Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφ όσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα.

Β. Σύμφωνα με την διάταξη, για την μετατροπή άκυρης σύμβασης σε άλλη έγκυρη σύμβαση, απαιτείται

α) η ακυρότητα της πρώτης σύμβασης.

β) η άγνοια των μερών για την ακυρότητα.

γ) η άκυρη σύμβαση, να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης σύμβασης.

δ) η υποθετική βούληση των μερών, να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη σύμβαση, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000, 223/2016

Γ. Η υποθετική βούληση των μερών για την μετατροπή της σύμβασης θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη σύμβαση έχει τις ίδιες συνέπειες, ή ουσιωδώς αντίστοιχες, με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία, αν ήταν ισχυρή.

Η υποθετική βούληση των μερών πρέπει, να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα μέρη, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά την μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο πρόκειται για καταλυτική ένσταση, γνήσια μη αυτοτελή (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 274/2004, ΑΠ 551/2003, ΑΠ 161/2017).