Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 ν. 3198/1955, 1, 3 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας, και έτσι περιήλθε σε υπερημερία, μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού, ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας, ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της ίδιας σύμβασης.

Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής σύμβασης.

Το κύρος της νέας καταγγελίας δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία, ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του.