Η σύμβαση έργου λύνεται με την περάτωση του συμφωνηθέντος έργου, ή με τους όρους που σε αυτή περιλαμβάνονται.

Σύμφωνα με το άρθρο 700 ΑΚ ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση έργου και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται, μόνο, για το μέλλον.

Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφ όσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά.

Ο εργοδότης που κατήγγειλε την σύμβαση λόγω σπουδαίου λόγου υποχρεούται ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Επειδή η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο και ως εκ τούτου διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006).