Επιχειρησιακή συνήθεια θεωρείται η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης.

Δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται, δηλαδή, το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο.

Η επιχειρησιακή συνήθεια μπορεί να αναφέρεται και στο ύψος της καταβαλλόμενης κατά την αποχώρηση του μισθωτού αποζημίωσης (ΑΠ 226/2014, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 1801/2008)

Αν ο εργοδότης, παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν ένα ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια, της οποίας αν αποδειχθεί η ύπαρξη, ο εργαζόμενος έχει ευθεία αξίωση με βάση το άρθρο 648 ΑΚ για καταβολή της από την εργασιακή σύμβαση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή καταρτίζεται σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και έτσι η ως άνω διαμορφωθείσα συνήθεια καθίσταται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας (ΑΠ 802/2015).