Α. Πέραν του μισθού, ενδέχεται κατά την διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβεί σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους, όπως ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή θέλει, δηλαδή από ελευθεριότητα. Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται «οικειοθελείς».

Β. Τις οικειοθελείς παροχές ο εργοδότης μπορεί να τις διακόψει κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους (ΑΠ 1174/2017).

Γ. Από τις  διατάξεις, όμως, των άρθρων 22 παρ.1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς κάποιον εργαζόμενο, οφείλει να μην αποκλείει από αυτήν άλλους εργαζόμενους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ο εργαζόμενος που δεν λαμβάνει την οικειοθελή παροχή έχει την δυνατότητα να την διεκδικήσει, με την επίκληση ότι αυτή καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης, που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες με αυτόν συνθήκες (AΠ 350/2019, ΑΠ 1174/2017, ΑΠ 1263/2005).

Δ. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως «οικειοθελής», να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε «επιχειρησιακή συνήθεια».

Ε. «Επιχειρησιακή συνήθεια» θεωρείται η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης. Από μόνη της δεν αποτελεί πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης. Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992, ΑΠ 446/2019).

ΣΤ. Στην περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη «επιχειρησιακής συνήθειας» ο εργαζόμενος έχει αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί την συμβατική δέσμευση (άρθρο 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για την θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1263/2005, ΑΠ 446/2019).

Ζ. Η «οικειοθελής παροχή», δεν εξελίσσεται σε «επιχειρησιακή συνήθεια, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την «επιφύλαξη ελευθεριότητας». Η επιφύλαξη αυτή έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια, ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής (ΑΠ 1174/2017).

Η. Σε πολλές περιπτώσεις ο εργοδότης χορηγεί την «οικειοθελή παροχή» με τον όρο της «ανάκλησης». Η διαφορά μεταξύ του όρου «επιφύλαξη ελευθεριότητας» και όρου «ανάκλησης» είναι ότι το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει την δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ' επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως.

Θ. Στην περίπτωση της «επιφύλαξης ελευθεριότητας» δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη περίπτωση της «ρήτρας ανακλήσεως» γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως (ΑΠ 1174/2017).