Σπουδαίος λόγος είναι η ύπαρξη γεγονότος εξ αιτίας του οποίου είναι αδύνατη η εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Η καταγγελία γίνεται, είτε από τον εργοδότη, είτε από τον εργαζόμενο.

Σπουδαίος λόγος για τον εργοδότη έχει κριθεί,

α) η περίπτωση επαγγελματικής ανεπάρκειας του εργαζομένου,

β) η διάπραξη αξιόποινης πράξης σε βάρος του εργοδότη,

γ) οι επανειλημμένες απουσίες.

Σπουδαίος λόγος για τον εργαζόμενο έχει κριθεί,

α) η υβριστική συμπεριφορά του εργοδότη,

β) η αδικαιολόγητη και συχνή καθυστέρηση πληρωμής του μισθού,

γ) η παράλειψη λήψης των απαραίτητων μέτρων για την υγιεινή και ασφάλεια του εργαζομένου.

Εάν διαπιστωθεί ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να προβεί σε αποζημίωση.

Αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος, ή αυτός που προβάλλεται δεν είναι βάσιμος, η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι άκυρη αναδρομικά από το χρόνο που έγινε (174 ΑΚ) και η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται.

Αν στην άκυρη καταγγελία προέβη ο εργοδότης, αυτός θεωρείται υπερήμερος δανειστής και οφείλει να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας για όλο τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας.

Αν στην άκυρη καταγγελία προέβη ο εργαζόμενος, τότε αυτός περιέρχεται σε κατάσταση υπερήμερου οφειλέτη. Η κατάσταση αυτή εξομοιώνεται με υπαίτια αδυναμία παροχής και συνεπώς ο εργοδότης δεν οφείλει να καταβάλλει τις αποδοχές του παραιτηθέντος μισθωτού.

Σύμφωνα με το άρθρο 673 ΑΚ, αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 674 ΑΚ, αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο ο εργοδότης έκανε την καταγγελία, οφείλεται σε μεταβολή των προσωπικών ή των περιουσιακών του σχέσεων, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του, να επιδικάσει στον εργαζόμενο «εύλογη αποζημίωση». Κριτήρια για τον καθορισμό της έννοιας της «εύλογης αποζημίωσης» αποτελούν οι κανόνες της καλής πίστης, ο βαθμός σπουδαιότητας του λόγου, ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι την κανονική λήξη της σύμβασης και η οικονομική κατάσταση εργοδότη και μισθωτού.

 Η καταγγελία που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο υπόκειται σε προσβολή της ενώπιον των δικαστηρίων εντός τριμήνου από την καταγγελία (άρθρο 6 ν. 3198/1955).