Σύμφωνα με τα άρθρα 325, 329, 353 και 656 ΑΚ εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση για καταβολή των αποδοχών του, δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας. Ασκώντας το δικαίωμα, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή της εργασίας μέχρις ότου ο εργοδότης του καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές. Η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης έχει ως συνέπεια το ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν καθίσταται υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, σε βάρος του οποίου ανακύπτει η υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία, να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις προσήκουσες αποδοχές σαν να εργαζόταν κανονικά.

Η επίσχεση της εργασίας γίνεται με αντίστοιχη δήλωση βούλησης που πρέπει να είναι σαφής και ατομική. Απλή άρνηση εργασίας δεν αρκεί, γιατί κινδυνεύει να εκληφθεί ως παραίτηση από τη θέση. 

Η επίσχεση εργασίας δεν αποβλέπει στην άμεση ικανοποίηση του εργαζόμενου, αλλά στην έμμεση πίεση του εργοδότη προς εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων. Γι' αυτό η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης, ή των συναλλακτικών ηθών, ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού αυτού. Διαφορετικά, καθίσταται καταχρηστική και παράνομη, οπότε δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο (ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1248/2015).

Ως καταχρηστική ελέγχεται η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας και όταν, μεταξύ άλλων,

α) η καθυστέρηση ως προς την καταβολή των ληξιπρόθεσμων αποδοχών δεν είναι χρονικά αξιόλογη,

β) δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, ή αντιξοότητες, ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια αυτού, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις,

γ) όταν η επίσχεση αναφέρεται σε ασήμαντη εργοδοτική παροχή,

δ) προξενεί στον εργοδότη δυσανάλογη ζημία σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζόμενου,

ε) στρέφεται κατά εργοδότη που είναι αξιόπιστος (ΑΠ 940/2015).

Όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη την σύμβαση εργασίας και εφ όσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης), καθίσταται υπερήμερος. Ο εργοδότης σε καμία περίπτωση δεν έχει το δικαίωμα, να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος που άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως (ΑΠ 1803/1987).

Η άρση της επισχέσεως γίνεται αυτοδικαίως, είτε με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική, είτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου.