Α. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2112/1920 ο εργαζόμενος που προτίθεται να λύσει την υπαλληλική σύμβασή του με τον εργοδότη, οφείλει να την καταγγείλει πριν από χρόνο ίσο προ το μισό εκείνου, που το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 ορίζει για τον εργοδότη. Ο χρόνος δε αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σύμφωνα με την ρύθμιση, το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γίνεται με προμήνυση (προειδοποίηση) μόνο από υπάλληλο.

Β. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3198/1955, που ορίζει ότι κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εργατοτεχνιτών δεν ισχύει το σύστημα της προμήνυσης (προειδοποίησης) εκ μέρους του εργοδότη, προκύπτει ότι η υποχρέωση προμήνυσης (προειδοποίησης) του εργοδότη δεν ισχύει όταν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας προβαίνει ο εργατοτεχνίτης. Η καταγγελία από τον εργατοτεχνίτη, ο οποίος προτίθεται να λύσει την σύμβαση εργασίας του δεν υπόκειται σε κανένα χρομνικό περιορισμό και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε.

Γ. Γενικά η καταγγελία της σύμβασης, που γίνεται από οιονδήποτε εργαζόμενο, δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο και μπορεί να γίνει και προφορικά ακόμα και σιωπηρά. Η σιωπηρή καταγγελία συνάγεται από την αδικαιολόγητη αποχή του από την εργασία του, ή και την οικειοθελή του αποχώρηση. Ο εργοδότης δεν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου και συνεπώς δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας και ούτε υπέχει υποχρέωση καταβολής στον εργαζόμενο αποζημίωσης, που βασίζεται στις διατάξεις του ν. 2112/1920, ή του β.δ της 16/18.7.1920.

Δ. Ο υπάλληλος, όμως, που καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία προμήνυσης, οφείλει να καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης, την οποία θα λάμβανε, εάν τη σύμβαση είχε καταγγείλει ο εργοδότης, μη δυναμένη να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών (ΑΠ 1704/2017). Η προθεσμία προμήνυσης ισούται με το ½ του χρόνου που το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 ορίζει για τον εργοδότη. Ε. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Η προθεσμία προμήνυσης από την πλευρά του εργοδότη είναι αυτή που προσδιορίζεται με την τροποποίηση του άρθρου 1 ν. 2112/1920 με την περ. Ι της υποπαρ. ΙΑ.12. της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Στην μη τήρησή της ο εργαζόμενος οφείλει αποζημίωση στον εργοδότη, που σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπ όψιν οι αποδοχές του τελευταίου εργασιακού μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (παρ.1 του άρθρου 5 ν. 3198/1955). Την εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί ο εργοδότης να την συμψηφίσει με τυχόν οφειλές του προς τον εργαζόμενο, μπορεί όμως να την διεκδικήσει δικαστικά με αγωγή. Η άσκηση της αγωγής δεν υπόκειται σε 3μηνη, ή 6μηνη προθεσμία (άρθρο 6 ν. 3198/1955),  αλλά σε πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1212/1997).

ΣΤ. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός εργαζόμενου, ότι απο­χώρησε λόγω κακής τυμπεριφοράς του εργοδότη, ή του εκπροσώπου της επιχείρησης, προς το πρόσωπο του και διατάραξης των σχέσεων τους, δεν δικαιολογεί την απροειδοποίητη απο­χώρηση του (ΕφΘράκης 27/2007).