Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, ή ορισμένης τέχνης. Οι ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι, η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου.

Α. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο. Η τυχόν παροχή εργασίας δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος, ή της τέχνης του. Στην σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής. Δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λ.π., γιατί προϋποθέτουν την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος, είτε δεν θα λαμβάνει μισθό, είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.

Β. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων, ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, ή εκμάθηση τέχνης, εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφ όσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευομένου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης, ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 217/2017).

Γ. Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφ όσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η  κρίση αυτή ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 217/2017).