφαση του δικαστηρίου, η έκθεση επίδοσης της απόφασης στον εισαγγελέα, το πιστοποιητικό τελεσιδικίας και το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του αιτούντος, ο οποίος και καταχωρεί την αλλαγή.

Α. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

Β. Το γεγονός αυτό δεν τους εμποδίζει, ως Έλληνες πολίτες πλέον, να αιτηθούν στην αρμόδια αρχή την αλλαγή των επωνύμου τους, όπως ο νόμος ορίζει και δίνει δικαίωμα σε κάθε Έλληνα πολίτη.

Γ. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που ενεγράφη ο ενδιαφερόμενος, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

Δ. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

Ε. Με δεδομένο ότι η αιτιολογία περί της αλλαγής του ονοματεπωνύμου είναι  οριοθετημένη από την απόφαση της πολιτογράφησης, οι πολιτογραφημένοι δεν μπορούν να αιτηθούν την αλλαγή του επωνύμου τους, επικαλούμενοι ψυχολογικούς λόγους, που προκαλούνται από επώνυμο που προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, επώνυμο το οποίο έχει κακή φήμη, ως συνέπεια πράξεων άλλου προσώπου και είναι αντίθετο ως προς την αντίληψη της κοινωνίας περί ηθικής, παρά μόνο για επώνυμο δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

ΣΤ. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

Ζ. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στην αιτουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

Η. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

Θ. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

Ι. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

ΙΑ. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Α. Για την αλλαγή επωνύμου Έλληνα από την γέννηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο ενδιαφερόμενος  για την αλλαγή του επωνύμου του, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

Β. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του ονόματός του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

Γ. Οι λόγοι που δικαιολογούν την αιτούμενη μεταβολή πρέπει να είναι σοβαροί. Ως σοβαροί λόγοι εννοούνται, ψυχικά προβλήματα, που δημιουργούνται από ονόματα, που είναι, α) κακόηχα,  β) προκαλούν την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερή στην προφορά, ή ξενικά δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετα προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής.

Δ. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν. Ωστόσο λόγοι αναφερόμενοι στην επαγγελματική κατάσταση προσώπου που ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο εξωτερικό είναι, κατ αρχήν, ικανοί να δικαιολογήσουν την αιτουμένη αλλαγή (ΣτΕ 1676/2001, ΣτΕ 4317/2011).

Ε. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

ΣΤ. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

Ζ. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

Η. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

Θ. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

Ι. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου,  οι γονείς υποχρεούνται να  προσδιορίσουν το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους πριν από τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο.

Β. Σε περίπτωση, που παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα.

Γ. Έτσι η μεταβολή του επωνύμου του τέκνου, μέσω της διοικητικής διαδικασίας αλλαγής επωνύμου, λόγω παράλειψης της ανωτέρω  δήλωσης, δεν είναι κατ αρχήν επιτρεπτή.

Δ. Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ ο νομοθέτης θέσπισε τον αμετάκλητο χαρακτήρα της δήλωσης των μελλονύμφων για τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους και για αυτό δεν επιτρέπεται μεταβολή γνώμης μετά την τέλεση του γάμου, ακριβώς για να αποτρέπει κάθε σύγχυση, ή αβεβαιότητα, ως προς το επώνυμο των τέκνων. Ωστόσο, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει την ακύρωσή της λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, κατά τα άρθρα 140 επ. ΑΚ από το αρμόδιο δικαστήριο.

Ε. Κατά συνέπεια αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με αίτημα την διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς το επώνυμο του τέκνου, λόγω πλάνης των γονέων του, που εμφιλοχώρησε κατά την διατύπωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου αυτού κατά το άρθρο 1505 ΑΚ, δεν είναι δυνατή, αφού δεν εμφιλοχωρεί κατά την καταχώριση του επωνύμου του τέκνου στην σχετική ληξιαρχική πράξη κάποιο σφάλμα του ληξιάρχου, προϋπόθεση που απαιτεί το άρθρο 782 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 344/1970 περί ληξιαρχικών πράξεων, δεδομένου ότι η αναγραφή του επωνύμου στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου έγινε ορθά από τον αρμόδιο ληξίαρχο, με βάση την πράξη προσδιορισμού του επωνύμου του από τους γονείς.

ΣΤ. Επομένως, για να διορθωθεί το επώνυμο του τέκνου, πρέπει να προηγηθεί ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου κατά τα άρθρα 155-157 ΑΚ, για την οποία αρμόδιο δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΛαρ 373/2010).

Ζ. Εφ όσον η δήλωση προσδιορισμού επωνύμου ακυρωθεί δικαστικά, οι σύζυγοι πρέπει να επαναλάβουν σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης την κοινή δήλωσή τους, όσον αφορά στο επώνυμο του τέκνου, ενώπιον  συμβολαιογράφου.

Η. Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσης προσδιορισμού επωνύμου του τέκνου  καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γάμου των γονέων. Στην συνέχεια ο επαναπροσδιορισμός του επωνύμου του τέκνου καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γέννησης και στην συνέχεια καταχωρείται στα δημοτολόγια και τα μητρώα αρρένων, ως διόρθωση.

Ρυθμίζεται με τον νόμο 4356/2015.

Α. Σύμφωνο συμβίωσης είναι η συμφωνία δύο ενηλίκων προσώπων, με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ανεξάρτητα από το φύλο τους (ετερόφυλα ή ομόφυλα ζευγάρια) με την οποία ρυθμίζουν την συμβίωσή τους. Καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.

Β. Ο νόμος 4356/2015 εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφ όσον τούτο καταρτίζεται στην Ελλάδα, ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής.

Γ. Σύμφωνα συμβίωσης που δεν έχουν καταρτισθεί στην Ελλάδα, ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής, δεν αναπτύσσουν στην ελληνική έννομη τάξη περισσότερα αποτελέσματα από αυτά που προβλέπονται στον νόμο 4356/2015.

Οι προϋποθέσεις σύναψης, οι σχέσεις των μερών μεταξύ τους και οι προϋποθέσεις και συνέπειες της λύσης των συμφώνων συμβίωσης, που δεν έχουν καταρτισθεί στην Ελλάδα, ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής, διέπονται από το δίκαιο του τόπου όπου καταρτίστηκαν. Για την κληρονομική διαδοχή εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.  

Δ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

1. Απαγορεύεται η σύναψη Συμφώνου Συμβίωσης

α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά,

β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό,

γ) μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και

δ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.

2. Άκυρο και Ακυρώσιμο Σύμφωνο

Άκυρο είναι το σύμφωνο που συνάπτεται κατά παράβαση των ανωτέρω, ή συνάπτεται εικονικά. Η ακυρότητα κηρύσσεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Την αγωγή ασκεί, εκτός από τα μέρη, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής φύσης, καθώς και ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως (αν το σύμφωνο αντίκειται στη δημόσια τάξη) .

Ακυρώσιμο είναι το σύμφωνο όταν εμφανίζει ελαττώματα της βούλησης. Στην περίπτωση αυτή  εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τον ακυρώσιμο γάμο. Η σχετική δικαστική απόφαση απαιτείται να γίνει αμετάκλητη.

Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που ακυρώνει το σύμφωνο συμβίωσης, αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματά του. Η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.

3. Επώνυμο των μερών

Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των μερών. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.

4. Σχέσεις των μερών

Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση (στον παρόντα ή άλλο νόμο).

Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της.

5. Επώνυμο τέκνων  

Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή μέσα σε (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωσή τους, που περιέχεται στο σύμφωνο, ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο πριν από τη γέννηση του πρώτου τέκνου.

Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς, ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα.

Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Πρώτο τίθεται το επώνυμο με αρχικό που προηγείται στο αλφάβητο. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέκνου θα σχηματιστεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.

6. Τέκνο γεννημένο σε Σύμφωνο Συμβίωσης

Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή μέσα σε (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του Συμφώνου, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το Σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως.

7. Γονική Μέριμνα τέκνου

Η γονική μέριμνα του τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή μέσα σε (300) ημέρες από τη λύση, ή την ακύρωση του συμφώνου, ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού.

Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί ή ακυρωθεί, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1513 ΑΚ

8. Λύση του Συμφώνου Συμβίωσης

Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται

α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο,

β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει (3) μήνες από την επίδοση και

γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.

Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του.

Ε. Ειδικές ρυθμίσεις  

1. Για τη διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το διαζύγιο, εκτός αν τα μέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωμα κατά την κατάρτιση του συμφώνου.

2. Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους. Κατά την κατάρτιση του Συμφώνου το κάθε μέρος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα.

2. Αλλες διατάξεις νόμων που αφορούν αξιώσεις των συζύγων μεταξύ τους, καθώς και αξιώσεις, παροχές και προνόμια έναντι τρίτων, ή έναντι του Δημοσίου, εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέρη του συμφώνου, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον νόμο 4356/2015, ή άλλο νόμο.

Η ελεύθερη συμβίωση εντάσσεται στις de facto οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή στις παράτυπες, ή αντικανονικές, από νομική άποψη, καταστάσεις, που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής.

Όπως συνάγεται από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 1444 εδ. β, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ. και 1386 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο ελεύθερη ένωση πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση.

Ο νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, αλλά περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων που συνδέονται έμμεσα με αυτή, εν όψει της ρύθμισης της τεχνικής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού, που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.

Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, με το ν. 1329/1983, η ελεύθερη συμβίωση, δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ. α ΑΚ και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση.

Η ελεύθερη συμβίωση δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας (βλ. ΜονΠρΑθ 2628/2013).

Η μόνη ρύθμιση που υπάρχει είναι αυτή του άρθρου 6 του ν. 4356/2015, που ρυθμίζει την τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα). Κατά την ρύθμιση, αυτά  κρίνονται κατά τις γενικές διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης μόλις το 2015 με τον νόμο 4356/2015 ρύθμισε την συμβίωση των ζευγαριών (ετερόφυλων και ομόφυλων) που συνάπτουν Σύμφωνο Συμβίωσης.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Το μέτρο της συνεισφοράς προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων, ακόμη και αν αυτή είναι απρόσοδη.

Η εκτίμηση της περιουσίας θα γίνει με οποιαδήποτε πρόσφορη μέθοδο. Αν είναι προσοδοφόρα και το εισόδημα που αποφέρει είναι ανάλογο, θα ληφθεί υπόψη αυτό.

Η υποχρέωση συνεισφοράς δεν έχει χαρακτήρα διατροφής. Στο μέτρο όμως που η οφειλόμενη συνεισφορά του κάθε συζύγου καλύπτει τη διατροφή του άλλου, η νομική της μεταχείριση είναι όμοια με της διατροφής, γιατί υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου.

Οι σύζυγοι για την εκπλήρωση της συνεισφοράς τους υποχρεούνται να αξιοποιούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθιστώντας αυτά προσοδοφόρα. Ετσι οφείλουν να εκμισθώνουν τα ακίνητα τους, να επενδύουν τα χρηματικά τους κεφάλαια κλπ. Στην περίπτωση όμως που η περιουσία τους είναι απρόσοδη, ή το εισόδημα που τους δίνει υπολείπεται, θα γίνει υποθετικός υπολογισμός με βάση το ανάλογο τίμημα, ή την ανάλογη απόδοση της ως κεφαλαίου.

Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου (από την εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους) λειτουργούν, αφ ενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει, και αφ ετέρου ως μέσο εκπλήρωσης της οφειλόμενης συνεισφοράς.

Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς κάθε συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο. Το κλάσμα που παριστάνει την ποσοστιαία επιβάρυνση εφαρμόζεται στις συνολικές οικογενειακές ανάγκες, για να δώσει το ποσό της συνεισφοράς που οφείλει ο κάθε σύζυγος.

Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση παύει η υποχρέωση συνεισφοράς, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή, σε χρήμα προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, με τη διαφορά ότι, ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς, δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακόπτεται η συμβίωση, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνον εκείνος ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφ όσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής τους μικρότερης συνεισφοράς (ΕφΠειρ 1/2007).

Το κατά άρθρο 358 του ΠΚ όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που την επιβάλει σε αυτόν ο νόμος και έχει αναγνωριστεί, έστω προσωρινά, με εκτελεστό τίτλο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί την βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση.

Προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή είναι.

α) Η υποχρέωση για διατροφή να επιβάλλεται από το νόμο.

β) η υποχρέωση για διατροφή να έχει  αναγνωρισθεί έστω και προσωρινά με δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση μπορεί να είναι, είτε απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου, είτε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου. Στην περίπτωση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου πρέπει η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, να έχει κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα.

γ) να περιήλθε ο δικαιούχος σε στερήσεις, ή να αναγκάστηκε να δεχθεί τη βοήθεια άλλων.

δ) το αξιόποινο αποτέλεσμα πρέπει να οφείλεται στην παράλειψη του δράστη, να τηρήσει την υποχρέωσή του για διατροφή.

Η παράλειψη του δράστη αποκτά αξιόποινο χαρακτήρα μόνο μετά την δημοσίευση της απόφασης και όχι πριν από αυτήν. Αυτό ισχύει ακόμα και αν η απόφαση αναγνώρισε αναδρομικά αξίωση για διατροφή.

Ως τόπος τέλεσης του εγκλήματος θεωρείται ο τόπος στον οποίον ο δράστης όφειλε να καταβάλει τη διατροφή, ή ο τόπος στον οποίο κατοικεί, ή διαμένει ο δικαιούχος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1 και 1489 παρ. 2 ΑΚ, δικαίωμα διατροφής έχει έναντι των γονέων του και το ενήλικο τέκνο, εφ όσον δεν μπορεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του, ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, εν όψει των αναγκών της εκπαίδευσής του.

Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων, ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του (ΑΠ 117/2008). Για την κάλυψη των δαπανών διατροφής του τέκνου με την ανωτέρω έννοια επιβαρύνονται και οι δύο γονείς του, καθένας από τους οποίους είναι υποχρεωμένος να καλύψει ένα ποσοστό από τις ανάγκες του τέκνου του, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του, που πηγάζουν από τα εισοδήματα, ή τους πόρους του, ή την περιουσία του υπόχρεου (ΕφΑθ 4481/ 2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 1507 ΑΚ, γονείς και τέκνα οφείλουν αμοιβαία μεταξύ τους βοήθεια, στοργή και σεβασμό. Εκδήλωση των ανωτέρω στοιχείων αποτελεί η επιθυμία του ενός να επικοινωνεί με τον άλλο, να προσφέρει στήριξη και συμπαράσταση σε καλές ή κακές στιγμές της ζωής του άλλου και να επιδεικνύει σεβασμό στην προσωπικότητά του, στα ίδια δε πλαίσια ο ένας δικαιούται και ο άλλος υποχρεούται να διατρέφει τον άλλον, όταν υπάρχει λόγος προς τούτο.

Έχει κριθεί ότι σε περίπτωση, που ο αιτούμενος την διατροφή ενήλικας ενεργεί σε αντίθεση με τις από την διάταξη του άρθρου 1507 ΑΚ προβλεπόμενες υποχρεώσεις του, είναι δυνατόν να προβληθεί κατά της αγωγής διατροφής του ένσταση καταχρηστικής άσκησής της, ιδία, όταν ιδιαίτερα περιστατικά καταδεικνύουν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, ή των χρηστών ηθών, ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της διατροφής, όπως είναι τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται σαφής και κατηγορηματική δήλωση του αιτούμενου την διατροφή ενήλικα τέκνου, να μην υπάρχει πλέον μεταξύ αυτού και  του γονέα οποιοσδήποτε συναισθηματικός δεσμός, ή σαφής προσβολή του προσώπου του γονέα, ή άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν ενέργειες του τέκνου, που να δείχνουν περιφρόνηση και έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς αυτόν (ΕφΑθ 2564/2011, ΕφΘεσ 1439/2005 ΜΠρΑρ 46/2010, ΜονΠρΑθ 7193/2012).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1439 εδ. γ και δ ΑΚ, εφ όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων. Επομένως για το διαζύγιο λόγω διετούς διάστασης απαιτούνται δύο χρόνια συνεχούς διάστασης. 

Στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής είναι η επίκληση της διετούς διάστασης. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, γιατί αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής. Είναι νόμιμη η αγωγή και όταν κατά την άσκησή της δεν είχε συμπληρωθεί η διετής διάσταση. Αρκεί να γίνεται επίκληση ότι αυτή θα έχει συμπληρωθεί με βάση τον χρόνο έναρξης κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής, οπότε εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 68 και 69 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι οποίες λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπάγγελτα κατά την διάταξη του άρθρου 73 ΚΠολΔ. Η συνέχεια της διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων (ΑΠ 210/2015, ΑΠ 669/2011, ΑΠ 510/2014)

Αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την λύση του γάμου είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των γαμικών διαφορών. Αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο σύζυγος, ή ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Συμφωνία (ρητή η σιωπηρή) των συζύγων για επιλογή άλλου δικαστηρίου και παρέκταση αρμοδιότητας είναι άκυρη.

Η παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία, με την σημασία του όρου του άρθρου 932 ΑΚ, και επομένως η ηθική βλάβη που προκαλείται στον αιτούντα διαζύγιο σύζυγο από παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν συνιστά αδικοπραξία και ο αιτών σύζυγος δεν δικαιούται χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Όταν, όμως, οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το διαζευκτικό παράπτωμα, είναι τέτοιες, που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας, που συνεπάγεται, για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων, γίνεται δεκτό, ότι είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Για την εν λόγω επιδίκαση, κατ εφαρμογή του άρθρου 59 ΑΚ, δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τοιαύτη, με την έννοια ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που η ανθρώπινη αντοχή υπερβαίνει τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τα δε πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων, ήταν πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και οδήγησαν στην μείωση της υπόληψης και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του συζύγου σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα (ΑΠ 558/2000, ΑΠ 686/2004), ΑΠ 558/2006, ΑΠ 686/2004, ΑΠ 566/2003).

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Δεν υπάρχει ρύθμιση στο Ρωσικό δίκαιο για την υιοθεσία ενηλίκου προσώπου, ή, που να απαγορεύει ρητά την υιοθεσία ενηλίκου, η οποία να επιβάλλεται να ληφθεί υπ όψιν, σύμφωνα με την ΑΚ 23 από τον εφαρμοστή του δικαίου στην Ελλάδα για τον ρωσικής ιθαγένειας υιοθετούμενο.

Θα εφαρμοστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον υιοθετούμενο ενήλικα κρίνονται με το ουκρανικό δίκαιο.

Η υιοθεσία ρυθμίζεται στο ουκρανικό δίκαιο από το 18 κεφάλαιο (άρθρα 207-242) του οικογενειακού κώδικα της Ουκρανίας της 10.1.2002 (ν. 38/2002).

Σύμφωνα με τον οικογενειακό κώδικα της Ουκρανίας η υιοθεσία τελείται με ειδική δικαστική διαδικασία, αποτέλεσμα της οποίας είναι η εξομοίωση του θετού τέκνου με το φυσικό τέκνο. Η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφ όσον  στερείται πατέρα, μητέρας ή στερείται επιμέλειας. Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν την οικογενειακή κατάσταση του υιοθετούντος, όπως την έλλειψη φυσικών του τέκνων καθώς και άλλες περιστάσεις, όπως συμβίωση, οικογενειακή θαλπωρή και υγεία. Υιοθεσία από περισσότερα πρόσωπα δεν επιτρέπεται, εκτός αν οι υιοθετούντες είναι σύζυγοι. Επιπλέον, αν ο υιοθετούμενος στερείται πατέρα ή μητέρας, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από πρόσωπο, το οποίο δεν είναι σύζυγος του φυσικού πατέρα ή της μητέρας. Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου, η οποία δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Μεταξύ του υιοθετούντος, ο οποίος πρέπει να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και του υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών. Τόσο για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου από αλλοδαπό, όσο και για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου, που διαμένει εκτός Ουκρανίας, απαιτείται η άδεια του Κέντρου Υιοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Ουκρανίας (άρθρα 282-283 Οικογενειακού Κώδικα). Επειδή η άδεια του διοικητικού οργάνου της Ουκρανίας, αν και αποτελεί  ουσιαστική προϋπόθεση της υιοθεσίας κατά το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ, επειδή αντίκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, ευθέως προς τις ημεδαπές διατάξεις των άρθρων 1542 επ. ΑΚ και αφορούν θεμελιώδεις ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης σχετικά με την υιοθεσία, με βάση τις οποίες δεν νοείται αποφασιστική επέμβαση διοικητικού οργάνου στην ολοκλήρωση της υιοθεσίας με τη μορφή της δέσμευσης του δικαστηρίου από τη γνώμη του, δεν εφαρμόζεται. Το εάν η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας μετά από εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα. 

Υιοθεσία ενηλίκου ελληνικής ιθαγένειας.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.

Για την υιοθεσία ενηλίκου έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εφ όσον δεν υφίσταται αντίθετη ειδικότερη διάταξη για την υιοθεσία ενηλίκου (ΕφΑθ 1138/2001).

Η υιοθεσία ενηλίκου διαφοροποιείται από αυτή του ανηλίκου, ως προς το ότι ο υιοθετούμενος είναι πλήρως δικαιοπρακτικά ικανός, καθ ότι έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, ως προς το ότι η γονική μέριμνα του φυσικού γονέα έχει παύσει στο σύνολο της για τους φυσικούς γονείς από την ενηλικίωση του τέκνου και τέλος ως προς τα αποτελέσματα της, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1584 εδ. β ΑΚ μετά την τέλεση της υιοθεσίας του ενηλίκου παραμένει αμετάβλητος ο βιολογικός και ηθικός δεσμός μεταξύ του υιοθετούντος και του άλλου φυσικού γονέα του και των συγγενών του ως προς το είδος, τη γραμμή και το βαθμό της συγγένειας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1580, 1581, 1582 και 1542 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι απαιτούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις για την υιοθεσία ενηλίκου.

υποβάλλεται κοινή αίτηση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου,

ο θετός γονέας πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του,

ο θετός γονέας να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοχτώ χρόνια,

η υιοθεσία να είναι προς το συμφέρον του υιοθετουμένου,

η δήλωση των συναινέσεων του υιoθετoύvτoς και του υιοθετούμενου να δίνονται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου.

απαραίτητη είναι και η συναίνεση του συζύγου του θετού γονέα και του συζύγου του υιοθετουμένου.

μόνες εξαιρέσεις στην αυτοπρόσωπη συναίνεση ενώπιον του Δικαστηρίου εισάγονται με συναίνεση ενώπιον συμβολαιογράφου εκ μέρους έγγαμου συζύγου του υιοθετούντος, ή του υιοθετούμενου, οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην αλλοδαπή (ΑΚ 1546, 1583 εδ.β, ΠΠρΑθ 105/2010). 

Δεν είναι εφαρμοστέα στην υιοθεσία ενηλίκου η διάταξη του άρθρου 1550 παρ. 1 ΑΚ, που προβλέπει τη συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετουμένου ως προϋπόθεση για τη συντέλεση της υιοθεσίας.

Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1557 ΑΚ, που θέτει ως προϋπόθεση τη διεξαγωγή κοινωνικής έρευνας από κοινωνική υπηρεσία, καθ ότι ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει πνευματική και ψυχολογική ωριμότητα, προκειμένου να κρίνει το συμφέρον, ή μη της τελούμενης υιοθεσίας.

Εφαρμόζεται και στην υιοθεσία ενηλίκων η διάταξη του άρθρου 1556 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 1580 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να ακούει και τη γνώμη των άλλων τέκνων του υιοθετούντος, ανάλογα με την ωριμότητά τους.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

Η υιοθεσία ενηλίκου λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή του θετού γονέα, ή του θετού τέκνου, αν συντρέχει παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωση, ή που συνιστά λόγο αχαριστίας του θετού τέκνου απέναντι σε αυτόν που το υιοθέτησε (ΠΠρΑθ 105/2010).

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Σύμφωνα με τον νόμο περί υιοθεσίας του έτους 2002, η υιοθεσία κατά το αγγλικό δίκαιο επιτρέπεται μόνον αν ο υιοθετούμενος είναι ανήλικος, δηλαδή, αν δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Δεν υπάρχει, όμως, ρύθμιση  που να απαγορεύει ρητά την υιοθεσία ενηλίκου, η οποία να επιβάλλεται να ληφθεί υπ όψιν, σύμφωνα με την ΑΚ 23 από τον εφαρμοστή του δικαίου στην Ελλάδα για τον αγγλικής ιθαγένειας υιοθετούμενο.

Θα εφαρμοστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το πολωνικό δίκαιο.

Ο πολωνικός κώδικας περί οικογενείας και επιτροπείας της 25-2-1964, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο της 25-5-1995 προβλέπει τρία είδη υιοθεσίας, την πλήρη (άρθρα 121-123 του κώδικα), την απλή, που έχει ασθενή αποτελέσματα (άρθρο 124 του κώδικα) και την ανώνυμη, υποπερίπτωση της πλήρους υιοθεσίας κατά την οποία οι φυσικοί γονείς του τέκνου συναινούν στην υιοθεσία χωρίς να προσδιορίζουν το πρόσωπο του υιοθετούντος (άρθρα 119/1, 125/1 του κώδικα). Επειδή στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνον η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων, η ανωτέρω διάταξη περί διακρίσεων της υιοθεσίας δεν εναρμονίζεται προς τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό στην Ελλάδα και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, γιατί προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη.

Περαιτέρω, στο πολωνικό δίκαιο, α) επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία ανηλίκων δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 10 του Αστικού Κώδικα της Πολωνίας), β) μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει εύλογη διαφορά ηλικίας ήτοι τουλάχιστον 18 ετών (άρθρο 114/1 του ιδίου κώδικα), γ) η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου και δ) για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ίδιου, αν έχει συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του. Η συγκατάθεση των γονέων δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 119/1 του ιδίου κώδικα) (ΠολΠρΑΘ 159/2005, ΠΠρΘεσ 13157/2010).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το ουκρανικό δίκαιο.

Στο Ουκρανικό δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από το 18ο κεφάλαιο (άρθρα 207-242) του Οικογενειακού Κώδικα της Ουκρανίας της 10.01.2002 (Νόμος 38/2002), που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2004.

Η υιοθεσία τελείται δυνάμει δικαστικής απόφασης, κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος (άρθρο 223 Οικ. Κ.) και πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου και να του εξασφαλίζει ένα σταθερό και αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον (άρθρο 207 Οικ. Κ.).

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υιοθεσία ενηλίκου, ο οποίος στερείται μητέρας, πατέρα, ή επιμέλειας (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του και την οικογενειακή κατάσταση του υιοθετούντος, την έλλειψη φυσικών του τέκνων, καθώς και άλλες περιστάσεις, όπως τη συμβίωση, την οικογενειακή θαλπωρή, την υγεία (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου, η οποία δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μετά την παρέλευση δύο μηνών από τη γέννηση του τέκνου.

Προβλέπεται η καταχώριση των προς υιοθεσία τέκνων και των υιοθετούντων από αρμόδιες αρχές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η καταχώριση των αλλοδαπών, που επιθυμούν να υιοθετήσουν τέκνο ουκρανικής ιθαγένειας, γίνεται από το Κέντρο Υιοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Ουκρανίας (άρθρο 214-215 Οικ. Κ.). Μια τέτοια υιοθεσία είναι δυνατή, εφ όσον το προς υιοθεσία τέκνο έχει παραμείνει, τουλάχιστον ένα έτος, καταγραμμένο στο αρχείο της Κρατικής Διεύθυνσης της Υιοθεσίας και δεν έχει υπάρξει ενδιαφέρον υιοθεσίας από ουκρανό υπήκοο. Τόσο για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου από αλλοδαπό, όσο και για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου, που διαμένει εκτός Ουκρανίας, απαιτείται επιπλέον η άδεια του Κέντρου Υιοθεσίας του Υπουργού Παιδείας της Ουκρανίας (Κρατική Διεύθυνση Υιοθεσίας  και προστασίας των δικαιωμάτων του ανηλίκου, άρθρα 282-283 Ο.Κ.). Οι διατάξεις αυτές θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Η  υιοθεσία ανηλίκου απαγγέλλεται, εφ όσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστωθεί  από την σχετική έκθεση κοινωνικής έρευνας, που συντάσσεται κατ' άρθρον 1557 ΑΚ, ότι λόγω της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετουμένου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους για προσαρμογή η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο. Ως συμφέρον του υιοθετουμένου νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που συναρτάται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο και προέχει έναντι του πρώτου. Το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά το χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικά.

Με την υιοθεσία πρέπει να δημιουργούνται ευνοϊκότεροι όροι από τους πριν από αυτή υπάρχοντες για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετούμενου. Οι υιοθετούντες πρέπει να έχουν αρμονική συζυγική ζωή με κίνητρα ανιδιοτελή και να κατέχονται από επιθυμία να αποκτήσουν δικό τους παιδί. Πρέπει να είναι άτομα συγκροτημένα, που λειτουργούν με υπευθυνότητα, έτοιμα να αναλάβουν τη φροντίδα ενός παιδιού συνειδητά. Πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι, δοτικοί, να κατανοούν τις ανάγκες του ανηλίκου, ικανοί να χειρισθούν δυσκολίες και να μπορούν να προσφέρουν στον ανήλικο την ασφάλεια του οικογενειακού περιβάλλοντος και να μην έχουν ποινικό μητρώο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, προϋπόθεση της υιοθεσίας αποτελεί η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 18 ετών και ενός μεγίστου 50 ετών. Ωστόσο η άτεγκτη προσκόλληση στο ανώτατο αυτό όριο αποκρούεται σήμερα, γιατί ο σκοπός εξασφάλισης της διαβίωσης και ανάπτυξης του θετού τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς καλύπτεται πρωτίστως και εξίσου αποτελεσματικά από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο, απόλυτο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το 60  έτος, ώστε να μη χρειάζεται και ένας επιπλέον φραγμός, το δε συμφέρον του υιοθετούμενου δεν εξαντλείται μόνο στην ανατροφή του τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς, αλλά περιλαμβάνει και τις μελλοντικές ωφέλειες που αυτό θα αποκομίσει από την ίδρυση της συγγένειας με τον υιοθετούντα, άλλωστε σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της προστασίας του συμφέροντος του τέκνου.

Ως εκ τούτου, όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό πρέπει να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας. Υπό το πνεύμα αυτό το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας της διάταξης του άρθρου 1544 εδ. α` ΑΚ έχει σχετική και επιβοηθητική σημασία και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ούτε να θεωρηθεί ότι καθιερώνει απαράβατο τυπικό κώλυμα υιοθεσίας, ιδίως δε όταν η τελευταία γίνεται με τήρηση του ανωτάτου ορίου ηλικίας των εξήντα ετών του υιοθετούντος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 1543 ΑΚ και συντρέχει σπουδαίος λόγος για να πραγματοποιηθεί, που βέβαια δεν είναι άλλος από την όσο γίνεται πιο άρτια εξυπηρέτηση του συμφέροντος του υιοθετουμένου (ΕφΑΘ 489/2001, ΕφΘεσ 2020/1999).

Η διενέργεια κοινωνικής έρευνας με αντικείμενο τη διακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της εξυπηρέτησης με την υιοθεσία του συμφέροντος του θετού τέκνου είναι αναγκαία. Το δικαστήριο δέχεται την έκθεση κοινωνικής έρευνας, δεν αποκλείεται όμως διαφοροποίηση από το πόρισμά της, αλλά στην περίπτωση αυτή η απόφαση πρέπει να αιτιολογεί ειδικά το λόγο που διαφοροποιείται.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων δεν επιτρέπεται να δοθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από την γέννηση του τέκνου. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1549, 1550, 1551, 1552 ΑΚ και 800 ΚΠολΔ για την υιοθεσία ανηλίκου απαιτείται να συναινέσουν αυτοπρόσωπα ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του, ή ο ένας τους μόνον, αν ο άλλος έχει εκπέσει από τη γονική μέριμνα κατά το άρθρο 1537 ΑΚ, ή η συναίνεσή του είναι αδύνατη, γιατί έχει τεθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1552 ΑΚ. Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, αν οι γονείς είναι αγνώστου διαμονής. Άγνωστης διαμονής είναι εκείνος του οποίου αγνοείται ο τόπος, ή η διεύθυνση της διαμονής του, η εξακρίβωση των οποίων δεν είναι δυνατή με τα συνήθη μέσα επιμέλειας. Η άγνοια αυτή πρέπει, όμως, να είναι αντικειμενική, δηλαδή ευρύτερου κύκλου προσώπων, με την έννοια της αδυναμίας διακρίβωσης παρά την επιμελή αναζήτηση πληροφοριών του τόπου ή της διεύθυνσης διαμονής του προσώπου που αφορούν. Σε κάθε περίπτωση, για να αναπληρωθεί η συναίνεση τους, πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης αυτών.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της γονικής μέριμνας, η της επιμέλειας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533 ΑΚ και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν (ΠΠρΑΘ 2021/2000, ΠΠρΑΘ 761/2006). Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους. Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα όμως, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, αρκούμενος στο γεγονός ότι κάπου - κάπου το επισκέπτεται, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα την κατάφαση της καταχρηστικότητας.

Το δικαστήριο για να αποφασίσει, ακούει και τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή (ΑΚ 1553).

Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του, που παρέχεται αυτοπροσώπως με δήλωση στο δικαστήριο κατά τις διακρίσεις του άρθρου 1546 ΑΚ.

Επιτρέπεται η υιοθεσία από το ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων ανηλίκων με την ίδια πράξη, ή διαδοχικά.   

Αν ο υιοθετών έχει τέκνα, το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητά τους οφείλει να ακούσει και την γνώμη τους.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητα του ανηλίκου οφείλει να ακούσει και την δική του γνώμη. Όταν ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 12 έτος της ηλικίας του συναινεί αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.      

Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια (άρθρο 1561 ΑΚ) με εξαίρεση τις ρυθμίσεις περί κωλυμάτων γάμου των άρθρων 1356 και 1357 και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο κατόπιν έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Η απόκτηση του επωνύμου του θετού γονέα επέρχεται αυτοδικαίως, στον δε υιοθετούμενο παρέχεται εκ του νόμου (άρθρο 1586 εδ. α΄ ΑΚ) το δικαίωμα να προσθέσει στο επώνυμο αυτό το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Τυχόν αίτημα διατήρησης του παλαιού επωνύμου είναι μη νόμιμο.

Επιτρέπεται με την υιοθεσία με προστεθεί κύριο όνομα στο κύριο όνομα του υιοθετούμενου, όταν τούτο επιβάλλεται προς το συμφέρον του.

Η υιοθεσία συντελείται με την τελεσιδικία της απόφασης, που την απαγγέλει. Οταν προσβάλλεται με έφεση, η υιοθεσία δεν έχει τελεσθεί, δηλαδή δεν υφίσταται η έννομη σχέση της.

Η απόφαση υιοθεσίας προσβάλλεται μόνο για μη συνδρομή των όρων του νόμου προς τέλεση της υιοθεσίας, δηλαδή για την ίδρυση της γονικής σχέσης. Προσβολή της υιοθεσίας, παρά την διάταξη του άρθρου 1569 ΑΚ, υπάρχει μόνο κατά ακριβή του όρου έννοια στην περίπτωση προσβολής της απόφασης που είναι τελεσίδικη με άλλα ένδικα μέσα, ή τριτανακοπή.

Η υιοθεσία δεν ανατρέπεται με αγωγή. Η υιοθεσία λύνεται. Με την διάταξη του άρθρου 1573 ΑΚ εισάγεται ο θεσμός της συναινετικής λύσης της υιοθεσίας. Για τη συναινετική λύση της υιοθεσίας  απαιτείται η συνδρομή ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις είναι, η ενηλικίωση του θετού τέκνου, η συμφωνία θετού γονέα και ενηλίκου θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας,  διάρκεια της υιοθεσίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Οι δικονομικές προϋποθέσεις είναι, υποβολή κοινής αίτησης θετού γονέα και θετού τέκνου στο αρμόδιο δικαστήριο και η αυτοπρόσωπη δήλωση της συμφωνίας θετού γονέα και θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας στο αρμόδιο δικαστήριο.

Η υιοθεσία λύνεται με δικαστική απόφαση (άρθρο 1571 ΑΚ) αν ο θετός γονέας εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή του αφαιρεθεί η άσκησή της, ή αν συντρέχει λόγος αποκλήρωσης του θετού τέκνου λόγω επιβουλής της ζωής του θετού γονέα, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του θετού γονέα, πρόκλησης με πρόθεση σωματικών κακώσεων στον θετό γονέα, ή στον σύζυγό του και αν έγινε από πρόθεση σε βάρος του θετού γονέα ή του του συζύγου του ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και εφ όσον οι συνέπειες της αποκλήρωσης δεν είναι επαρκείς λόγω της βαρύτητας της περίπτωσης. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή εγείρεται από τον θετό γονέα, ή το τέκνο που συμπλήρωσε το 12 έτος της ηλικίας του και αν δεν το συμπλήρωσε από τον ειδικό επίτροπο, ή τον εισαγγελέα, ή αυτεπαγγέλτως.

Αν ο θετός γονέας και το τέκνο τέλεσαν κατά παράβαση του νόμου γάμο, η υιοθεσία λύεται αυτοδικαίως και αίρεται αναδρομικά η γονική σχέση (άρθρο 1576 ΑΚ). Αν ο γάμος ακυρωθεί διατηρούνται μόνο από την σχέση υιοθεσίας τα περιουσιακά δικαιώματα του θετού τέκνου.   

Αρμόδιο καθ΄ ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης λύσης της υιοθεσίας, η οποία εκδικάζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1573 ΑΚ κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά την διάταξη του άρθρου 740 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο (Β. Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ έκδοση 2000, υπό αρθρ. 1573, αριθ. 11, σελ. 1159).

Με την αμετάκλητη λύση της υιοθεσίας η υιοθεσία αίρεται για το μέλλον και παύει η σχέση συγγένειας του θετού τέκνου και των κατιόντων του με τον θετό γονέα και τους έως τότε συγγενείς του. Αναβιώνουν οι δεσμοί του τέκνου με την φυσική οικογένεια. Αν το θετό τέκνο είναι ανήλικο το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε τρίτον, εφ όσον το επιβάλλει το συμφέρον του.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γεωργιανό δίκαιο, δηλαδή από το πέμπτο βιβλίο (οικογενειακό δίκαιο) του αστικού κώδικα της 26-6-1997 της Δημοκρατίας της Γεωργίας (αρθρ. 1239 έως 1274 γεωργΑΚ), ενώ από την 1-1-2010 έχει τεθεί σε ισχύ ο νόμος περί υιοθεσίας και αναδοχής ανηλίκων, που ρυθμίζει κατά κύριο λόγο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας και τις διακρατικές υιοθεσίες.

Σύμφωνα με τον γεωργιανό ΑΚ προβλέπεται η υιοθεσία ανηλίκου προσώπου, δηλαδή του προσώπου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 γεωργ ΑΚ) και επιτρέπεται μόνον εάν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου και μόνον εάν δημιουργούνται με την υιοθεσία μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου σχέσεις γονέων και τέκνων (αρθρ. 1239 γεωργΑΚ). Κατά την διάταξη του άρθρου 6 του νόμου περί υιοθεσίας και αναδοχής ανηλίκων τέκνων, προς υιοθεσία ανήλικα τέκνα θεωρούνται εκείνα των οποίων, α) οι γονείς έχουν κηρυχθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης ανίκανοι προς δικαιοπραξία, άφαντοι ή νεκροί, β) οι γονείς τους έχουν αποβιώσει, γ) αυτό που έχει κηρυχθεί εγκαταλελειμμένο, δ) από τους γονείς τους έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα και ε) εκείνα των οποίων οι νόμιμοι εκπρόσωπο συναινούν στην υιοθεσία. Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση αμφοτέρων των γονέων του υιοθετούμενου. Αν ο υιοθετούμενος έχει συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του, πρέπει να συναινέσει και αυτός στην υιοθεσία. Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος. Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 16 ετών εκτός αν υφίσταται σοβαρός λόγος ή αν ο υιοθετών υιοθετεί το τέκνο του συζύγου (άρθρο 1250, 1251,1255) (ΠΠρΘεσ 2692/2013).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Υιοθεσία ανηλίκου γερμανικής ιθαγένειας.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γερμανικό δίκαιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 1741 παρ.2 εδ. β του γερμανικού ΑΚ ένα έγγαμο ζευγάρι μπορεί να προβεί σε μόνο από κοινού, ενώ στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1743 εδ. β, ο ένας σύζυγος πρέπει να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του και ο άλλος το 21ο έτος. Το τέκνο που θα υιοθετήσουν αποκτά τη νομική θέση κοινού τέκνου των συζύγων (άρθρο 1754 παρ.1). Για την συντέλεσή της συναινούν στο δικαστήριο οι γονείς του τέκνου (άρθρο 1747 παρ.1 εδ. α) το πρώτον όταν το παιδί είναι ηλικίας τουλάχιστον 8 εβδομάδων (άρθρο 1747 παρ. 2), το ίδιο το τέκνο, και εάν είναι ανίκανο για δικαιοπραξία ή κάτω των 14 ετών ο νόμιμος εκπρόσωπος του (άρθρο 1746 παρ.1 εδ. α, β), καθώς και ο σύζυγος όταν υιοθετείται τέκνο μόνο από τον άλλο σύζυγο, η δε συναίνεση δίνεται με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1750 παρ.1 εδ. α, β, 3), σύμφωνα δε με το άρθρο 1744 η υιοθεσία θα πρέπει να απαγγέλλεται το πρώτον όταν ο υιοθετών έχει ένα τέκνο στη μέριμνα του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και θα πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου (ΠΠρΘεσ 29936/2008, ΠολΠρΘεσ 18014/2009).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γαλλικό δίκαιο.

Κατά το γαλλικό δίκαιο, η υιοθεσία ρυθμίζεται από το 8 Κεφάλαιο του Πρώτου Βιβλίου του γαλλικού Αστικού Κώδικα. Κατά το δίκαιο αυτό προβλέπονται δύο είδη υιοθεσίας, η απλή και η πλήρης.

Στην πλήρη υιοθεσία, μεταξύ του υιοθετούμενου και του υιοθετούντος δημιουργείται πλήρης γονεϊκή σχέση, όμοια με εκείνη, που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος γονέων του, η οποία υποκαθιστά τη σχέση του υιοθετούμενου με τους φυσικούς του γονείς.

Στην απλή υιοθεσία ο υιοθετούμενος παραμένει στους κόλπους της φυσικής του οικογένειας, διατηρώντας όλα τα κληρονομικά του δικαιώματα, ενώ από την άλλη πλευρά ο ίδιος και οι κατιόντες του αποκτούν δικαίωμα να κληρονομήσουν τόσο τους θετούς γονείς του, όσο και τους ανιόντες τους, χωρίς, ωστόσο, να έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας των τελευταίων. Οι διατάξεις περί απλής υιοθεσίας, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί από δύο μη διαζευγμένους συζύγους, που είναι παντρεμένοι για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, ή έχουν συμπληρώσει το 28ο έτος της ηλικίας τους. Οι υιοθετούντες πρέπει να είναι 15 χρόνια μεγαλύτεροι από το τέκνο, που επιθυμούν να υιοθετήσουν. Επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία παιδιών, που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους. Κανείς δεν μπορεί να υιοθετηθεί από διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν πρόκειται για συζύγους. Μπορούν να υιοθετηθούν παιδιά των οποίων η μητέρα και ο πατέρας ή το οικογενειακό συμβούλιο έχουν εγκύρως συναινέσει και παιδιά εγκαταλελειμμένα. Όταν την κηδεμονία του παιδιού έχουν ο πατέρας και η μητέρα πρέπει και οι δύο αυτοί να συναινέσουν στην υιοθεσία. Εάν ο ένας από αυτούς έχει πεθάνει ή αδυνατεί να εκφράσει τη συναίνεσή του ή έχει χάσει την κηδεμονία, αρκεί η συναίνεση του ενός γονέα. Αν ο πατέρας και η μητέρα του παιδιού έχουν πεθάνει ή είναι ανίκανοι να εκφράσουν την πρόθεσή τους ή έχουν στερηθεί την κηδεμονία, η συναίνεση μπορεί να δοθεί από το οικογενειακό συμβούλιο, μετά από τη συμβουλή του προσώπου, που πραγματικά φροντίζει το παιδί. Το ίδιο δε μπορεί να γίνει και εάν η κηδεμονία του παιδιού δεν έχει θεμελιωθεί. Η συγκατάθεση στην υιοθεσία μπορεί να δοθεί, μεταξύ άλλων, και ενώπιον του ορισθέντος μέλους του Δικαστηρίου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που συναινεί. Η συναίνεση μπορεί επίσης να δοθεί και από την ειδική υπηρεσία για το Παιδί, εάν το παιδί το έχουν εμπιστευτεί σε αυτή.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται όπως το υιοθετούμενο έχει παραμείνει για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην οικία των υιοθετούντων. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Υιοθεσία που διατάχθηκε νομότυπα στην αλλοδαπή παράγει στη Γαλλία τα αποτελέσματα της πλήρους υιοθεσίας, κατά την οποία διαρρηγνύονται πλήρως οι δεσμοί με την προϋπάρχουσα φυσική οικογένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, παράγονται τα αποτελέσματα της απλής υιοθεσίας, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε πλήρη, όταν έχουν δοθεί ρητά οι απαιτούμενες συναινέσεις.

Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την υιοθεσία, εάν θεωρεί καταχρηστική την άρνηση συναίνεσης των γονέων, όταν δεν δείχνουν πλέον ενδιαφέρον για το παιδί, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και την ηθική του. Το ίδιο δε μπορεί να συμβεί και σε περίπτωση καταχρηστικής άρνησης συναίνεσης του οικογενειακού συμβουλίου (ΠΠΘεσ 1453/2007 ΠΠρΘεσ 13229/2010).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το βουλγαρικό δίκαιο. Κατά το Βουλγαρικό δίκαιο, η υιοθεσία ρυθμίζεται από τον Οικογενειακό Κώδικα του 2009, ο οποίος τροποποίησε τον Βουλγαρικό Κώδικα περί οικογένειας της 18ης Μαΐου 1985, όπως αυτός ίσχυσε μετά την τελευταία τροποποίηση του 2007. Ο Βουλγαρικός Οικογενειακός Κώδικας, προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας α) την απλή και β) την πλήρη, στην περίπτωση του ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων ή οι γονείς του έχουν προηγουμένως συναινέσει στην πλήρη υιοθεσία, ή έχουν εγκαταλείψει το τέκνο τους σε ίδρυμα και δεν το έχουν αναζητήσει επί έξι μήνες από τότε που θα έπρεπε να το έχουν παραλάβει από το ίδρυμα σύμφωνα με το Νόμο περί Προστασίας των Τέκνων (όρθρο 100 παρ. 1). Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφ ενός και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφ ετέρου, νομικό καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετουμένου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του διακόπτονται (άρθρο 101 του Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα). Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετούμενου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του παραμένουν (άρθρο 102 του ως άνω Κώδικα).

Επειδή στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων δεν διαφέρει από την πραγματική οικογένεια, στην υποκατάσταση της οποίας αποβλέπει, το δε θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, η διάταξη του Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα περί απλής υιοθεσίας δεν τυγχάνει εφαρμογής, γιατί προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη (ΠΠρΑθ 1313/2006, ΠΠρΑγρινίου 5/2017 ).

Κατά τα οριζόμενα στο Βουλγαρικό δίκαιο, α) επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18 έτος της ηλικίας τους (άρθρο 77 παρ, 1 Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα), β) μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών (άρθρο 79) εκτός εάν ένας των συζύγων υιοθετεί το βιολογικό τέκνο του άλλου, ή το τέκνο υιοθετηθεί συγχρόνως, ή διαδοχικώς από συζύγους και σε ένα από αυτούς έχει τη νόμιμη διαφορά ηλικίας, γ) η υιοθεσία τελείται με (δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνον αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 97 παρ. 2), δ) για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των βιολογικών γονέων του υιοθετούμενου, εφόσον είναι έφηβοι, του συζύγου του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, καθώς και του ίδιου του υιοθετουμένου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 89 παρ. 1). Η συναίνεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 89 παρ. 2). Η συναίνεση των ως άνω προσώπων δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση στο δικαστήριο, ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου, που βεβαιώνει την υπογραφή του συναινούντος, είτε με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο (άρθρο 91 παρ. 2), ε) για την υιοθεσία Βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφ ενός μεν απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου και αφ ετέρου, επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από Βουλγαρικό δικαστήριο. Οι τελευταίοι (2) όροι υπό στοιχείο ε) του Βουλγαρικού Κώδικα, οι οποίοι περιορίζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα υιοθεσίας ανηλίκων Βουλγαρικής ιθαγένειας, αποτελούν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και δεν εφαρμόζονται (ΠΠρ Θεσ. 1453/2007, ΠΠρΑγρινίου 5/2017).

Κατά τα λοιπά ισχύουν  οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα. 

Υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας.

Στην περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη, ή στη δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΕΑ 2324/2005 ΕφΘεσσ 1438/2005, ΕΑ 489/2001, ΠΠρΑθ 954/2005).

Το δικαστήριο δηλαδή, ως έχον την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν, κατ' επέκταση, θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης, και επομένως, όταν εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΠΠρΘεσ 25358/2007).

Ο όρος δημόσια τάξη περιλαμβάνει και την έννοια των χρηστών ηθών, τα οποία είναι γενικές θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και καθορισμένο χρόνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οσάκις το ημεδαπό δίκαιο περιέχει όμοια διάταξη με αυτήν του αλλοδαπού δικαίου, ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη, δεν αποκλείει την πρόσκρουση της εφαρμογής της διάταξης εκείνης στην ημεδαπή δημόσια τάξη. Εφόσον διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ για την υιοθεσία.

Υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας.

Στην περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη, ή στη δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΕΑ 2324/2005 ΕφΘεσσ 1438/2005, ΕΑ 489/2001, ΠΠρΑθ 954/2005).

Το δικαστήριο δηλαδή, ως έχον την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν, κατ' επέκταση, θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης, και επομένως, όταν εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΠΠρΘεσ 25358/2007).

Ο όρος δημόσια τάξη περιλαμβάνει και την έννοια των χρηστών ηθών, τα οποία είναι γενικές θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και καθορισμένο χρόνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οσάκις το ημεδαπό δίκαιο περιέχει όμοια διάταξη με αυτήν του αλλοδαπού δικαίου, ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη, δεν αποκλείει την πρόσκρουση της εφαρμογής της διάταξης εκείνης στην ημεδαπή δημόσια τάξη. Εφόσον διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ για την υιοθεσία.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το αλβανικό δίκαιο.

Κατά τον Οικογενειακό Κώδικα της Δημοκρατίας της Αλβανίας, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας ανηλίκου ρυθμίζονται από τα άρθρα 240 - 262 του κώδικα οικογένειας της 8-5-2003 (νόμος 9062), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 21-12-2003. Ο ως άνω κώδικας αντικατέστησε τον κώδικα οικογενειακού δικαίου της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας της 29-06-1982 και κατήργησε το νόμο 7650/17-12-1992 «περί της υιοθεσίας ανηλίκων από αλλοδαπούς και ορισμένων τροποποιήσεων του Οικογενειακού Κώδικα», στο μέτρο που οι διατάξεις του έρχονται σε αντίθεση με αυτές του νέου κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κώδικα Οικογενειακού Δικαίου της Αλβανίας, η υιοθεσία επιτρέπεται μόνο αν εξυπηρετεί τα ύψιστα συμφέροντα του υιοθετουμένου και αν εξασφαλίζει το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Σύμφωνα με το άρθρο 241 του ίδιου κώδικα, η υιοθεσία επιτρέπεται μόνο αν ο υιοθετούμενος είναι ανήλικος. Ανήλικο δε, είναι το πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 48 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ της 29-06-1981). Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 18 ετών (άρθρο 241 του κώδικα οικογένειας). Το τέκνο δεν μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερα πρόσωπα, εκτός αν αυτά είναι σύζυγοι (άρθρο 242 του κώδικα οικογένειας). Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των γονέων του ανηλίκου. Αν ο ένας από τους γονείς έχει πεθάνει, ή δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη συναίνεσή του, ή του έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα, αρκεί η συναίνεση του άλλου γονέα. Αν έχουν πεθάνει αμφότεροι οι γονείς του τέκνου, ή τους έχει αφαιρεθεί η δικαιοπρακτική ικανότητα, ή είναι άγνωστοι, αποφασίζει το δικαστήριο για την τέλεση της υιοθεσίας (άρθρο 246 του κώδικα οικογένειας). Η συναίνεση για την υιοθεσία δίδεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν κάποιο από τα πρόσωπα που πρέπει να συναινέσουν έχει κατοικία ή συνήθη διαμονή στην αλλοδαπή, μπορεί να δοθεί ενώπιον προξενικών ή διπλωματικών αρχών (άρθρο 247 του κώδικα οικογένειας). Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεσή τους εντός τριών μηνών από την ημερομηνία χορηγήσεώς της (άρθρο 248 του κώδικα οικογένειας). Σύμφωνα με το άρθρο 252 του κώδικα οικογένειας το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο στον κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 257 του ως άνω κώδικα, η υιοθεσία στην αλλοδαπή δεν είναι δυνατή, αν, α) Η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο κράτος όπου κατοικεί ο υιοθετών ή β) η υιοθεσία αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετούμενου, ή γ) ο υιοθετούμενος δεν απολαμβάνει στη χώρα του υιοθετούντος τα ίδια δικαιώματα όπως στην Αλβανία. Η υιοθεσία στην αλλοδαπή είναι δυνατή εφόσον ο υιοθετούμενος παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σε αυτό το διάστημα εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτερικό.

Οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 252 και 257 του κώδικα οικογένειας της Αλβανίας, έχει κριθεί από τα ελληνικά δικαστήρια ότι αποτελούν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας και περιορίζουν ουσιαστικά την δυνατότητα υιοθεσίας ανηλίκων αλβανικής υπηκοότητας, γεγονός που αντιβαίνει στην ελληνική δημόσια τάξη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, οδηγούν σε ανεπιεική αποτελέσματα και προσκρούουν σε βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις που διέπουν την κοινωνική ζωή στην Ελλάδα, και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής (ΠΠρΘεσ 25358/2007, ΠΠρΘεσ 2434/2009, ΠΠρΑθ 310/2009).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα. 

Σύμφωνα με τον ν. 4055/2012 για την έκδοση κληρονομητηρίου απαιτούνται τα εξής.

α. κατάθεση της αίτησης στην Εκουσία Μονομελούς. Δεν προσδιορίζεται δικάσιμος. Μετά την πλήρη εφαρμογή του νόμου αρμόδια θα είναι τα Ειρηνοδικεία.   

β. ανάρτηση της αίτησης στο δικαστικό μέγαρο με ευθύνη της γραμματείας για 10 ημέρες. Το δεκαήμερο υπολογίζεται από την επομένη μέρα της κατάθεσης.

γ. έκδοση πιστοποιητικών. Τα πιστοποιητικά πρέπει να καλύπτουν και την τελευταία ημέρα του δεκαημέρου.

δ. κατάθεση προτάσεων με προείσπραξη με τα παρακάτω πιστοποιητικά, που καλύπτουν και την τελευταία ημέρα του δεκαημέρου, στα Πινάκια Ειδικών.

ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΕΓΓΥΤΕΡΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ

ΠΕΡΙ ΜΗ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΕΡΙ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΠΕΡΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

ε. Μετά την έκδοση του κληρονομητηρίου, αναμονή 20 ημέρες και λήψη πιστοποιητικού τελεσιδικίας.

Νομιζόμενος θεωρείται ο γάμος, που κατά την τέλεσή του και οι δύο σύζυγοι, ή ο ένας μόνο, αγνοούσε ότι ο γάμος του πάσχει από ακυρότητα Η ακύρωσή του ενεργεί ως προς αυτούς, ή αυτόν που την αγνοούσε, μόνο για το μέλλον.

Ο σύζυγος που αγνοούσε μόνος κατά την τέλεση του γάμου την ακυρότητα έχει, στην περίπτωση της ακύρωσης, εναντίον του άλλου συζύγου που γνώριζε εξαρχής την ακυρότητα και, αν αυτός πέθανε μετά την ακύρωση του γάμου, κατά των κληρονόμων του, δικαίωμα διατροφής σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το διαζύγιο.

Αν ο γάμος ακυρωθεί, ή λυθεί με το θάνατο του άλλου συζύγου, δικαίωμα διατροφής σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το διαζύγιο έχει και ο σύζυγος, που εξαναγκάστηκε να τελέσει γάμο με απειλή, κατά τρόπο παράνομο ή αντίθετο προς τα χρηστά ήθη.

Απαγορεύεται να τελεσθεί γάμος.

α) Πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει.

β) Πριν λυθεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης.

γ) Με συγγενείς εξ αίματος, σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή ως και τον τέταρτο βαθμό.

δ) Με συγγενείς εξ αγχιστείας, σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια ως και τον τρίτο βαθμό.

ε) Με τον υιοθετήσαντα, ή τους κατιόντες του, ή με τον υιοθετηθέντα. Το κώλυμα διατηρείται και μετά τη λύση της υιοθεσίας.

στ) με όποιον δεν έχει συμπληρώσει το (10) έως (18) έτος της ηλικίας του. Το δικαστήριο μπορεί, αφού ακούσει τους μελλονύμφους και τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλεια του ανηλίκου, να επιτρέψει το γάμο και πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής, αν η τέλεσή του επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο.

ζ) Με όποιον βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

η) Με όποιον βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση.

θ) Με όποιον βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όποιος βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση πλήρη ή μερική, που περιλαμβάνει και το γάμο, συνάπτει γάμο μόνο με τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του. Αν ο τελευταίος αρνείται να συναινέσει, το δικαστήριο μπορεί, αφού τον ακούσει, να δώσει την άδεια για τη σύναψη του γάμου, εφ όσον το επιβάλλει το συμφέρον του συμπαραστατουμένου.

ι) Με όποιον κατά τον χρόνο της δήλωσης βούλησης νύμφευσης δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

  

  1. Άκυρος είναι ο γάμος που τελέστηκε

α) Πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει.

β) Πριν λυθεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης.

γ) Με συγγενείς εξ αίματος, σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια γραμμή ως και τον τέταρτο βαθμό.

δ) Με συγγενείς εξ αγχιστείας, σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και σε πλάγια ως και τον τρίτο βαθμό.

ε) Με τον υιοθετήσαντα, ή τους κατιόντες του, ή με τον υιοθετηθέντα. Το κώλυμα διατηρείται και μετά τη λύση της υιοθεσίας.

στ) με όποιον δεν έχει συμπληρώσει το (10) έως (18) έτος της ηλικίας του. Το δικαστήριο μπορεί, αφού ακούσει τους μελλονύμφους και τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλεια του ανηλίκου, να επιτρέψει το γάμο και πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής, αν η τέλεσή του επιβάλλεται από σπουδαίο λόγο.

ζ) Με όποιον βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

η) Με όποιον βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση.

θ) Με όποιον βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όποιος βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση πλήρη ή μερική, που περιλαμβάνει και το γάμο, συνάπτει γάμο μόνο με τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του. Αν ο τελευταίος αρνείται να συναινέσει, το δικαστήριο μπορεί, αφού τον ακούσει, να δώσει την άδεια για τη σύναψη του γάμου, εφ όσον το επιβάλλει το συμφέρον του συμπαραστατουμένου.

ι) Με όποιον κατά τον χρόνο της δήλωσης βούλησης νύμφευσης δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Η ακυρότητα του γάμου αίρεται μόνο στις εξής περιπτώσεις.

α) Αν ακολουθήσει ελεύθερη και πλήρης συμφωνία των συζύγων.

β)  Αν δοθεί εκ των υστέρων άδεια από το δικαστήριο

γ) Αν ο σύζυγος, αφού συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, αναγνωρίσει το γάμο.

δ) Αν ο σύζυγος, αφού γίνει ικανός για δικαιοπραξία, αναγνωρίσει το γάμο.

ε) Αν ο δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο, ή ο ίδιος ο σύζυγος, αφού γίνει ικανός, εγκρίνει το γάμο.

  1. Ακυρώσιμος γάμος.

α) Ακυρώσιμος είναι ο γάμος που έχει τελεσθεί εξαιτίας πλάνης σχετικής με την ταυτότητα του προσώπου του άλλου συζύγου και μπορεί να ακυρωθεί. Η ακύρωση αποκλείεται, αν ο σύζυγος αναγνώρισε το γάμο μετά τη διάλυση της πλάνης.

β) Ακυρώσιμος είναι ο γάμος που έχει τελεσθεί αν ο σύζυγος εξαναγκάστηκε να τον συνάψει με απειλή, παράνομα, ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και μπορεί να ακυρωθεί. Η ακύρωση αποκλείεται, αν αυτός που εξαναγκάστηκε αναγνώρισε το γάμο, αφού πέρασε η απειλή.

Για την ακύρωση του άκυρου γάμου, αλλά και του ακυρώσιμου απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση που να τον ακυρώνει. Η αγωγή για την ακύρωση του γάμου ασκείται, α) από τους συζύγους, β) από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, γ) από τον εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως. Στην περίπτωση πλάνης ή απειλής μόνο από τον σύζυγο που πλανήθηκε ή απειλήθηκε, όχι όμως από τους κληρονόμους του.

Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει το γάμο αίρονται τα αποτελέσματά του, για οποιονδήποτε λόγο και αν ακυρώθηκε. Τα τέκνα από γάμο που ακυρώθηκε διατηρούν την ιδιότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο.

Η αξίωση για ακύρωση του γάμου είναι απαράγραπτη. Παραγραφή χωρεί μόνο στην περίπτωση ακύρωσης του γάμου εξ αιτίας πλάνης ή απειλής. Η παραγραφή επέρχεται όταν περάσουν έξι μήνες, αφ ότου έγινε δυνατόν να εγερθεί η αγωγή και πάντως όταν περάσουν τρία χρόνια από την τέλεση του γάμου.

Διακινδύνευση ιδίας διατροφής γονέα, στην διατροφή ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους, ή το προϊόν της εργασίας τους, δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατ αρχήν οι γονείς δεν μπορούν να προβάλουν κατ αυτών την ένσταση διακινδύνευσης της ιδίας αυτών διατροφής (ΕφΛαρ 84/2011).

Ο γονέας όμως, που ενάγεται για διατροφή ανηλίκου τέκνου, δύναται να προβάλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, αρκεί να επικαλεσθεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υποχρέου, ή ότι μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, την οποία στην περίπτωση αυτή οφείλει να αναλώσει κατ εξαίρεση του κανόνα της ΑΚ 1486 παρ. 2 (ΑΠ 676/00, ΕφΘεσ.1439/2005). Ως άλλος υπόχρεος νοείται και ο άλλος γονέας, προς τον οποίο μπορεί ο εναγόμενος να παραπέμψει το ανήλικο τέκνο, προκειμένου να αναζητηθεί από εκείνον το μέρος της διατροφής, που δεν μπορεί να πληρώνει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή (ΕφΠειρ 195/2010).

Οι συμφωνίες που γίνονται μεταξύ τέως συζύγων, μετά την λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, για τον διακανονισμό της διατροφής κάποιου από αυτούς, με συνομολόγηση υποχρέωσης του ενός έναντι του άλλου ισοβίου παροχής χρημάτων σε περιοδικές δόσεις για ολόκληρη την ζωή του δικαιούχου, ή του υποχρέου, ή τρίτου, είναι άκυρες αν δεν περιεβλήθησαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 842 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι σύμβαση περί ισοβίου προσόδου είναι άκυρη αν δεν καταρτισθεί ενώπιον συμβολαιογράφου (ΕφΑθ 2639/1992).

Από την διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ προκύπτει ότι διατροφή για παρελθόντα χρόνο δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, και αυτό, γιατί ανάγκες παρελθόντος χρόνου, είτε ικανοποιήθηκαν είτε όχι, δεν συνιστούν, ήδη, ανάγκες, αφού παρήλθαν, ούτε νοείται, πλέον, ικανοποίησή των.

Η υπερημερία επέρχεται μόνο από την όχληση και με αυτήν. Η όχληση γίνεται, είτε με έγερση αγωγής, είτε με εξώδικη πρόσκληση για καταβολή διατροφής, είτε με προφορική δήλωση (άρθρο 340 ΑΚ).

Η όχληση πρέπει να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενο της, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτουν από αυτήν το είδος και η ακριβής ποσότητα της διατροφής, προκειμένου ο υπόχρεος να έχει την δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα του αιτήματος και τις δυνατότητές του να ικανοποιήσει τις ανάγκες του δικαιούχου. Απλή υπόμνηση προς τον υπόχρεο ότι οφείλει διατροφή και γενική δήλωση του δικαιούχου σχετικά με την αξίωση του για διατροφή, δεν αποτελεί νόμιμη όχληση. Η όχληση αυτή είναι στοιχείο της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΑΠ 5956/2003, ΕφΑθ 6692/2011, ΕφΛαρ 79/2013, ΕφΑθ 5806/2008, ΕφΑθ 5932/2008, ΜονΠρΠειρ 1815/2014).

Δεν απαιτείται όχληση, εάν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (άρθρο 341 ΑΚ) καθώς και όταν η όχληση είναι αδύνατη, ή άσκοπη, ή περιττή (ΑΠ 342/2001, ΕφΑθ 5806/2008, ΕφΑθ 5932/2008, ΕφΑθ 5870/2010).

Από την διάταξη του άρθρου 1489 παρ. 2 ΑΚ, που καθιερώνει την υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, προκύπτει, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ότι οι οικονομικές δυνατότητες των συζύγων προς διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους συναρτώνται προς την δυνατότητά τους να αποκτήσουν εισόδημα από εργασία ανάλογη προς τα προσόντα και τις δυνατότητές τους, την οποία οφείλουν κατά τις αρχές της καλής πίστης να αναζητήσουν για να ασχοληθούν επικερδώς.

Επομένως, σε περίπτωση που ο υπόχρεος είχε τη δυνατότητα, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά εργασίας, να ανεύρει ανάλογη με τα προσόντα και τις δυνατότητές του εργασία και παρέλειψε να πράξει τούτο, κατά τρόπο αντίθετο με την καλή πίστη, συνεχίζει να έχει υποχρέωση προς διατροφή του ανηλίκου και τυγχάνει μεταχείρισης σαν να εργάζετο και είχε πραγματικό εισόδημα από την εργασία αυτή (ΑΠ 1507/2001, ΕφΠειρ. 155/2004, ΕφΛαρ 192/2010).

Διακινδύνευση ιδίας διατροφής γονέα, από την διατροφή του ανηλίκου.

Ο εναγόμενος γονέας δεν μπορεί να προβάλλει κατ’ αρχήν, την ένσταση διακινδυνεύσεως της δικής του διατροφής, εκτός αν επικαλεστεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υποχρέου, ή ότι μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, την οποία στην περίπτωση αυτή οφείλει ν’ αναλώσει. Ως άλλος υπόχρεος νοείται και ο άλλος γονέας, προς τον οποίο μπορεί να πληρώνει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή. Σε αναφορά προς τον άλλο γονέα, όμως, υφίσταται και λειτουργεί υπέρ του εναγομένου η ένσταση συνεισφοράς, με την οποία περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 680/2010, ΑΠ 410/2007, ΑΠ 2210/2007).

Η ένσταση διακινδύνευσης είναι ανεξάρτητη από την ένσταση συνεισφοράς του άλλου γονέα στην διατροφή του τέκνου. Έτσι, εάν μετά την προβολή ένστασης συνεισφοράς και τον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής εκάστου γονέα στην διατροφή του ανηλίκου τέκνου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό συμμετοχής του, χωρίς να διακινδυνεύει η δική του διατροφή, τότε είναι δυνατό με την προβολή της ένστασης διακινδύνευσης και με την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας είναι σε θέση να πληρώνει το σύνολο της οφειλομένης διατροφής, να απαλλαγεί πλήρως ο εναγόμενος από την δική του υποχρέωση (ΑΠ 676/2000, ΑΠ 804/1994).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ.1 και 1489 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα διατροφής έχει έναντι των γονέων του και το ενήλικο τέκνο, εφ όσον δεν μπορεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του, ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ή των αναγκών της εκπαιδεύσεώς του.

Η διατροφή περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του ενηλίκου τέκνου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του.

Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων, ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία. Δικαιούχος διατροφής είναι και εκείνος που, ενόψει των αναγκών της εκπαιδεύσεώς του, δεν μπορεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του. Οι ανάγκες της εκπαιδεύσεως εξαρτώνται από τις λοιπές βιοτικές συνθήκες του τέκνου. Ως εκπαίδευση νοείται και η επαγγελματική, θεωρητική, τεχνική οποιασδήποτε βαθμίδας, άρα και η ανώτερη ή ανώτατη. Λαμβάνονται δε προς τούτο υπ όψιν οι επιδόσεις του ενηλίκου τέκνου, δηλαδή η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών (ΑΠ 117/2008, ΑΠ 828/2015, ΑΠ 953/2015)

Στην περίπτωση που ο αιτούμενος την διατροφή ενήλικος ενεργεί σε αντίθεση με τις από την διάταξη του άρθρου 1507 ΑΚ προβλεπόμενες υποχρεώσεις του απέναντι στον γονέα, δηλαδή δεν εκδηλώνει σεβασμό στην προσωπικότητά του γονέα του,  δεν επικοινωνεί με αυτόν, δεν του προσφέρει στήριξη και συμπαράσταση σε καλές ή κακές στιγμές της ζωής του, είναι δυνατόν να προβληθεί κατά της αγωγής διατροφής η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281).

Για την θεμελίωση της ένστασης απαιτείται η προβολή και απόδειξη ιδιαίτερων περιστατικών, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταδεικνύουν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, ή των χρηστών ηθών, ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος διατροφής, κατά την άσκησή του από το ενήλικο τέκνο σε βάρος του γονέα, όπως περιστατικά από τα οποία συνάγεται σαφής και κατηγορηματική δήλωση του τέκνου να μην υπάρχει πλέον μεταξύ του γονέα και αυτού οποιοσδήποτε συναισθηματικός δεσμός, ή σαφής προσβολή του προσώπου του γονέα, ή άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν ενέργειες του τέκνου, που να δείχνουν περιφρόνηση προς τον γονέα του και έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς αυτόν (ΕφΠειρ 780/2014, ΜονΠρΘεσ 11172/2016)

Αν το ενήλικο τέκνο στρέφεται μόνον κατά του ενός γονέα (δεν έχει υποχρέωση να στραφεί και κατά των δύο γονέων) δικαιούται ο εναγόμενος γονέας να επικαλεστεί, κατ ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της αιτούμενης διατροφής (ΜονΠρΘεσ 11172/2016).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξαρτήτως του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος. Το μέτρο της διατροφής του καθ ενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση διατροφής παύει, ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Οι περιστάσεις αυτές αναφέρονται σε γεγονότα που επηρεάζουν τις οικονομικές δυνάμεις, ή τις ανάγκες, είτε του δικαιούχου, είτε του υπόχρεου και όχι σε άλλα γεγονότα, που δεν επηρεάζουν το συσχετισμό των δυνάμεων και των αναγκών των συζύγων. Οι περιστάσεις αυτές προβάλλονται με ένσταση του υπόχρεου συζύγου, η οποία προτείνεται μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269§2 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 271/01, ΕφΑθ 1723/03).

Οι προϋποθέσεις επιδίκασης διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής κρίνονται από το χρόνο έγερσης αγωγής και με βάση το εκάστοτε επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 132/03).

Εφ όσον κάποιος από τους συζύγους διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται διατροφή από τον άλλο. Η διατροφή  αυτή πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπ όψιν οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.

Εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει, α) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά με βάση τα οποία δύναται να ιδρυθεί, γι` αυτόν που διέκοψε τη συμβίωση, λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης και β) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά, υπό τα οποία η αξίωση του άλλου συζύγου για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.

Η υποχρέωση διατροφής υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Αν όμως το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή).

Η ύπαρξη οικονομικών δυνάμεων στο πρόσωπο του συζύγου, που του επιτρέπουν να συνεισφέρει στη διατροφή του άλλου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής περί διατροφής, αλλά θεμελιώνει ένσταση, αφού η σύγκριση των δυνάμεων και των δύο συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθ ενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, οδηγεί στον περιορισμό του ποσού της ζητούμενης διατροφής, ή ακόμα και την ολοσχερή απόρριψη της αγωγής, αν από την λογιστική εισφορά της οικονομικής δύναμης του κάθε συζύγου, που γίνεται στα πλαίσια της εκατέρωθεν συμβολής, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εκατέρωθεν οφειλομένων χρηματικών ποσών λόγω διατροφής.

Η υποχρέωση διατροφής προς το σύζυγο που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υποχρέου, εκτός αν υπάρχει άλλος υπόχρεος που θα μπορούσε να καταβάλει τη διατροφή (ΜονΠρΘεσ 2503/2009).

Από την διάταξη του άρθρου 1504 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση διατροφής υφίσταται και μεταξύ αδελφών. Για να στοιχειοθετηθεί η αξίωση και η αντίστοιχη υποχρέωση για παροχή διατροφής μεταξύ αδελφών, δεν αρκεί μόνο η απορία του δικαιούχου, αλλά απαιτείται αυτός που την ζητεί, να αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του για ιδιαίτερους λόγους. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η ηλικία, η βαριά ασθένεια (σωματική ή πνευματική) και η αναπηρία (σωματική ή πνευματική).

Στον νόμο δεν υπάρχει διάταξη, που να καθορίζει την θέση του αδελφού στην σειρά των υποχρέων. Επειδή, όμως, η υποχρέωση αδελφού αποτελεί εξαίρεση στο σύστημα διατροφής ανιόντων και κατιόντων, ή συζύγων, συνάγεται ότι, τόσο ο σύζυγος, όσο και οι ανιόντες, ή κατιόντες, προηγούνται στην σειρά υποχρέων από τον αδελφό (ΑΠ 583/1967, ΕφΑθ 80/2011).

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Για τον καθορισμό του ποσού της διατροφής, λαμβάνονται υπ όψιν οι ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα (ανάλογη διατροφή), αλλά και η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Έτσι η ανάλογη διατροφή του τέκνου, σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του, συναρτάται και με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, με συνέπεια να μειώνεται η διατροφή ακόμη και κάτω από το επίπεδο διαβίωσης του τέκνου, αν τυχόν είναι περιορισμένες οι οικονομικές δυνατότητες του υπόχρεου και δεν επαρκούν (ΑΠ 520/1995, ΕφΑθ 7362/2002, ΕφΛαρ 3/2011, ΑΠ 416/2007, ΑΠ 1681/2005).

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου γονέα ( ΑΠ 416/2007, ΑΠ 823/2000).

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται καταρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Εκείνος από τους γονείς, που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για τη διατροφή του τέκνου.

Η συνεισφορά της μητέρας, που είναι επιφορτισμένη με την ανατροφή και επίβλεψη του ανήλικου τέκνου, συνυπολογίζεται στην υποχρέωση της προς διατροφή του ανηλίκου.

Αν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφής, στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων, δικαιούται ο άλλος γονέας να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, εφ όσον ζητείται η καταβολή ολοκλήρου του αιτούμενου ποσού της διατροφής, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στην υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 884/2003, ΜονΠρΘεσ 6686/2008). Αν ζητείται η συνεισφορά του άλλου γονέα στην ανάλογη διατροφή του τέκνου ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 804/1994, ΕφΘεσ 1101/2002).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι ο γονέας, που ενάγεται για διατροφή ανηλίκου τέκνου, δύναται να προβάλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, αρκεί να επικαλεσθεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υποχρέου, ή ότι μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, την οποία στην περίπτωση αυτή οφείλει να αναλώσει κατ εξαίρεση του κανόνα της ΑΚ 1486 παρ. 2 (ΑΠ 676/00, ΕφΘεσ.1439/2005). Ως άλλος υπόχρεος νοείται και ο άλλος γονέας, προς τον οποίο μπορεί ο εναγόμενος να παραπέμψει το ανήλικο τέκνο, προκειμένου να αναζητηθεί από εκείνον το μέρος της διατροφής, που δεν μπορεί να πληρώνει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή (ΕφΠειρ 195/2010).

Από την διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ συνάγεται ότι η διατροφή οφείλεται από την επίδοση της αγωγής χρόνο και εντεύθεν. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η διατροφή για το παρελθόν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία.

Ανυπόστατος γάμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1367 ΑΚ, ο γάμος τελείται, είτε με την σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σε αυτό (πολιτικός γάμος) είτε με ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα (θρησκευτικός γάμος).

Ο γάμος, που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθ όλου ένας από τους παραπάνω δύο συστατικούς τύπους, όταν λείπει δηλαδή εντελώς κάποιο ουσιώδες στοιχείο του «πραγματικού» του, δηλαδή κάποιο από τα στοιχεία της συστατικής του πράξης, που είναι η συμφωνία των μελλονύμφων και ο συστατικός τύπος, τότε ο γάμος είναι ανυπόστατος.

Ανυπόστατος είναι  και αυτός που έγινε από εντελώς αναρμόδιο όργανο (ΑΠ  608/2011).

Ανάκληση δωρεάς, λόγω αχαριστίας δωρεοδόχου.

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου, ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.

Αχαριστία μπορεί να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη για περίθαλψη, στην οποία περιλαμβάνεται και η διατροφή του. Η αδιαφορία αυτή είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός του δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς, η αξία του αντικειμένου της, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, που δείχνει έλλειψη ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή.

Η φύση της δωρεάς δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι, αλλά ο χαρακτηρισμός της είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της σύμβασης, τόσο από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, το οποίο καθορίζει τους νομικούς κανόνες που προσιδιάζουν στην περίπτωση και πρέπει να εφαρμοστούν, όσο και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο της σύμβασης και επηρεάζουν τους παραπάνω κανόνες.

Kατά το άρθρο 512 ΑΚ οι δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας, δεν μπορούν να ανακληθούν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, άσχετα προς τα ελατήρια τα οποία τον ώθησαν. Δωρεά από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες, ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης, ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση. Αν η δωρεά δεν έχει συναφθεί από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας, παρά το χαρακτηρισμό που έδωσαν στη σύμβαση οι διάδικοι, η ρήτρα περί παραίτησης του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη.

Η ανάκληση της δωρεάς, εάν αποδειχθεί αχαριστία του δωρεοδόχου προς το πρόσωπο του δωρητή, η οποία συνιστά βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού,  δηλωτικό της έλλειψης συναισθημάτων στην αφιλοκερδή χειρονομία του, αποτελεί παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας και είναι έγκυρη (ΑΠ 109/2010).

Αξίωση στα περιουσιακά στοιχεία του άλλου συζύγου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 και 1401 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση  συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλον κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί, ή ακυρωθεί, ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων.

Ο άλλος σύζυγος, εφ όσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία συμβολή (ΑΠ 489/2009).

Αντικείμενο της αξίωσης είναι η απόδοση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ως περιουσιακή αύξηση νοείται η διαφορά της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου που υπάρχει τον χρόνο λύσης, ή ακύρωσης του γάμου (τελική περιουσία), από την περιουσία του που υπήρχε το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Όταν η αξίωση απόδοσης της συμβολής στηρίζεται στη λύση, ή ακύρωση του γάμου, κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του υποχρέου και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής του αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των στοιχείων που την αποτελούν, είναι ο από το νόμο τασσόμενος χρόνος γέννησης της αξίωσης, δηλαδή της λύσης, ή ακύρωσης του γάμου.

Παρά το ότι η αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα είναι κατ΄ αρχήν χρηματική ενοχή, με το νόμο δεν ορίζεται το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να γίνεται η αναγωγή σε χρήμα της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν την αύξηση (απόκτημα). Επειδή κατά γενικό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συναγόμενο εκ του δικαίου της αποζημίωσης των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, αλλά και εκ του δικονομικού δικαίου των άρθρων 69, 216 πρ. 2 α΄, 221 παρ. 1β΄, 223 εδ΄φ. τελευταίο ΚΠολΔ), η αξία κάθε παροχής κρίνεται το χρόνο της παροχής έννομης προστασίας, εφ όσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, η αναγωγή σε χρηματική αξία της εκ της συμβολής αποδοτέας περιουσιακής αύξησης πρέπει να γίνεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1653/2003). Η αξία αυτή επιδικάζεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάσσει την αυτούσια απόδοση, ενοχικώς πάντοτε, της συμβολής (ΑΠ 1500/2006).

Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απ ευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο. Εάν το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο.

Είναι ισχυρή ρύθμιση για τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου, πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν έχει περιεχόμενο ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Αν η ρύθμιση γίνεται εν όψει ενός συναινετικού διαζυγίου, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου λύσης του γάμου. Εφ όσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση (ΑΠ 336/2010).

Είναι έγκυρη η συμφωνία για ολική, ή μερική παραίτηση των συζύγων από τις εκατέρωθεν αξιώσεις τους για συμμετοχή του ενός στα αποκτήματα του άλλου, όταν καταρτισθεί, αφού έχει ήδη λυθεί ο γάμος (ΑΠ 7821/2006).

Με τη διάταξη  του άρθρου 1400 ΑΚ δεν επιβάλλεται, ούτε συνάγεται απαγόρευση διάθεσης σε βάρος του υπόχρεου συζύγου, ώστε τυχόν γενόμενη διάθεση πριν από τη γέννηση της σε βάρος του αξίωσης των περιουσιακών του στοιχείων, τα οποία ενδέχεται να συστήσουν το απόκτημα, δεν αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ (ΑΠ 602 / 2005)

Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ' όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση, ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381, 1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης. Η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου (ΑΚ 261 και ΚΠολΔ 221 § 1). Εφ' όσον οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσουν τα δύο χρόνια μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου (ΑΠ 1502/2009).

Ο καθένας από τους συζύγους έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον άλλο σύζυγο, ή από τους κληρονόμους του, την παροχή ασφάλειας, αν εξ αιτίας της συμπεριφοράς τους υπάρχει βάσιμος φόβος ότι κινδυνεύει η αξίωσή τους επί των αποκτημάτων.

Συναινετικό διαζύγιο, προϋποθέσεις.

O γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, α) λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, β) με συμφωνία μεταξύ των συζύγων (συναινετικό διαζύγιο) ενώπιον συμβολαιογράφου. Διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί και όταν ο άλλος έχει κηρυχθεί σε αφάνεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 1441 του ΑΚ, οι σύζυγοι μπορούν συναινετικά με έγγραφη συμφωνία να λύσουν τον γάμο τους ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει πράξη λύσης γάμου με την οποία βεβαιώνει την λύση του γάμου και  επικυρώνει την συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα επικυρώνει υποχρεωτικά και την συμφωνία των συζύγων, α) για την επιμέλειά τους, β) την επικοινωνία με αυτά και γ) την διατροφή τους. Η συμφωνία επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής ισχύει για (2) έτη τουλάχιστον.

Η συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή μόνον από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, εφ όσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η ειδική πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.

Η συμφωνία των συζύγων για την ρύθμιση της επιμέλειας, της επικοινωνίας και της διατροφής των ανηλίκων γίνεται με την ίδια συμφωνία των συζύγων για την λύση του γάμου, ή με άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συζύγων, η οποία υπογράφεται από τους ίδιους τους συζύγους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή μόνον από τους τελευταίους, εφ όσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο.

Τα παραπάνω, δηλαδή η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου, και η συμφωνία για την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων, υποβάλλονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου στον συμβολαιογράφο. Στον συμβολαιογράφο υποβάλλονται και τα ειδικά πληρεξούσια που έχουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι. Τα ειδικά πληρεξούσια πρέπει να έχουν δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης.

Η συμβολαιογραφική πράξη λύσης του γάμου καταρτίζεται μετά την παρέλευση τουλάχιστον (10) ημερών από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων. Η ημερομηνία αυτή αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη.

Την συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ή μόνον οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, εφ όσον είναι εφοδιασμένοι με το ειδικό πληρεξούσιο, που ως ελέχθει, πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της πράξης.

Η συμφωνία για την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων αποτελεί τίτλο εκτελεστό, εφ όσον έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 του ΚΠολΔ. Μετά τη λήξη ισχύος της επικυρωμένης συμφωνίας, μπορεί να ρυθμίζεται η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα με νέα συμφωνία και με την ίδια διαδικασία.

Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου.

Στον θρησκευτικό γάμο, ο έχων έννομο συμφέρον ζητά την πνευματική λύση του από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο Ιερός Ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Η σχετική αίτηση συνοδεύεται από αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης που βεβαιώνει τη λύση του γάμου, με επιμέλεια του αιτούντος. Η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική.

 

 

Διαζύγιο, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. 

O γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, α) με συμφωνία μεταξύ των συζύγων, ενώπιον συμβολαιογράφου, β) λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί και όταν ο άλλος έχει κηρυχθεί σε αφάνεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 1439 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Ο κλονισμός τεκμαίρεται μαχητά (χωρεί ανταπόδειξη) σε περίπτωση, α)  διγαμίας, β) μοιχείας, γ) εγκατάλειψης του συζύγου από τον άλλο, δ) επιβουλής της ζωής του συζύγου από τον άλλο, ε) άσκησης από τον σύζυγο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του άλλου.

Ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα, εφ όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια. Το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής. Δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

Αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την λύση του γάμου είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των γαμικών διαφορών. Αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο σύζυγος, ή ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Συμφωνία (ρητή η σιωπηρή) των συζύγων για επιλογή άλλου δικαστηρίου και παρέκταση αρμοδιότητας είναι άκυρη.

Στην περίπτωση συνεκδίκασης αντιθέτων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί την λύση του γάμου, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, για λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία από αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, ή αναίρεση, κατά της απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθ όσον το εκατέρωθεν αίτημα έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διαφορετικά περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο αντικειμενικό λόγο κλονισμό του γάμου (ΑΠ 639/2011, ΑΠ 2351/2009, ΑΠ 170/2008, ΕφΑθ 377/2012, ΜονΕφΘρ 67/2015)

Σημειώνεται ότι η παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία, με την σημασία του όρου του άρθρου 932 ΑΚ, και επομένως η ηθική βλάβη που προκαλείται στον αιτούντα διαζύγιο σύζυγο από παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν συνιστά αδικοπραξία και ο αιτών σύζυγος δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Όταν, όμως, οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το διαζευκτικό παράπτωμα, είναι τέτοιες, που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας, που συνεπάγεται, για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων, γίνεται δεκτό, ότι είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την εν λόγω επιδίκαση, κατ εφαρμογή του άρθρου 59 ΑΚ, δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τοιαύτη, με την έννοια ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που η ανθρώπινη αντοχή υπερβαίνει τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τα δε πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων, ήταν πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και οδήγησαν στην μείωση της υπόληψης και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του συζύγου σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα (ΑΠ 558/2000, ΑΠ 686/2004), ΑΠ 558/2006, ΑΠ 686/2004, ΑΠ 566/2003).

Διατροφή πρώην συζύγου, μετά το διαζύγιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 1442 ΑΚ, εφ όσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του, ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον, με τις εξής προϋποθέσεις

α) Αν κατά την έκδοση του διαζυγίου βρίσκεται σε ηλικία, ή σε κατάσταση υγείας, που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει, ή να συνεχίσει, την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει από αυτό την διατροφή του.

β) Αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και για αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος.

γ) Αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διατροφή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου.

δ) Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Το μέτρο διατροφής του πρώην συζύγου προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή). Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την συντήρησή του και τυχόν  επαγγελματική εκπαίδευσή του (άρθρο 1493).

Η διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. Μπορεί, όμως, να καταβληθεί εφάπαξ, αν οι πρώην σύζυγοι συμφωνούν σε αυτό εγγράφως, ή με απόφαση του δικαστηρίου αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι (άρθρο 1443). Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία (άρθρο 1498).

Δεν έχει υποχρέωση διατροφής ο πρώην σύζυγος, αν ο υπόχρεος σε διατροφή, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεών του, δεν είναι σε θέση να την δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή (άρθρο1487).

Αν μεταβληθούν οι όροι της διατροφής, το δικαστήριο μπορεί να μεταρρυθμίσει την απόφαση, ή και να διατάξει την παύση της διατροφής (άρθρο 14940).

Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί, ή να περιοριστεί, α) αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια, β) αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του, γ) αν ο δικαιούχος προκάλεσε εκούσια την απορία του (άρθρο 1444).

Το δικαίωμα διατροφής παύει, α) αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, β) αν ο δικαιούχος συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση, γ) με το θάνατο του δικαιούχου, εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο, ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου (άρθρο 1444).

Το δικαίωμα διατροφής δεν παύει με το θάνατο του υποχρέου (άρθρο 1444).

Ο καθένας από τους πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να δίνει στον άλλον ακριβείς πληροφορίες για την περιουσία του και τα εισοδήματά του, εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής. Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου και προπάντων για τα εισοδήματά του (άρθρο1445).