Σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, 5 παρ. 1 ν. 2112/1920 και άρθρο 7 ν. 3198/95 ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου, ή εργάτη, υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του, ή απαγγέλθηκε κατ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, για τον πιο πάνω λόγο δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/55, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό, ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη γιατί προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1772/ 2008, ΑΠ 196/2008, ΑΠ 45/2005, ΑΠ 1009/2004).

Ο καταγγέλλων εργοδότης δεν έχει υποχρέωση, να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν στην καταγγελία, ως στοιχείο του κύρους της. Δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της καταγγελίας η αναγραφή των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυση του γίνεται μετά από μήνυση, την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων εργοδότης, είτε και τρίτος, ή η απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις. Σε περίπτωση που η μήνυση στρέφεται κατ άγνωστων, η καταγγελία είναι έγκυρη εάν προηγουμένως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του εργαζομένου.

Το πολιτικό δικαστήριο έρευνα για το κύρος της καταγγελίας, μόνον αν προηγήθηκε, πριν από την καταγγελία, μήνυση κατά του απολυομένου, η απαγγελία κατηγορίας κατ αυτού για αξιόποινη πράξη, σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, διαπραχθείσα κατά την διάρκεια της εργασίας του. Δεν έχει εξουσία να ερευνήσει και το υποστατό της κατηγορίας, η οποία εξουσία ανήκει στα ποινικά δικαστήρια. Μόνο, αν ο απολυθείς μισθωτός απηλλάγη με βούλευμα, ή δικαστική απόφαση, για λόγο που δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, όπως είναι η παραγραφή του εγκλήματος, ή η κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατ εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. γ ΚΠΔ, λόγω μη υποβολής από τον εργοδότη έγκυρης έγκλησης για αξιόποινη πράξη διωκόμενη κατ έγκληση, το υποστατό ή μη της κατηγορίας εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, που δικάζει επί της σχετικής απαίτησης του μισθωτού.

Ο εργοδότης απολύοντας τον μηνυθέντα μισθωτό δεν του καταβάλει αποζημίωση. Η τελική, όμως, κρίση για το κύρος της καταγγελίας θα λάβει χώρα μετά τον τερματισμό της ποινικής διαδικασίας, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί όχι το κύρος της καταγγελίας.

Αν ο μισθωτός απαλλαγεί με δικαστική απόφαση, ή βούλευμα, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του μισθωτού κοινοποίηση σε αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος, ή της αθωωτικής απόφασης και η ταυτόχρονη δήλωση του απολυθέντος μισθωτού ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης. Αν ο εργοδότης καταβάλει την αποζημίωση μέσα σε εύλογο χρόνο μετά την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η καταγγελία που είχε γίνει χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης παραμένει έγκυρη και δεν απαιτείται να προβεί σε νέα καταγγελία. Αντίθετα, αν ο εργοδότης, μετά την κοινοποίηση από το μισθωτό του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, δεν καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση μέσα σε εύλογο χρόνο, η καταγγελία καθίσταται άκυρη και αναβιώνει η εργασιακή σχέση.

Αν ο εργαζόμενος προβάλλει αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία έχει τρίμηνη προθεσμία άσκησης της σχετικής αγωγής (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1995). Η προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης, ή του απαλλακτικού βουλεύματος (ΕφΘεσ 119/2010, ΕφΘεσ. 189/2008, ΕφΑθ 1138/2006, Εφ Λαρ 271/2016, ΑΠ 80/2009).

Αν, όμως, ο εργαζόμενος προσβάλει την καταγγελία απόλυσης ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), η παραπάνω τρίμηνη προθεσμία άσκησης της σχετικής αγωγής αρχίζει από την επομένη της καταγγελίας (ΑΠ 946/2001, ΕφΑθ 1138/2006, ΕφΘεσ  528/2005). Στην περίπτωση αυτή κατά την διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναβάλει την συζήτηση της υπόθεσης, αν είναι εκκρεμής η ποινική αγωγή, που επηρεάζει την διάγνωση της διαφοράς, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Εκκρεμής δε θεωρείται η υπόθεση, εφ όσον έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη και έχει διαταχθεί προανακριτική ή κυρία ανάκριση, ανεξάρτητα από την εισαγωγή ή μη της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά το χρόνο έκδοσης της αναβλητικής απόφασης, χωρίς να αρκεί μόνη η υποβολή της έγκλησης (ΑΠ 505/1997, ΑΠ 680/1994,  ΕφΠειρ 29/2007, ΕφΘεσ 52/2009, ΑΠ 45/2005).