Α. Ως ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, ορίζεται η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Β. Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης από τον εργοδότη, ο εργοδότης αναλαμβάνει να καλύπτει ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο. Αν ασφάλιση αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος, έως ότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη της ασφαλιστικής παροχής (ΑΠ 147/2017, ΑΠ 74/2016, ΑΠ  601/2020).

Γ. Η ομαδική ασφάλιση, λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος. 

Δ. Προκειμένης γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου του άρθρου 411 ΑΚ, στην περίπτωση ομαλής εξέλιξης της ενοχής, δηλαδή στην περίπτωση επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου και πλήρωσης των όρων της σύμβασης, ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, δηλαδή ο εργαζόμενος, έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (όχι από τον εργοδότη), το συμφωνηθέν ασφάλισμα. Ο δικαιούχος εργαζόμενος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απ ευθείας αγωγή κατά του ασφαλιστή  και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 162/2017, ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1895/2008, ΑΠ  830/2019).

Ε. Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, μπορεί ο εργαζόμενος,  κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του εργοδότη, όταν με τη συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον ασφαλιστή  και να αξιώσει αποζημίωση.

ΣΤ. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφ άπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξ αιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον εργαζόμενο από υπαιτιότητα του εργοδότη, οπότε ο εργαζόμενος  δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 του ΑΚ (ΑΠ 364/2013, 1681/2010, ΑΠ 389/2020, ΑΠ  830/2019).