Σύμφωνα με την παρ. 3. άρθρο 5 ν. 2112/1920 η αποχή του εργαζομένου από την εργασία του λόγω «βραχείας διαρκείας» ασθένεια, προσηκόντως αποδεδειγμένη, δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους αυτού.

Ως «βραχείας διαρκείας» ασθένεια θεωρείται, η διαρκούσα,

α) ένα μήνα, για τους υπηρετούντες μέχρι τέσσερα έτη,

β) τρεις μήνες, για τους υπηρετούντες από τέσσερα έτη έως δέκα έτη,

γ) τέσσερις μήνες, για τους υπηρετούντες από δέκα έτη έως δέκα πέντε έτη,

δ) έξι μήνες για τους υπηρετούντες άνω των δέκα πέντε ετών.

Κατά το χρονικό διάστημα της «βραχείας διάρκειας» της ασθένειας η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται, ο δε μισθός καταβάλλεται υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος. Η υπαιτιότητα του μισθωτού δεν ερευνάται στην ασθένεια και δεν εξετάζεται, εάν η ασθένεια επήλθε στην εργασία,  ή από άλλη αιτία, ή από ατύχημα. Με την ασθένεια εξομοιώνεται και το εργατικό ατύχημα, ανεξάρτητα μάλιστα εάν αυτό έχει συμβεί εντός του χώρου εργασίας, ή εκτός εργασίας.

Μετά τα χρονικά όρια της «βραχείας διάρκειας» της ασθένειας, η αδυναμία του εργαζόμενου εξ αιτίας της ασθένειάς του, να παράσχει την εργασία και η για το λόγο αυτό αποχή από την εργασία του, δεν θεωρείται κατά την καλή πίστη ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του, και ο εργοδότης δεν μπορεί να καταγγείλει νόμιμα την σύμβαση εργασίας, γιατί υποχρεούται κατά τα άρθρα 288 και 652 ΑΚ, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, να λάβει πρόνοια υπέρ του μισθωτού, η οποία συνίσταται στην διατήρηση της σύμβασης εργασίας και στην καταβολή του μισθού.