Σύμφωνα με το άρθρο 59 του ν. 4635/2019, που αντικατέστησε το εδάφιο δεύτερο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, ως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, «εκ περιτροπής απασχόληση» θεωρείται η συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) ή κατά την διάρκεια της, για παροχή εργασίας κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών, κατά πλήρες, όμως, ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Α. Η εκ περιτροπής απασχόληση έχει δύο ειδικότερες μορφές.

α) Την συμβατική εκ περιτροπής απασχόληση.

Απαιτεί την συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου. 

Η σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως, και κοινοποιείται εντός (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η μη γνωστοποίηση της σύμβασης στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνεπάγεται την κατά τεκμήριο ύπαρξη σχέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Η σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης, ή την διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Τυχόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γιατί ο εργαζόμενος δεν αποδέχεται την εργοδοτική πρόταση για εκ περιτροπής απασχόληση είναι άκυρη.

β) Την εκ περιτροπής εργασία με μονομερή απόφαση του εργοδότη.

Κατά το εδ. τέταρτο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως  το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010, και διευκρινίστηκε με το άρθρο 59 του ν. 4635/2019, στην περίπτωση που περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προβεί ο εργοδότης σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988.

Προϋποθέσεις της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας,  αποτελούν.

α) ο περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, που αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλει την  εκ περιτροπής εργασία, 

Με τον όρο «περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη» δεν νοείται η απλή μείωση του οικονομικού αποτελέσματος της επιχείρησης, ή η ενδεχόμενη μείωση των κερδών της, ή και η ζημιογόνος χρήση της, αλλά απαιτείται ο περιορισμός του όγκου της δραστηριότητας, δηλ. η μείωση της παραγωγής, ή της ανάγκης για παροχή υπηρεσιών, ώστε να προκύπτει πλεονάζον προσωπικό, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας.

β) η επιβολή, να λαμβάνει τον χαρακτήρα συστήματος, αναφερόμενου στο σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης.

Το σύστημα προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων της επιχείρησης στην ίδια, ή σε περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα, την ίδια στιγμή που η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες εργαζομένων, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και στην μη απασχόληση, είτε από έναν εργαζόμενο την φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας εργαζόμενος θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, όταν οι υπόλοιποι θα καλύπτουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας.

γ) η διάρκεια της επιβολής, να μην υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος,  

δ) να έχει προηγηθεί της επιβολής, ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και  

ε) η συμφωνία να καταρτιστεί εγγράφως και να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Αν η συμφωνία δεν καταρτιστεί εγγράφως, ή δεν γνωστοποιηθεί εντός (8) ημερών από την κατάρτιση, ή τη λήψη της στην Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.

Β. ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

Σύμφωνα με την διευκρίνιση του άρθρου 59 ν. 4635/2019 η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με τους εκπροσώπους των εργαζομένων κατά σειρά προτεραιότητας.

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης,  η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους,

β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης

γ) το συμβούλιο εργαζομένων,

δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφ άπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Ο εργοδότης πρέπει να αναφέρει τους λόγους, που καθιστούν αναγκαία την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, παρέχοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ο περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης, η πιθανή διάρκειά του, η προτεινόμενη έκταση της εκ περιτροπής εργασίας, η προτεινόμενη χρονική διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης, που προτίθεται να επιλέξει. Μεταξύ του χρονικού σημείου της ανακοίνωσης και του χρόνου πραγματοποίησης της διαβούλευσης πρέπει, να μεσολαβεί επαρκές χρονικό διάστημα για την προετοιμασία των εργαζομένων.

Το διάστημα αυτό μπορεί, να ποικίλλει αναλόγως του αριθμού των εργαζομένων, της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των ζητημάτων, της εσωτερικής διάρθρωσης της επιχείρησης κλπ.

Γ. Έκταση της εκ περιτροπής εργασίας.

Η σύναψη της εκ περιτροπής εργασίας (είτε συμβατικά, είτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη) επιτρέπεται, τόσο στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους, ή από διατάξεις κανονισμών, που έχουν κυρωθεί με νόμο, ή έχουν ισχύ νόμου.

Για την εκ περιτροπής εργασία στις παραπάνω επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων, ή επειγουσών αναγκών, συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι (6) μηνών μερική απασχόληση, που δεν υπερβαίνει τις (4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από την δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων, ή επειγουσών, αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους, σε σύμβαση, ή σχέση, εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Δ. Εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, εφαρμόζονται για τους εκ περιτροπής εργαζόμενους. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίηση, των παραπάνω ρυθμίσεων.

Ε. Πρόσθετη εργασία.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από την συμφωνηθείσα, ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να την παράσχει. Η τυχόν άρνησή του είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αν, όμως, η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο, ο εργαζόμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης.

Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, συνεπάγεται ότι θα λάβει την νόμιμη προσαύξηση.

ΣΤ. Αποδοχές εκ περιτροπής εργαζομένων.

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των εκ περιτροπής εργαζομένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της εκ περιτροπής απασχόλησης.

«Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. 

Αν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο εκ περιτροπής απασχολούμενος, αν δε, προβλέπεται ημερομίσθιο, θα αμείβεται με ημερομίσθιο.

Κατά συνέπεια.

Αποδοχές υπαλλήλου

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου υπαλλήλου ισούται με  τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

Αποδοχές εργατοτεχνίτη

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη, με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), οι μηνιαίες αποδοχές του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη υπολογίζονται ως εξής «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

Ζ. Άδεια και επίδομα αδείας.

Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης.

Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

Η. Ασφάλιση  

Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 

Για τους εργαζόμενους οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και  το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.