Απόλυση μετά από υποβολή μήνυσης  Πρέπει η αξιόποινη πράξη να ασκεί επιρροή στη εκτέλεση της εργασίας,  ή να επηρεάζει τις σχέσεις του μισθωτού με τον εργοδότη,

Α.  Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας για αξιόποινη πράξη που διέπραξε ο μισθωτός κατά την εκτέλεση της εργασίας του σε βάρος του εργοδότη, αν του υποβλήθηκε μήνυση, ή αν  του απαγγέλθηκε κατηγορία για αδίκημα, πού έχει τον χαρακτήρα τουλάχιστο πλημμελήματος, χωρίς ο εργοδότης να έχει υποχρέωση να τηρήσει προθεσμίες, ή να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση. Πρέπει η αξιόποινη πράξη να ασκεί επιρροή στη εκτέλεση της εργασίας,  ή να επηρεάζει τις σχέσεις του μισθωτού με τον εργοδότη, ώστε να καθίσταται πλέον αδύνατη η παραμονή του στην επιχείρηση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και αναφέρεται ότι η απόλυση γίνεται συνεπεία υποβολής μηνύσεως για αξιόποινη πράξη. Η χρονική απόσταση μεταξύ της υποβολής της μηνύσεως και της καταγγελίας δεν ενδιαφέρει, πρέπει όμως να γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο και η υποβολή της μηνύσεως να προηγείται της απόλυσης.

Β. Αν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού από την υποβληθείσα μήνυση με βούλευμα, ή αθωωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές, ή υποκειμενικές προϋποθέσεις για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως, αφ ότου κοινοποιηθεί στον εργοδότη το απαλλακτικό βούλευμα, ή η δικαστική απόφαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στο μισθωτό μέσα σε εύλογο χρόνο τη νόμιμη αποζημίωση. Αν ο εργοδότης δεν την καταβάλει οφείλει αποδοχές στο μισθωτό για το χρόνο από την κοινοποίηση και μετά.

Γ. Αν ο μισθωτός καταδικαστεί για την αξιόποινη πράξη ο εργοδότης δικαιούται να προχωρήσει στην απόλυσή του, αν δεν το έχει κάνει, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση. 

Δ. Ο εργαζόμενος, εφ όσον θέλει να προβεί  σε ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω υποβολής μήνυσης,  πρέπει, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, η αγωγή ακύρωσης να κατατεθεί και κοινοποιηθεί μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών μηνών από την απόλυση, άλλως η αγωγή είναι απαράδεκτη.