Η σύμβαση εργασίας λύνεται

α) Με τον θάνατο μισθωτού. Από το άρθρο 675 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας λύνεται οπωσδήποτε με το θάνατο του εργαζόμενου, γιατί η σύμβαση εργασίας, είναι προσωπική σχέση. Αυτό συμβαίνει, τόσο στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, όσο και στις ορισμένου χρόνου, ή ορισμένου έργου. 

β) Με τον θάνατο του εργοδότη. Κατ αρχή ο θάνατος του εργοδότη δεν λύνει πάντοτε τη σύμβαση εργασίας. Επιφέρει τη λύση της σύμβασης εργασίας, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του εργοδότη, όπως όταν ο μισθωτός συμφώνησε να υπηρετεί ορισμένο πρόσωπο (π.χ ως νοσοκόμος). Εάν όμως δεν συμβαίνει αυτό, μετά το θάνατο του εργοδότη η υπάρχουσα σύμβαση εργασίας, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εφ' όσον βέβαια συνεχίζουν αυτοί πλέον την επιχείρηση. 

γ) Με αμοιβαία συναίνεση εργοδότη και εργαζόμενου, κυρίως για την περίπτωση της συνταξιοδότησης. 

δ) Με την καταδίκη του εργαζόμενου για σοβαρό αδίκημα, την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, την κατάργηση της θέσης του, ή την ανάληψη από αυτόν άλλης θέσης στον δημόσιο τομέα. 

ε) Η σύμβαση ορισμένου χρόνου λύνεται αυτόματα με τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου και δεν απαιτείται έγγραφη αναγγελία και καταβολή αποζημίωσης. Εάν μετά τη λήξη της ο εργαζόμενος συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του, η σύμβαση θεωρείται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, οπότε σε περίπτωση απόλυσης πρέπει να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις (έγγραφο, αποζημίωση). Εάν πρόκειται για αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς οι συνεχείς ανανεώσεις να δικαιολογούνται εκ των πραγμάτων, αλλά έγιναν με σκοπό να αποφύγει ο εργοδότης την καταβολή αποζημίωσης στο μισθωτό, σε περίπτωση απόλυσής του, θεωρείται ότι πρόκειται για ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του μισθωτού χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. 

στ) Η σύμβαση λύνεται με παραίτηση, ή οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου  από την εργασία του, με ρητή δήλωση ή και σιωπηρή. Στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος δεν δικαιούται αποζημίωση, αλλά δικαιούται α) τις δεδουλευμένες αποδοχές, β) τις αποδοχές της ετήσιας άδειας και του επιδόματος αδείας, γ) την αναλογία δώρου εορτών μέχρι την λήξη της εργασιακής σχέσης.

ζ) Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου λύνεται με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

η) Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται, α) με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, β) οποτεδήποτε με καταγγελία από τον μισθωτό και γ) οποτεδήποτε με καταγγελία από τον εργοδότη.