Α. Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και να μην εξαιρεί ορισμένο ή ορισμένους από αυτούς από τις παροχές, στις οποίες έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον, ή αφορούν μισθολογική, ή βαθμολογική εξέλιξη, παροχές στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, εκτός εάν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 1031/2012, ΑΠ 1144/2012, ΑΠ 116/2004).

Β. Επομένως κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία, ή εργασία ίσης αξίας, απαγορεύεται. Τούτο ισχύει, όχι μόνο όταν η διάκριση αυτή στηρίζεται στη διαφορά του φύλου ανάμεσα στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, αλλά και όταν η διαφορά φύλου χρησιμοποιείται στο νόμο, στην συλλογική σύμβαση, στην διαιτητική απόφαση, στον κανονισμό εργασίας που έχει ισχύ νόμου κ.λπ. ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους, ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής (ΑΠ 130/2005, ΑΠ 604/2017)

Γ. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου, ή από όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητικής απόφασης, ή από δικαστική απόφαση, να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, επειδή δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης (ΑΠ 1400/2002, ΑΠ 546/2007, ΑΠ 536/2018).

Δ. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική (ΑΠ 749/2016, ΑΠ  381/2019, ΑΠ 267/2020).

Ε. Στην περίπτωση αυτή προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη τη κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από τη παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλομΑΠ 16/2015, ΟλομΑΠ 3/2013, ΑΠ 749/2016, ΑΠ 267/2020).

ΣΤ. Οι εργαζόμενοι που συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση (ΑΠ 139/2020, ΑΠ 306/2020).