Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 64 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3 198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσης της σύμβασης του εργαζομένου.

Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης. Το σχετικό έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο. Από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας.

Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται, κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (ΑΠ 368/2013),

Ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπασχολήσει τον ακύρως απολυθέντα (ΑΠ 698/2010, ΑΠ 924/2010, ΑΠ 259/2016).