Χημικός παράγων θεωρείται κάθε χημικό στοιχείο ή ένωση, ελεύθερο ή σε πρόσμειξη, όπως υφίσταται σε φυσική κατάσταση, ή όπως παράγεται, χρησιμοποιείται, ή απελευθερώνεται, μεταξύ των άλλων υπό μορφή αποβλήτων, µέσω οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας, είτε παράγεται σκοπίμως είτε όχι και είτε διατίθεται στο εμπόριο είτε όχι.

Α. Στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και για την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων σε χημικούς παράγοντες, αναφέρεται το π.δ 338/2001 «Προστασία της υγείας και ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες».

α) Καθορίζει ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των εργαζομένων στον χώρο εργασίας από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, που προέρχονται ή ενδέχεται να προέλθουν, από την επίδραση χημικών παραγόντων οι οποίοι υπάρχουν στο χώρο εργασίας, ή ως αποτέλεσμα οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας όπου υπεισέρχονται χημικοί παράγοντες.

β) Ο εργοδότης πρέπει διασφαλίσει ότι ο κίνδυνος από επιβλαβή χημικό παράγοντα για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία έχει εξαλειφθεί, ή μειωθεί στο ελάχιστο.

γ) Ο εργοδότης οφείλει να αξιολογήσει αν στο χώρο εργασίας υφίστανται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες. Εάν αυτό συμβαίνει, εκτιμά κάθε κίνδυνο που οφείλεται στην παρουσία των εν λόγω χημικών παραγόντων.

Β. Οι κίνδυνοι, όπου υπεισέρχονται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες εξαλείφονται ή περιορίζονται στο ελάχιστο µε

α)  τον σχεδιασμό και την οργάνωση εργασίας στο χώρο εργασίας,

β) την πρόβλεψη κατάλληλου εξοπλισμού.

γ) την μείωση στο ελάχιστο του αριθμού των εργαζομένων που υφίστανται, ή είναι πιθανόν να υποστούν έκθεση σε κίδυνο.

δ) τον περιορισμό στο ελάχιστο της διάρκειας και της έντασης της έκθεσης με κατάλληλα μέτρα υγιεινής, όπως με περιορισμό της ποσότητας χημικών παραγόντων που υπάρχουν στο χώρο εργασίας στο ελάχιστο, με κατάλληλες διαδικασίες εργασίας που περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για τον ασφαλή χειρισμό, αποθήκευση και μεταφορά, εντός του χώρου εργασίας επιβλαβών χημικών παραγόντων και αποβλήτων που περιέχουν τέτοιους χημικούς παράγοντες.

Στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και για την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων σε καρκινογόνους παράγοντες, αναφέρεται το π.δ 399/1994 «Προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται µε την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση µε την οδηγία του Συμβουλίου 90/394/EOK

Α) Έχει ως αντικείμενο την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε «καρκινογόνους παράγοντες, ή μεταλλαξιγόνους παράγοντες».

Β) Κάθε δραστηριότητα, που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε καρκινογόνους παράγοντες, απαγορεύεται.

Γ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η υποκατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσης τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

Δ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η έκθεση των εργαζομένων, να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό και σε κάθε περίπτωση να είναι κάτω από τις οριακές τιμές εφόσον υπάρχουν.

Ε) Ο εργοδότης εφαρμόζει και τα ακόλουθα μέτρα προστασίας.

α) Περιορισμό των ποσοτήτων του «καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας.

β) Περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν, στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

γ) Σχεδιασμό των μεθόδων εργασίας και των μηχανικών μέτρων προστασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκλυση καρκινογόνων παραγόντων.

δ) Δέσμευση του καρκινογόνου παράγοντα στην πηγή του με τοπική απορρόφηση, ή γενικό εξαερισμό.

ε) Χρήση κατάλληλων μεθόδων μέτρησης των καρκινογόνων παραγόντων, ιδίως για την έγκαιρη ανίχνευση ασυνήθους έκθεσης οφειλόμενης σε απρόβλεπτο συμβάν, ή σε ατύχημα.

στ)  Εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών και μεθόδων εργασίας.

ζ) Μέτρα συλλογικής προστασίας ή / και μέτρα ατομικής προστασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκθεση δεν μπορεί να αποφευχθεί µε άλλα μέσα.

η) Οριοθέτηση των επικίνδυνων ζωνών και χρήση κατάλληλων σημάτων προειδοποίησης και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων «απαγορεύεται το κάπνισμα» σε χώρους στους οποίους οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε κίνδυνο.

ΣΤ) Μέτρα υγιεινής και ατομικής προστασίας, όπως 

α) τακτικό καθαρισμό των δαπέδων, των τοίχων και των λοιπών επιφανειών.

β) Οι εργαζόμενοι να µην τρώνε, ή πίνουν, στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.  

γ) Παροχή κατάλληλου προστατευτικού ιματισμού με πρόβλεψη ύπαρξης χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού, τόσο αυτού, όσο και του προσωπικού των εργαζομένων  

δ) Θέση στην διάθεση των εργαζομένων καταλλήλων εγκαταστάσεων λουτρών και χώρων υγιεινής.

Στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και για την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων σε βιολογικούς παράγοντες, αναφέρεται το π.δ 102/2020.

Α. Το π.δ 102/2020 εναρμονίζει την ελληνική νομοθεσία με την οδηγία 2000/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18/9/2000 και κωδικοποιεί σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία, α) το π.δ. 186/1995 «Προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες του Συμβουλίου 90/679/EOK και 93/88/EOK», β) το π.δ. 174/1997 «Τροποποίηση π.δ. 186/1995 "Προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 90/679/E0K και 93/88/EOK" σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/30/EK», γ) το π.δ. 15/1999 «Τροποποίηση του π.δ. 186/1995 "«Προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 90/679/E0K και 93/88/EOK" όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 174/1997 (Α' 150),σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 97/59/EK και 97/65/ΕΚ της Επιτροπής»

Β. Έννοια των βιολογικών παραγόντων  

α) Βιολογικοί παράγοντες νοούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλλιέργειες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν οποιαδήποτε μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα,

β) Μικροοργανισμός νοείται η μικροβιακή οντότητα, κυτταρική ή μη κυτταρική που είναι ικανή να αναπαράγεται ή να μεταφέρει γενετικό υλικό,

γ) Κυτταροκαλλιέργεια νοείται η in-vitro ανάπτυξη κυττάρων που προέρχονται από πολυκύτταρους οργανισμούς.

Γ. Κατάταξη των βιολογικών παραγόντων

Οι  βιολογικοί παράγοντες κατατάσσονται σε τέσσερις ομάδες κινδύνου, ανάλογα με το βαθμό του κινδύνου μόλυνσης,

α) Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 1. Ο βιολογικός παράγοντας που είναι απίθανο να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο.

β) Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 2. Ο παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο και ενδέχεται να συνιστά κίνδυνο για τους εργαζόμενους, ενώ δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εξαπλωθεί στο κοινωνικό σύνολο. Γενικώς υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

γ) Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 3. Ο παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόμενους. Ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος να διαδοθεί στο κοινωνικό σύνολο, αλλά, γενικώς υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

δ) Βιολογικός παράγοντας της ομάδας 4. Ο παράγοντας που προκαλεί σοβαρή ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόμενους, ενδέχεται να παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο διάδοσης στο κοινωνικό σύνολο και για τον οποίο συνήθως δεν υπάρχει αποτελεσματική προληπτική ή θεραπευτική αγωγή.

Δ. Οι υποχρεώσεις του εργοδότη  γενικά  

α) Για κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης σε βιολογικούς παράγοντες, ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε. (Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων).

β) Στην εκτίμηση αυτή προσδιορίζεται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να εκτιμούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.

γ) Για τις δραστηριότητες που συνεπάγονται έκθεση σε βιολογικούς παράγοντες διαφόρων ομάδων, ο κίνδυνος εκτιμάται με βάση τον κίνδυνο που παρουσιάζουν όλοι οι επικίνδυνοι βιολογικοί παράγοντες που είναι παρόντες.

δ) Η εκτίμηση πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά και, οπωσδήποτε, όταν μεταβάλλονται καθ' οιονδήποτε τρόπο οι συνθήκες που επηρεάζουν την έκθεση των εργαζομένων στους βιολογικούς παράγοντες.

ε) Ο εργοδότης οφείλει να αποφεύγει τη χρήση επιβλαβών βιολογικών παραγόντων, εφ όσον αυτό επιτρέπεται από τη φύση της δραστηριότητας, αντικαθιστώντας τους από βιολογικούς παράγοντες οι οποίοι υπό τις συνθήκες χρήσης τους και βάσει των υπαρχουσών γνώσεων είναι ακίνδυνοι ή λιγότερο επικίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων.

Ε. Προληπτικά μέτρα  

α) Η έκθεση των εργαζομένων σε βιολογικούς παράγοντες πρέπει να προλαμβάνεται όταν, από τα αποτελέσματα της εκτίμησης των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων προκύπτει ότι υπάρχει κίνδυνος για την υγεία, ή την ασφάλειά τους.

β) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η εξάλειψη του κινδύνου της έκθεσης των εργαζομένων σε βιολογικό παράγοντα, ο εργοδότης, λαμβάνοντας υπ όψιν τη φύση της δραστηριότητας και την εκτίμηση κινδύνου, διασφαλίζει ότι ο κίνδυνος έκθεσης περιορίζεται στο ελάχιστο ώστε να προστατεύεται επαρκώς η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων, λαμβάνοντας προστατευτικά και προληπτικά μέτρα βάσει των αποτελεσμάτων της εκτίμησης κινδύνου.

γ) Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται

γα) Περιορισμός στο ελάχιστο δυνατόν, του αριθμού των εργαζομένων που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

γβ) Σχεδιασμός των μεθόδων εργασίας και των μηχανικών μέτρων προστασίας έτσι ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η απελευθέρωση βιολογικών παραγόντων στο χώρο εργασίας.

γγ) Μέτρα συλλογικής προστασίας ή/και μέτρα ατομικής προστασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκθεση δεν μπορεί να αποφευχθεί με άλλα μέσα.

γδ) Μέτρα υγιεινής συμβατά με την πρόληψη, ή τον περιορισμό της λόγω λάθους μεταφοράς, ή απελευθέρωσης κάποιου βιολογικού παράγοντα από το χώρο εργασίας.

γε) Χρήση του σήματος βιολογικού κινδύνου που περιγράφεται στο παράρτημα ΙΙ και άλλων σχετικών προειδοποιητικών σημάτων.

γστ) Εκπόνηση σχεδίων για την αντιμετώπιση ατυχημάτων στα οποία εμπλέκονται βιολογικοί παράγοντες.

γζ) Έλεγχος, όπου απαιτείται και είναι τεχνικώς εφικτό, της παρουσίας βιολογικών παραγόντων εκτός του χώρου του πρωτογενούς φυσικού περιορισμού.

γη) Μέσα για την ασφαλή συλλογή, αποθήκευση και απομάκρυνση των αποβλήτων από τους εργαζόμενους, ύστερα από τυχόν απαιτούμενη κατάλληλη επεξεργασία. Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνεται η χρήση σφραγισμένων και επισημασμένων δοχείων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, με τρόπο ευανάγνωστο, σαφή και ευδιάκριτο.

γθ) Μέτρα για τον ασφαλή χειρισμό και μεταφορά των βιολογικών παραγόντων στο χώρο εργασίας.

ΣΤ. Τα κατ ιδίαν προληπτικά μέτρα 

Για κάθε δραστηριότητα κατά την άσκηση της οποίας υπάρχει κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων λόγω της εργασίας με βιολογικούς παράγοντες, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζει ότι

α) Οι εργαζόμενοι να μην τρώνε και να μην πίνουν στους χώρους εργασίας στους οποίους υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από βιολογικούς παράγοντες.

β) Να χορηγείται στους εργαζόμενους κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

γ) Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλες και πλήρεις εγκαταστάσεις λουτρών και χώρων υγιεινής, καθώς και ενδεχομένως συστήματα για την πλύση των ματιών ή/και αντισηπτικά του δέρματος.

δ) Ο αναγκαίος προστατευτικός εξοπλισμός, να διατηρείται κατάλληλα σε καθορισμένο χώρο, ελέγχεται και καθαρίζεται, αν είναι δυνατόν, πριν, και οπωσδήποτε, μετά από κάθε χρήση, επιδιορθώνεται, αν είναι ελαττωματικός, ή αντικαθίσταται πριν από νέα χρήση.

ε) Να καθοριστούν διαδικασίες για την λήψη, τον χειρισμό και την επεξεργασία δειγμάτων ανθρώπινης ή ζωικής προέλευσης.

στ) Τα ενδύματα εργασίας και ο προστατευτικός εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένου του προστατευτικού ιματισμού, που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί από βιολογικούς παράγοντες, να αφαιρούνται κατά την αποχώρηση από το χώρο εργασίας και, πριν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, να αποθηκεύονται χωριστά από τον υπόλοιπο ιματισμό.

ζ) Να φροντίζει ( ο εργοδότης) για την απολύμανση και τον καθαρισμό, ή, εφόσον είναι απαραίτητο, την καταστροφή του ιματισμού και του προστατευτικού εξοπλισμού

η) Ο εργοδότης οφείλει να παρέχει γραπτές οδηγίες στο χώρο εργασίας και, εφόσον απαιτείται, να αναρτούνται αφίσες στις οποίες ορίζεται τουλάχιστον η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στην σε περίπτωση, α) σοβαρού ατυχήματος ή περιστατικού που σχετίζεται με τον χειρισμό βιολογικού παράγοντα, β) χειρισμού βιολογικού παράγοντα της ομάδας 4.

θ) Ο εργοδότης οφείλει να ενημερώνει αμέσως τους εργαζόμενους ή/και τους εκπροσώπους τους για κάθε ατύχημα ή περιστατικό το οποίο ενδέχεται να έχει προκαλέσει απελευθέρωση βιολογικού παράγοντα και το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ανθρώπινη μόλυνση ή/και ασθένεια. Επιπλέον ο εργοδότης οφείλει να ενημερώνει τους εργαζόμενους ή/και τους εκπροσώπους τους στην επιχείρηση ή την εγκατάσταση το ταχύτερο δυνατόν για τα σοβαρά ατυχήματα ή περιστατικά, για τις αιτίες τους και για τα μέτρα που λαμβάνονται ή που θα ληφθούν για να επανορθωθεί η κατάσταση.

ι) Ο εργοδότης οφείλει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ιατρού εργασίας και να εξασφαλίζει, σύμφωνα με τις υποδείξεις του ιατρού εργασίας, ότι κάθε εργαζόμενος πριν από την έκθεση και στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα, υπόκειται σε ιατρική εξέταση για την εκτίμηση της κατάστασης της υγείας του. Ο ιατρός εργασίας προτείνει τα τυχόν προστατευτικά ή προληπτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για κάθε εργαζόμενο.

Από την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα", συνάγεται ότι η έννομη σχέση, που δημιουργήθηκε με το εργατικό ατύχημα, που συνέβη στην Ελλάδα, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. 

Α. Επομένως σε περίπτωση τραυματισμού, ή θανάτου αλλοδαπού, κατά το ελληνικό δίκαιο, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του αλλοδαπού, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, οι προϋποθέσεις  θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, η παροχή ή μη, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης.

Β. Μόνο όταν, αμφισβητηθεί μια από τις συγγενικές ιδιότητες του αλλοδαπού, που έχει σχέση με την ύπαρξη, ή την εγκυρότητα της συγγενικής σχέσης, όπως η ύπαρξη, ή όχι, γάμου, ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου, τότε κατά εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 ΑΚ θα εφαρμοσθεί το δίκαιο της ιθαγενείας του αλλοδαπού (ΟλΑΠ 10/2011).

Γ. Σε περίπτωση θανάτου του αλλοδαπού, η έννοια της «οικογένειας» θα προσδιορισθεί αποκλειστικά από το ελληνικό δίκαιο.

Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο εκδίκασης των διαφορών από εργατικό ατύχημα είναι το Ειρηνοδικείο, αν το αιτούμενο χρηματικό ποσό δεν υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

Άνω των 20.000 ευρώ αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρα 14 παρ1 και 16 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ή την έδρα της εταιρεία, ή το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα (άρθρα 22, 25, 35 ΚΠολΔ).  

Όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, ή την έδρα του, οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους (άρθρο 37 ΚΠολΔ)

Στην δικαιοδοσία του δικαστηρίου υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφ όσον το ατύχημα διαπράχθηκε στην Ελλάδα (άρθρο 26 ΑΚ και άρθρο 3 ΚΠολΔ).

Από την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/ 25.8.1920, και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 8 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει  ότι οι αγωγές, με τις οποίες επιδιώκεται η καταβολή αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα δεν υποβάλλονται στο προβλεπόμενο από τον ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλος δικαστικού ενσήμου.

Δεν υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου ούτε οι αγωγές επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης  από εργατικό ατύχημα (ΑΠ 691/2006, ΜονΠρΑθ 1/2014, ΜονΠρΘεσ 27/2016, ΜονΠρΑθ 1173/2016).

Π.∆. 16/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση µε την οδηγία 89/654/ΕΟΚ».

Το ΠΔ. καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, που πρέπει να τηρούνται στους χώρους εργασίας. Προβλέπει ότι πρέπει

α. Να διατηρούνται ελεύθερες οι κανονικές έξοδοι και οι έξοδοι κινδύνου καθώς και οι διάδρομοι κυκλοφορίας που οδηγούν σ’ αυτές.

β. Να γίνεται τεχνική συντήρηση των χώρων εργασίας και των εγκαταστάσεων και συστημάτων, και να αποκαθίστανται, το συντομότερο δυνατόν, τα ελαττώματα που διαπιστώνονται.

γ. Να καθαρίζονται τακτικά οι χώροι εργασίας και οι εγκαταστάσεις και τα συστήματα.

δ. Να γίνεται τακτική συντήρηση και έλεγχος λειτουργίας των συστημάτων στα θέματα, Σταθερότητα, στερεότητα, αντοχή και ευστάθεια κτιρίων, Ηλεκτρική εγκατάσταση, Οδοί διαφυγής και έξοδοι κινδύνου, Πυρανίχνευση και πυρόσβεση, Εξαερισμός κλειστών χώρων εργασίας, Απαγωγή παραγόντων, Θερμοκρασία των χώρων, Φωτισμός, Δάπεδα, τοίχοι, οροφές και στέγες των χώρων, παράθυρα και φεγγίτες των χώρων, θύρες και πύλες, διάδρομοι κυκλοφορίας, Προστασία από πτώσεις και πτώση αντικειμένων, Ζώνες κινδύνου, Ειδικά μέτρα για τις κυλιόμενες σκάλες και τους κυλιόμενους διαδρόμους, Αποβάθρες και εξέδρες φόρτωσης, Χώρος για την ελευθερία κινήσεων στη θέση εργασίας, Χώροι ανάπαυσης.

Με την διάταξη του άρθρου 212 του ν. 4512/2018 αποσαφηνίστηκε ότι, για ατύχημα που συνέβη μετά την 17-1-2018, εφ όσον βεβαιωθεί δικαστικώς ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται, α) σε δόλο, ή αμέλεια,  του εργοδότη, ή των προστηθέντων προσώπων, ή β) σε μη τήρηση των διατάξεων για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία του εργαζομένου, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει, στον ασφαλιστικό οργανισμό, ότι αυτό κατέβαλε στον παθόντα και στον παθόντα, την διαφορά ανάμεσα στην παροχή που ο ασφαλιστικός οργανισμός κατέβαλε στον παθόντα και της αποζημίωσης που αυτός δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα.

ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ 

Εφ όσον το ατύχημα, συνέβη μετά την 17-1-2018 και οφείλεται, α) σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων, ή β) σε μη τήρηση των διατάξεων περί της ασφάλειας και υγείας στην εργασία, οφείλει να καταβάλει στον παθόντα και σε περίπτωση θανάτου του στην «οικογένειά του» την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, που προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 του Αστικού Κώδικα.

Ενδεικτικά αναφέρονται, α) Εξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, β) Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, γ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας, ή παραμόρφωσης του σώματος, ε) Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών στους συγγενείς, που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό οργανισμό, στ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς, ζ) Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής των δικαιούχων διατροφής σε περίπτωση θανάτου του, η) Αποζημίωση λόγω στέρησης υπηρεσιών των δικαιούχων σε περίπτωση θανάτου.

Ο παθών εργατικό ατύχημα δικαιούται να αναζητήσει από τον ασφαλιστικό του οργανισμό  (ΕΦΚΑ) την αποζημίωση του ν. 551/1915. Η αποζημίωση του ν. 551/1915 αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση για την βλάβη που υπέστη το σώμα του εργαζομένου (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο). Δεν αφορά  χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή για ψυχική οδύνη των συγγενών του σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα. 

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 551/1915 η αποζημίωση προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο. 

α. Αν προκλήθηκε πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΠΑ) για εργασία (δηλ μέχρι 2 έτη), ο παθών δικαιούται ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 του μισθού, που ελάμβανε την ημέρα του ατυχήματος. Καταβάλλεται από την 5 ημέρα του ατυχήματος, εφ όσον η ΠΠΑ διήρκεσε μέχρι 10 ημέρες. Τις πρώτες 5 ημέρες δικαιούται επίδομα ασθένειας. Το επίδομα ασθενείας το παίρνει από το ΙΚΑ μετά την τρίτη ημέρα και το υπόλοιπο του μισθού του από τον εργοδότη. Αν η ΠΠΑ διήρκεσε πέραν των 10 ημερών, η αποζημίωση καταβάλλεται από την ημέρα του ατυχήματος. 

β. Αν προκλήθηκε μερική πρόσκαιρη ανικανότητα (ΜΠΑ) ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 της ελαττώσεως που υφίσταται ο μισθός του, εξ αιτίας της ανικανότητας.

γ. Αν προκλήθηκε πλήρης διαρκής ανικανότητα (ΠΔΑ) για εργασία (δηλ πάνω από 2 έτη), αποζημίωση ίση με μισθούς 6 ετών.

δ. Αν προκλήθηκε μερική διαρκής ανικανότητα (ΜΔΑ) για εργασία, αποζημίωση ίση με το εξαπλάσιο του ποσού κατά το οποίο ελαττώθηκε το ετήσιο εισόδημά του από μισθό.

ε. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση ίση με μισθούς 5 ετών.

Β. ΟΙ ΛΟΙΠΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ   

ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

Στην περίπτωση που ο μισθωτός ασθενήσει από το εργατικό ατύχημα και υποστεί πρόσκαιρη ανικανότητα προς εργασία, του παρέχεται επίδομα ασθένειας, μέχρι 15 ημέρες εάν έχει υπηρεσία μικρότερη του έτους, ή μέχρι ένα μήνα εάν έχει υπηρεσία πάνω από ένα έτος. Το υπόλοιπο του μισθού του το λαμβάνει από τον εργοδότη. Το επίδομα αυτό το δικαιούται ο εργαζόμενος ανεξαρτήτως χρόνου ασφάλισης, ακόμα και αν δεν έχει αναγγελθεί η πρόσληψή του, γιατί ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος (ΣτΕ 3665/88, ΑΠ 1267/76, ΑΠ 501/77, ΑΠ 704/75, ΑΠ 269/97). Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση επιδόματος ασθενείας και δεν μνημονεύσει το ατύχημα, ούτε περιγράφει τα εξωτερικά στοιχεία του ατυχήματος, τότε θα πληρωθεί κανονικά επίδομα ασθένειας, εάν έχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ

Ο ασφαλιστικός οργανισμός θα αναλάβει τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψής του και σε περίπτωση θανάτου του  τα έξοδα κηδείας.  

ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ - ΣΥΝΤΑΞΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 31 ν. 4387/2016 (Ασφαλιστικές παροχές λόγω εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος εκτός εργασίας) αν η αναπηρία, ή ο θάνατος, οφείλεται σε εργατικό ατύχημα, ή ατύχημα κατά την απασχόληση, ο ασφαλισμένος δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας και τα μέλη της οικογένειάς του σύνταξη λόγω θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και ανεξαρτήτως χρόνου ασφάλισης.

Α. ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 (Κώδικας Νόμων) ο εργοδότης μετά το ατύχημα οφείλει να αναγγέλλει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στην  πλησιέστερη αστυνομική αρχή και στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, το εργατικό ατύχημα. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει Υποκατάστημα του ΙΚΑ κοντά στον τόπο του ατυχήματος μπορεί να δηλωθεί στην οικεία αστυνομική αρχή, η οποία στην συνέχεια θα διαβιβάζει την δήλωση στο πλησιέστερο Υποκατάστημα. Νομότυπη θεωρείται η αναγγελία του ατυχήματος σε Ελληνικό Προξενείο, προκειμένου για ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα στο Εξωτερικό.

Β. ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟΥΣ

Το ατύχημα υποχρεούνται να το αναγγείλουν.

α) Ο παθών εργαζόμενος. Σε περίπτωση αδυναμίας ή θανάτου του, τα οικεία του πρόσωπα.

β) Ο γιατρός εργασίας και κάθε υπάλληλος του ΙΚΑ μέσα σε 24 ώρες από τότε που έμαθαν το ατύχημα  

γ) Οποιοσδήποτε τρίτος έλαβε γνώση αυτού, από την γνώση.

Γ. ΤΗΡΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Ο εργοδότης, σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 (Κώδικας Νόμων), εφ όσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία, που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος. Τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. δ) Τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

Δ. ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Όταν διενεργείται έλεγχος, ή αυτοψία, επί εργατικού ατυχήματος σε οικοδομή ή σε τεχνικό έργο και διαπιστώνονται παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας με άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια των εργαζομένων, επιβάλλεται η διακοπή των εργασιών.

Ε. ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ

Επιπλέον κατά την κρίση των Επιθεωρητών της Επιθεώρησης Εργασίας, μπορεί να γίνει εισήγηση επιβολής και προστίμου. Σε μεταγενέστερο έλεγχο στον ίδιο εργοδότη στον οποίο έχει επιβληθεί διακοπή εργασιών, ή πρόστιμο στο παρελθόν, σε περίπτωση διαπίστωσης σοβαρής παράβασης, επιβάλλεται λόγω της αμεσότητας μεν του κινδύνου για την ασφάλεια των εργαζομένων, διακοπή εργασιών αλλά σωρευτικά και πρόστιμο. Τα παραπάνω επιβάλλονται ανεξάρτητα από την επιβολή ποινικών κυρώσεων (Υπ. Εργ. ΚΑΙ Κοιν. Ασφ. οικ. 10193/22.03.2011).

Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και ζημίας από εργατικό ατύχημα συνάγεται ότι, αν στην γένεση, ή στην επέλευση της ζημίας, συνετέλεσε και υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργαζομένου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο δύναται, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του εργαζομένου,  ή να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η έννοια της υπαιτιότητας του εργαζομένου πληρούται, όταν αυτός συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης.

Τούτο ισχύει, κυρίως, όταν ο εργαζόμενος, α) δεν ακολουθήσει τις οδηγίες του εργοδότη, β) δεν λάβει τα ατομικά μέτρα προστασίας, που του έχουν δοθεί, γ) κατανάλωσε προηγουμένως αλκοόλ, ή  τοξικές ουσίες. 

Αν από τους λόγους αυτούς υποστεί βλάβη η υγεία του, ακόμη και θάνατο, φέρει συντρέχων πταίσμα, γιατί εκτέθηκε σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να τύχει της προστασίας του νόμου ο παθών από εργατικό ατύχημα είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας (πταίσματος) στο πρόσωπο του εργοδότη και των λοιπών υποχρέων σε αποζημίωσή του. Η υπαιτιότητα διακρίνεται σε δόλο και αμέλεια.

ΔΟΛΟΣ

Δόλο αποτελεί η γνώση και η θέληση του εργοδότη της πραγμάτωσης σωματικής βλάβης (ή και θάνατο) από ατύχημα του εργαζομένου. Κατά την έννοια αυτή αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει, οσάκις ο εργοδότης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη της σωματικής βλάβης απλώς ελπίζοντας (ευχόμενος) ότι δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

ΑΜΕΛΕΙΑ

Η αμέλεια διακρίνεται, α) σε γενική αμέλεια, β) σε αμέλεια από την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και γ) σε αμέλεια από την μη τήρηση των ειδικών διατάξεων ασφάλειας των εργαζομένων.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Για την ύπαρξη γενικής αμέλειας του εργοδότη αρκεί

α) να μην καταβλήθηκε από τον εργοδότη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική.

β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος που επήλθε.

ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ 

Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά η προβλεπόμενη στο άρθρο 662 ΑΚ γενική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη. Το άρθρο 662 ΑΚ ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου». Η παράβαση της διάταξης αυτής, εάν έχει ως συνέπεια σωματική βλάβη του εργαζομένου, συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, αδικοπραξία, και ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση του εργαζομένου (ΑΠ 11/2012).  

ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ   

Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά η περίπτωση που ο εργοδότης παραβίασε ειδικούς όρους για την υγιεινή και ασφάλεια του εργαζομένου, που πηγάζουν από ρητή διάταξη νόμου (ΑΠ 19/2014, ΑΠ 1299/2014).

ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΠΑΘΟΝΤΟΣ 

Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και ζημίας από εργατικό ατύχημα συνάγεται ότι, αν στην γένεση, ή στην επέλευση της ζημίας, συνετέλεσε και υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργαζομένου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο δύναται, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του εργαζομένου,  ή να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η έννοια της υπαιτιότητας του εργαζομένου πληρούται, όταν αυτός συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης. Τούτο ισχύει, κυρίως, όταν ο εργαζόμενος

α) δεν ακολουθήσει τις οδηγίες του εργοδότη.

β) δεν λάβει τα ατομικά μέτρα προστασίας, που του έχουν δοθεί.  

γ) κατανάλωσε προηγουμένως αλκοόλ, ή  τοξικές ουσίες. 

Αν από τους λόγους αυτούς υποστεί βλάβη η υγεία του, ακόμη και θάνατο, φέρει συντρέχων πταίσμα, γιατί εκτέθηκε σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης.

Ατύχημα από βίαιο συμβάν (εργατικό ατύχημα) θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι, α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

Α. Έχει κριθεί ότι αποτελούν εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν  

α) Κατά την μετάβαση του εργαζομένου προς και από τον τόπο της εργασίας (ΣτΕ 1953/65).

β) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου, προς και από τον τόπο της εργασίας, με μεταφορικό μέσο του εργοδότη, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο από τα συνήθη και σε κοινή χρήση υπάρχοντα, αρκεί ο εργαζόμενος να μη παρέκκλινε από τη συνηθισμένη διαδρομή του ( ΣτΕ 1455/69, ΣτΕ 1829/73).

γ) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου στον τόπο εργασίας, μετά από εκτέλεση υπηρεσίας του εργοδότη (Σ.Ε. 1264/60).

δ) Κατά την μετάβασή του από το σπίτι του στην οικονομική εφορία για εργασίες του εργοδότη (Σ.Ε. 350/87).

ε) Μέσα στο χώρο της εργασίας κατά τη διάρκεια διακοπής εργασίας προς αναψυχή και ξεκούραση.

στ) Από συμπλοκή του εργαζομένου με οδηγό  οχήματος κατά τον χρόνο  εκτέλεσης της εργασίας.

ζ)  Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του εκτός εργασίας, εφ όσον αυτή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν αναγκαία προς αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας του εργαζομένου (ΑΠ 1078/85).

η) Ως κατοικία του εργαζομένου θεωρείται η εξώθυρα του σπιτιού του. Εάν μένει σε εσωτερικό σπίτι, δεν είναι η γενική εξώθυρα του σπιτιού, αλλά η εξώθυρα του εσωτερικού σπιτιού. Σε πολυκατοικία θεωρείται και η σκάλα.

θ) Καθ οδόν προς το σπίτι, προτού να αποθέσει τα εργαλεία, τον εξοπλισμό και την ενδυμασία της εργασίας του.

ι) Αυτά που γίνονται κατά τα διαλείμματα της εργασίας, ή την μεσημεριανή διακοπή, μέσα στο χώρο της εργασίας.

ια) Η απομάκρυνση του εργαζομένου από τον χώρο της εργασίας, θεωρείται ότι διακόπτει τον τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την εργασία, όταν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ατομική πρωτοβουλία του εργαζομένου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ή σε πρωτοβουλία που έχει σαν σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, που δεν είναι άμεσες και επείγουσες.

ιβ) Κατά την διάρκεια κανονικής με αποδοχές άδειας.

ιγ) Κατά τη μετάβαση του εργαζομένου στον εργοδότη για είσπραξη του μισθού του μέσα στο χώρο της επιχείρησης

ιδ) Ο θάνατος, που προκλήθηκε από τσίμπημα σφήκας, κατά τη διάρκεια της εργασίας και στον τόπο αυτής, ανεξάρτητα από τυχόν αλλεργική προδιάθεση του εργαζομένου που προκάλεσε το θάνατό του (Γεν. έγγραφο 162705/24-10-67). 

ιε) Κατά την διάρκεια απεργίας,  εφ όσον προκύπτουν από την άρνηση του εργαζομένου να μετάσχει της απεργίας.

Β. Ατυχήματα που δεν είναι εργατικά ατυχήματα

α) Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, το ατύχημα που συνέβη εκτός εργασίας και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος.

β) Δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια των εργαζομένων, εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι τα ατυχήματα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση της εργασίας.

Π.χ. εργαζόμενος, ενώ βρίσκεται στο σπίτι του και ασχολείται με εργασίες του σπιτιού, πέφτει από την σκάλα (οποιαδήποτε σκάλα) και σπάει το χέρι του.  Δεν είναι εργατικό ατύχημα.

γ) Αυτά που συνέβησαν από πρόθεση του εργαζομένου.

δ) Η αυτοκτονία, ή απόπειρα αυτοκτονίας, εκτός αν κριθεί ότι είναι συνέπεια ψυχικού κλονισμού του αυτόχειρα, που προήλθε από την εργασία ή με αφορμή αυτή (ΑΠ 301/77, 339/76, Εφ Αθ 1054/75)

α) Επιβλέπων μηχανικός θεωρείται ο μηχανικός, που με σύμβαση με τον κύριο του έργου, ή κατά περίπτωση ανάδοχο, κοινοπραξία, εργολάβο, και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του έργου, ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

β) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

Να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου, εργολάβο κλπ. για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος και να επιβλέπει την εφαρμογή τους.

Να δίνει οδηγίες  κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης

Να δίνει οδηγίες για την λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους.

Να εφαρμόζει την μελέτη μέτρων ασφαλείας.

α επιβλέπει την τήρηση των όρων ασφάλειας των εργαζομένων πριν την έναρξη των εργασιών και κατά την διάρκεια των εργασιών.

Να παρευρίσκεται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση του έργου.

Να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών, ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

γ) Μέσα στο εργοτάξιο φέρει την μεγαλύτερη ευθύνη για την τήρηση των μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων, γιατί είναι υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση του έργου.

Ο ισχυρισμός του Επιβλέποντος, ότι δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη, γιατί η παρουσία του είναι υποχρεωτική. Επομένως, αν παρευρίσκετο κατά τον χρόνο και τον τόπο του ατυχήματος, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διέτρεχε (ΑΠ 261/2011). 

α) Σε κάθε εργοτάξιο, όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία, ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εκτέλεση του έργου (ΠΔ. 305/1996, Ν. 3850/2010). 

β) Συντονιστής ασφάλειας και υγείας έργου, θεωρείται το πρόσωπο, που είναι επιφορτισμένο με τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των συντελεστών του έργου, με σκοπό την ενσωμάτωση της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σε όλες τις φάσεις του έργου.  Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

γ) Η απασχόλησή του, κατ αρχήν, δεν απαιτεί την παρουσία του στο έργο σε καθορισμένο χρόνο. Ο χρόνος παρουσίας του στο έργο καθορίζεται με βάση το μέγεθος και την επικινδυνότητα του έργου.

δ) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

Να συντονίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες, ή φάσεις εργασίας, που διεξάγονται ταυτόχρονα, ή διαδοχικά.

Να συντονίζει εργολάβους, υπεργολάβους και εργαζόμενους, ώστε να εφαρμόζουν τις εργατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

Να τηρεί το Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας και λοιπών εγγράφων σχετικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας, όπως αρχεία εκπαίδευσης προσωπικού σε θέματα ασφάλειας κλπ.

Να τηρεί το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας του έργου (Σ.Α.Υ.).

Στον Συντονιστή είναι δυνατόν να ανατεθεί το έργο και οι αρμοδιότητες του Τεχνικού Ασφάλειας.

Ο νόμος κατά πλάσμα δικαίου, θεωρεί  και άλλους υπευθύνους προς αποζημίωση, παρ ότι δεν έχουν σχέση εργοδότη με τον εργαζόμενο. Το ποίοι είναι αυτοί προσδιορίζεται από το γεγονός, αν έχουν έναντι του εργαζομένου «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας».    

Κατά το άρθρο 15 ΠΚ, όταν ένα πρόσωπο έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση ενός ζημιογόνου γεγονότος, και δεν το πράξει, ευθύνεται έναντι αυτού που είχε την ιδιαίτερη υποχρέωση, γιατί από οποιοδήποτε λόγο (από δόλο, ή αμέλεια) δεν απέτρεψε, ή δεν παρεμπόδισε, ή δεν προσπάθησε να αποτρέψει, ή να παρεμποδίσει την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος. Το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να πράξει κάτι, ή να μην πράξει κάτι, αρκεί και μόνο το γεγονός ότι δεν έπραξε αυτό που έπρεπε για να αποτραπεί ο κίνδυνος επέλευσης της ζημιογόνου πράξης, ενώ είχε την νομική υποχρέωση να τηρήσει τις διατάξεις των νόμων για την υγεία και την ασφάλεια του εργαζομένου. Τούτο συμβαίνει, όταν παραβιάστηκαν τα λεγόμενα «μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων», που ο νόμος ειδικά ορίζει.

Τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου έχουν, ακόμη και αν δεν είναι «εργοδότες» του παθόντος.

Ο ανάδοχος  του έργου.

Η κοινοπραξία έργου.

Ο Εργοταξιάρχης.

Ο Συντονιστής ασφάλειας και υγείας του έργου.  

Ο Επιβλέπων μηχανικός.

Ο Τεχνικός ασφάλειας.

Ο Γιατρός εργασίας.

α) Εργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου, ή τον ανάδοχο, ή την κοινοπραξία και αναλαμβάνει την εκτέλεση όλου του έργου, ή τμήματός τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

β) Υπεργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο, ή και με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τμήματος του έργου.  

γ) Σύμφωνα με τα άρθρα 681, 688-691, 698 και 922 ΑΚ, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος, δεν θεωρούνται, καταρχήν, προστηθέντες του κυρίου του έργου και επομένως ως εργοδότες του εργαζομένου που υπέστη ατύχημα ευθύνονται σε αποζημίωση μόνοι αυτοί και όχι και ο κύριος του έργου.

δ) Κατά το άρθρο 922 ΑΚ πρόστηση έχουμε όταν ένα πρόσωπο (ο προστήσας) χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες άλλου προσώπου (ο προστηθείς) με σκοπό την διεκπεραίωση υπόθεσής του και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του.

Για να υπάρχει πρόστηση, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές, ή οδηγίες, και να τον ελέγχει, ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του ανέθεσε.

ε) Στην περίπτωση αυτή σε αποζημίωση του παθόντα εργαζόμενου ευθύνονται, τόσο ο προστήσας, όσο και ο προστηθείς. Ο προστήσας για κάθε πράξη του προστηθέντος και ο προστηθείς, γιατί ο εργαζόμενος υπέστη βλάβη κατά την εκτέλεση των εντολών του (ΑΠ 1198/2009 ΑΠ 1570/2006).

Ο προστήσας δεν ευθύνεται για την ζημία που προξένησε ο προστηθείς, μόνο όταν η ζημία προξενήθηκε από τον προστηθέντα κατά κατάχρηση της ανατεθείσας εργασίας, που συμβαίνει όταν  η ζημία τελέσθηκε, εντός μεν των ορίων των καθηκόντων που ανέθεσε στον προστηθέντα, ή επ ευκαιρία, ή εξ αφορμής της εργασίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του, ή καθ υπέρβαση των καθηκόντων του (ΑΠ 957/2003, ΕφΑθ 6694/2008, ΕφΑθ 155/2011).

στ) Κατά συνέπεια, επειδή ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ αρχήν προστηθείς του κυρίου του έργου, ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του παθόντος εργατικό ατύχημα. Έναντι του ευθύνεται ο  εργολάβος, ή κατά περίπτωση ο υπεργολάβος, ή και οι δύο μαζί σε ολόκληρον κατά την περίπτωση.  

ζ) Όταν όμως ο κύριος του έργου επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον κύριο του έργου, τότε ο κύριος του έργου ευθύνεται σε ολόκληρο με τον εργολάβο προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 934/2013, ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 1210/2006).  

α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕμπΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η «Κοινοπραξία Έργου» μπορεί να αναλαμβάνει ως «ανάδοχος του έργου» την εκτέλεση έργου με τα ονόματα όλων των μελών της, ή με ιδιαίτερη επωνυμία. Αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας, που είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη και έχει τον χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας.

β) Εάν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, την ευθύνη φέρουν ο Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και γίνεται δεκτό νομολογιακά και οι συμμετέχουσες εταιρείες.

γ) Εάν δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι» με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας ως την ευθύνη των εταίρων, ισχύει δηλαδή η απεριόριστη και σε ολόκληρον ευθύνη των εταίρων  (ΑΠ 36/2011).

Ανάδοχος του έργου θεωρείται κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη, η εκτέλεση, ή η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96).

α) Αν ο ανάδοχος διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών προς τον εργολάβο κατά την εκτέλεσή του, με συνέπεια την δημιουργία σχέσης πρόστησης, κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, ευθύνεται και αυτός μαζί με τον εργολάβο σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (ΑΠ 218/2011)

β) Αν δεν διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου δεν υπέχει ευθύνη σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα.

Η με μεταγενέστερη σύμβαση μετάθεση ευθυνών δεν είναι επιτρεπτή, ο δε ορισμός υπεύθυνου τεχνικού διευθυντή, επόπτη έργου, επιβλέποντος μηχανικού, εργοταξιάρχη, κλπ δεν αναιρούν την ευθύνη του αναδόχου, εάν η μετάθεση ευθυνών γίνει μετά την τέλεση του ατυχήματος (ΑΠ  2209/ 2009).

α) Αν με την εργολαβική σύμβαση διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, ευθύνεται ως εργοδότης.

β) Αν με την εργολαβική σύμβαση, δεν κράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών, ναι μεν εκ του νόμου θεωρείται εργοδότης, πλην όμως δεν ευθύνεται σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (άρθρο 922 ΑΚ, ΑΠ 883/2009, ΑΠ 127/2011).

Οι υπόχρεοι σε αποζημίωση του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα είναι.   

1. Στην Ατομική επιχείρηση: Ο επιχειρηματίας.

2. Στην Ομόρρυθμη εταιρεία: Το νομικό πρόσωπο και Τα μέλη.

3. Στην Ετερόρρυθμη εταιρεία: Το νομικό πρόσωπο και Τα ομόρρυθμα μέλη.

4. Στην Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ): Το νομικό πρόσωπο.

5. Στην Αφανή εταιρεία: Ο εμφανής εταίρος.

6. Στην Ανώνυμο Εταιρεία (ΑΕ): Το νομικό πρόσωπο.

7. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 

Κύριος του έργου θεωρείται αυτός που κατ εντολή του και για λογαριασμό του εκτελείται ένα έργο.

Αν με την εργολαβική σύμβαση διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, ευθύνεται ως εργοδότης. Αν με την εργολαβική σύμβαση, δεν κράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών, ναι μεν εκ του νόμου θεωρείται εργοδότης, πλην όμως δεν ευθύνεται σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (άρθρο 922 ΑΚ, ΑΠ 883/2009, ΑΠ 127/2011).

8. Ο ΑΝΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 

Ανάδοχος του έργου θεωρείται κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη, η εκτέλεση, ή η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96).

Αν ο ανάδοχος διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών προς τον εργολάβο κατά την εκτέλεσή του, με συνέπεια την δημιουργία σχέσης πρόστησης, κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, ευθύνεται και αυτός μαζί με τον εργολάβο σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (ΑΠ 218/2011). Αν δεν διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου δεν υπέχει ευθύνη σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα. Η με μεταγενέστερη σύμβαση μετάθεση ευθυνών δεν είναι επιτρεπτή, ο δε ορισμός υπεύθυνου τεχνικού διευθυντή, επόπτη έργου, επιβλέποντος μηχανικού, εργοταξιάρχη, κλπ δεν αναιρούν την ευθύνη του αναδόχου, εάν η μετάθεση ευθυνών γίνει μετά την τέλεση του ατυχήματος (ΑΠ  2209/ 2009).

9. Η ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕμπΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η «Κοινοπραξία Έργου» μπορεί να αναλαμβάνει ως «ανάδοχος του έργου» την εκτέλεση έργου με τα ονόματα όλων των μελών της, ή με ιδιαίτερη επωνυμία.

Εάν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, την ευθύνη φέρουν ο Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και γίνεται δεκτό νομολογιακά και οι συμμετέχουσες εταιρείες. Εάν δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι» με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας ως την ευθύνη των εταίρων, ισχύει δηλαδή η απεριόριστη και σε ολόκληρον ευθύνη των εταίρων  (ΑΠ 36/2011).

10. Ο ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ - ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΟΣ

Εργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου, ή τον ανάδοχο, ή την κοινοπραξία και αναλαμβάνει την εκτέλεση όλου του έργου, ή τμήματός τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.  Υπεργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο, ή και με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τμήματος του έργου.  

11. ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΕ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Yποχρέωση εκ του νόμου προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου έχουν, ακόμη και αν δεν είναι «εργοδότες» του παθόντος.

α. Ο ανάδοχος  του έργου.

β. Η κοινοπραξία έργου.

γ. Ο Εργοταξιάρχης.

δ. Ο Συντονιστής ασφάλειας και υγείας του έργου.  

ε. Ο Επιβλέπων μηχανικός.

στ. Ο Τεχνικός ασφάλειας.

ζ. Ο Γιατρός εργασίας.

ΕΝΟΧΗ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΓΩΓΗΣ

Όλα τα παραπάνω εμπλεκόμενα πρόσωπα σε αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου, είτε ευθύνονται ως «εργοδότες», είτε λόγω «μη τήρησης των μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων», ευθύνονται έναντι του εργαζομένου σε ολόκληρο, δηλαδή ο καθένας ατομικά με την περιουσία του.    

Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να στραφεί εναντίον όποιου θέλει, κατά ενός, ή περισσοτέρων.

Ο εργοδότης εναντίον του οποίου στράφηκε ο εργαζόμενος έχει την δυνατότητα να στραφεί και αυτός εναντίον κάθε άλλου που αυτός θεωρεί υπεύθυνο για το ατύχημα (άρθρα 926 και 927 ΑΚ). 

Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με τον βαθμό του πταίσματος καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη.

Π∆ 70/90 «Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες».

Το Π.∆ εφαρμόζεται σε κάθε ναυπηγοεπισκευαστικό έργο. Ναυπηγοεπισκευαστικό έργο θεωρείται κάθε ναυπηγική, ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση, πλοίου.  Το Π.Δ ρυθμίζει τις υποχρεώσεις και ευθύνες κυρίου του έργου, εργολάβου,  υπεργολάβου, επιβλέποντος μηχανικού, τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας,  όπως και στην χερσαία εργασία.

Σημείωση

Ο εργαζόμενος στις εργασίες αυτές, αν δεν έχει ναυτολογηθεί (δεν έχει δηλαδή σύμβαση ναυτολόγησης) και υποστεί ατύχημα, το ατύχημα δεν είναι ναυτεργατικό, αλλά από παροχή χερσαίας εργασίας (ΑΠ 55/2004, ΕφΑθ 5941/2011). Ο ναυτολογημένος, όμως, ναυτικός, αν εργάζεται σε τέτοιες εργασίες και υποστεί ατύχημα, για αυτόν το ατύχημα είναι από παροχή ναυτικής εργασίας.

ΜΕΤΡΑ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Τα μέτρα ατομικής προστασίας πρέπει

α. Να είναι κατάλληλα για τους κινδύνους, που πρέπει να προλαμβάνουν.

β.  Να είναι προσαρμοσμένα, ή προσαρμόσιμα σε κάθε εργαζόμενο.

γ. Να ανταποκρίνονται στις εργονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες του χώρου εργασίας.

δ. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα µε άλλα μέσα ατομικής προστασίας, να είναι συμβατά με αυτά και να διατηρούν την αποτελεσματικότητά τους απέναντι σε κάθε κίνδυνο

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Οι εργαζόμενοι πρέπει

α. να χρησιμοποιούν τα μέσα ατομικής προστασίας.

β. να κάνουν σωστή χρήση.

δ. να φροντίζουν για την καλή κατάστασή τους.

ΜΕΣΑ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Προστασία κεφαλής

Όλοι οι εργαζόμενοι σε πλοία «ανεξάρτητα από το είδος της εργασίας που εκτελούν», πλωτές ή µη δεξαμενές, κλίνες ναυπήγησης, χώρους προκατασκευής τμημάτων σκαφών, ελασματουργεία και συνεργεία σφυρηλάτησης, εργασίες συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης ικριωμάτων, πάνω, κάτω, ή κοντά σε ικριώματα και θέσεις εργασίας σε μεγάλο ύψος, σε εργασίες µε ανυψωτικά μηχανήματα και γερανούς και όσοι εργάζονται σε χώρους που διακινούνται φορτία µε ανυψωτικά μηχανήματα πρέπει να φορούν υποχρεωτικά κράνος ασφάλειας.

Προστασία οφθαλμών

Όλοι οι απασχολούμενοι σε εργασίες φλογοκοπής, συγκόλλησης, λείανσης και κοπής µε τροχό, διάτρησης και κοπής μετάλλων µε ψαλίδι, χειρισμό καρφωτικών και κρουστικών μηχανών κατεργασίας μετάλλων που παράγουν γρέζια μικρού μήκους, εργασίες µε όξινα και αλκαλικά προϊόντα, απολυμαντικά και διαβρωτικά απορρυπαντικά, εργασίες που υπάρχει πιθανότητα εκτόξευσης μικροϋλικών, πρέπει να φορούν γυαλιά, ή προσωπίδες, ή άλλα κατάλληλα μέσα προστασίας.

Προστασία ποδιών

Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν τα κατά περίπτωση κατάλληλα υποδήματα.

Προστασία χεριών-κορμού

Όλοι οι εργαζόμενοι σε εργασίες συγκόλλησης και φλογοκοπής, σε εργασίες σφυρηλάτησης, σε εργασίες µε όξινα και αλκαλικά προϊόντα, απολυμαντικά και διαβρωτικά απορρυπαντικά, σε εργασίες ψηγματοβολής χειριζόμενοι αντικείμενα µε οξείες ακμές, εκτός από την περίπτωση μηχανών που ενδέχεται να αρπάξουν το γάντι, πρέπει να φορούν γάντια από κατάλληλα κατά περίπτωση υλικά και µε το απαιτούμενο μέγεθος και μήκος ανάλογα µε τις προβλεπόμενες συνθήκες χρήσης.

Προστασία από πτώσεις

Οι εργαζόμενοι, που δεν μπορούν να προστατευτούν από πτώση µε μέσα συλλογικής προστασίας, πρέπει να φορούν ζώνες ασφαλείας. Οι ζώνες ασφαλείας και τα παρελκόμενά τους, όπως σχοινιά, ιμάντες πρόσδεσης και λοιπά εξαρτήματα αγκύρωσης και γενικά οι σύνδεσμοι και τα μεταλλικά μέρη, πρέπει καθένα χωριστά, αλλά και ως σύνολο να αντέχουν χωρίς κίνδυνο αιωρούμενο φορτίο τουλάχιστον 450 κιλά. Οι ζώνες ασφάλειας πρέπει να περιορίζουν το ύψος πτώσης στο 1 µέτρο.  Απαγορεύεται να συνδέεται πάνω από ένας εργαζόμενος µε το ίδιο σύστημα πρόσδεσης. Απαγορεύεται οι εργαζόμενοι, που χρησιμοποιούν ζώνες ασφάλειας να εργάζονται σε απομονωμένους χώρους εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να παρακολουθούνται συνέχεια.

Προστασία της αναπνευστικής οδού

Όταν η προστασία της αναπνευστικής οδού δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αποτελεσματικά µε σύστημα εξαερισμού, ή άλλα μέσα και υπάρχει κίνδυνος έκθεσης σε σκόνες, καπνούς, ατμούς, ή αέρια, όπως εργασίες σε δεξαμενές ή περιορισμένους χώρους µε πιθανότητα δηλητηρίασης από αέριο, κοπή και συγκόλληση μετάλλων µε τοξικά στοιχεία, εργασίες στην πυρίμαχη επένδυση των λεβήτων, όταν μπορεί να εκλυθεί σκόνη, βαφή µε πιστολέτο χωρίς επαρκή αερισμό, ψηγματοβολή, αποξήλωση μονώσεων αμιάντου, εργασίες σε ψυκτικές εγκαταστάσεις, όπου υπάρχει κίνδυνος διαρροής ψυκτικού υγρού, πρέπει οι εργαζόμενοι να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα κατά περίπτωση μέσα ατομικής προστασίας της αναπνευστικής οδού. Εργαζόμενοι που εισέρχονται, ή απασχολούνται σε δεξαμενές, ή άλλους περιορισμένους χώρους, όπου ενδέχεται να υπάρχει έλλειψη οξυγόνου, πρέπει να εφοδιάζονται µε αναπνευστική συσκευή παροχής της απαιτούμενης κατά περίπτωση ποσότητας αέρα. Ο αέρας που διοχετεύεται στις αναπνευστικές συσκευές, πρέπει να είναι απαλλαγμένος από επικίνδυνους παράγοντες ρύπανσης και από δυσάρεστες οσμές.

Προστασία της ακοής

 Όταν η στάθμη του θορύβου δεν είναι δυνατό να περιοριστεί µε προληπτικά και επανορθωτικά μέτρα πρέπει, Να χρησιμοποιούνται ατομικά ακοοπροστατευτικά μέσα, όταν η ημερήσια ατομική ηχοέκθεση, ή η μέγιστη τιμή της στιγμιαίας µη σταθμισμένης ηχητικής πίεσης υπερβαίνει τα 90 DB, Να τίθενται στην διάθεση των εργαζομένων ατομικά ακοοπροστατευτικά μέσα όταν η ηχοέκθεση είναι ενδεχόμενο να υπερβεί τα 85 DB, Τα ατομικά μέσα προστασίας που χορηγούνται, πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στα ατομικά χαρακτηριστικά του κάθε εργαζόμενου και στις συνθήκες εργασίας του και η χρήση τους να µην οδηγήσει σε αύξηση του συνολικού κινδύνου για την υγεία του εργαζομένου από άλλες αιτίες, όπως πρόκληση ατυχημάτων από µη αντίληψη ηχητικών σημάτων κινδύνου.  

Προστασία από πτώσεις στην θάλασσα

Σε εργασίες στις οποίες υπάρχει κίνδυνος πτώσης στη θάλασσα, πρέπει να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφάλειας, εφ όσον είναι εφικτό και να διατηρούνται έτοιμα προς χρήση σε κατάλληλες θέσεις μέσα διάσωσης, όπως λέμβοι, σχοινιά, γάντζοι, σωσίβια κλπ.

Προστασία από πτώσεις σε ανοίγματα 

Όλα τα ανοίγματα στα καταστρώματα που εκτελούνται εργασίες, πρέπει να καλύπτονται ασφαλώς κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η περίπτωση τραυματισμού λόγω πτώσης. Τα πέρατα των καταστρωμάτων πρέπει να προφυλάσσονται κατάλληλα,  ή να απαγορεύεται αποτελεσματικά η πρόσβαση προς αυτά, εφ όσον δεν πραγματοποιούνται εργασίες στην περιοχή τους. Όταν άνοιγμα καταστρώματος χρησιμοποιείται ως θύρα εισόδου, ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, πρέπει να σηματοδοτείται κατάλληλα.

Πρόσβαση στο πλοίο

Για την ασφαλή πρόσβαση των εργαζομένων στα πλοία πρέπει να διατίθενται κατάλληλες και ασφαλείς κλίμακες, σύμφωνα µε το Π.∆. 1349/81 «Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων σε πλοία»

Πρόληψη πυρκαϊών

Για την πρόληψη πυρκαϊών στους χώρους εργασίας, πρέπει να τηρούνται οι Κανονισμοί πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και κατά περίπτωση οι κείμενες διατάξεις του Υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορικής Ναυτιλίας.

Ν. 61/1975 «Περί προστασίας των εργαζομένων εκ των κινδύνων των προερχομένων εκ της χρήσεως βενζολίου ή προϊόντων περιεχόντων βενζόλιο».

Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση του βενζολίου ή προϊόντων περιεχόντων βενζόλιο, ως διαλυτικών ή αραιωτικών ετέρων ουσιών, ιδία χρωμάτων, βερνικιών, τυπογραφικών μελανιών, και κολλών. Επιτρέπεται η χρήση αυτών µόνο εντός κλειστών συσκευών, ή με εφαρμογή άλλων εξ ίσου ασφαλών μεθόδων εργασίας.

Ο εργοδότης υποχρεούται όπως είναι εφοδιασμένος με τα  απαραίτητα προστατευτικά μέσα προς άμεσο χορήγηση στους εργαζομένους. Προστατευτικά μέσα είναι, κατάλληλη αναπνευστική συσκευή, γάντια, παπούτσια, καλύμματα κεφαλής, γυαλιά και ρούχα.  

Για κάθαρση της ατμοσφαίρας και προς αποτελεσματική διασφάλιση της υγείας των εργαζομένων, πρέπει να λαμβάνονται τα εξής μέτρα

α. Γενικός αερισμός, µε δυνατότητα ανανέωσης του αέρα των χώρων εργασίας 10-16 φορές κάθε ώρα και μέριµνα διατήρησης της θερμοκρασίας των χώρων εργασίας όχι κατώτερης των 16 βαθμών.

β. Τοπικός αερισμός με ελκυσμό των παραγομένων ατμών προς τα κάτω και σε ορισμένες περιπτώσεις, προς τα άνω. Οι απαγόμενοι ατμοί προ της αποβολής των στο εξωτερικό περιβάλλον, πρέπει να υποβάλλονται σε ειδική επεξεργασία προς εξουδετέρωσή των.

γ. Κατασκευή των δαπέδων των χώρων εργασίας από αδιαπότιστο και άφλεκτο υλικό.

δ. Τοποθέτηση στους χώρους εργασίας νιπτήρων συνεχούς παροχής ύδατος

ε. Τοποθέτηση σε κατάλληλα σημεία εντός των χώρων εργασίας πυροσβεστήρων.

Π.Δ. 212/2006 « Προστασία των εργαζομένων που εκτίθενται σε αμίαντο κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με την οδηγία 83/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/382/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την οδηγία 2003/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Κατήργησε το Π.Δ. 175/1997 (για την προστασία των εργαζομένων που εκτίθενται στον αμίαντο κατά την εργασία).

Το Π.Δ εφαρμόζεται α) σε δραστηριότητες κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι εκτίθενται, ή ενδέχεται να εκτεθούν, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, σε σκόνη από αμίαντο, ή από υλικά που περιέχουν αμίαντο, σε εργασίες κατεδάφισης, συντήρησης ή αφαίρεσης αμιάντου, ή υλικών που περιέχουν αμίαντο από κτίρια, κατασκευές, εγκαταστάσεις, πλοία κλπ, εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς την παρουσία αμιάντου σε ένα υλικό ή κτίριο ή εγκατάσταση.

Σε κίνδυνο βρίσκονται οι εργαζόμενοι μόνον όσοι έρχονται σε επαφή µε ίνες αμιάντου που είναι στον αέρα ελεύθερες, εφ όσον δηλαδή µε οποιοδήποτε τρόπο διαταραχθεί ο αμίαντος, ή τα υλικά που περιέχουν αμίαντο. Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει όλα τα απαραίτητα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα, ώστε να αποφεύγεται, ή να ελαχιστοποιείται, η έκθεση των εργαζομένων στον αμίαντο.

Η είσοδος στους χώρους εργασιών διαχείρισης αμιάντου πρέπει να επιτρέπεται µόνο στους εργαζόμενους, που εμπλέκονται στις εργασίες αυτές και πρέπει να υπάρχει σαφής οριοθέτηση και σήμανση των χώρων αυτών. Στους χώρους αυτούς απαγορεύεται το κάπνισμα.

Πρέπει να διευθετούνται κατάλληλοι χώροι εστίασης των εργαζομένων σε περιοχές απομονωμένες από τους χώρους εργασιών διαχείρισης αμιάντου, οι οποίοι να µην επιβαρύνονται µε οποιονδήποτε τρόπο από τη σκόνη αμιάντου.

Πρέπει να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλα ενδύματα εργασίας ή προστασίας, ανάλογα µε την περίπτωση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βαμβακερές φόρμες μιας χρήσης, ώστε να µην απαιτείται η αποστολή τους σε ειδικά καθαριστήρια.

Πρέπει να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλα, κράνος, ενδύματα προστασίας, γυαλιά, συσκευές αναπνοής κλπ.

ΠΔ 52/2015 «Εναρμόνιση με την οδηγία 2014/27/ΕΕ «Για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 92/58/ΕΟΚ, 92/85/ΕΟΚ, 94/33/ΕΚ, 98/24/ΕΚ και της οδηγίας 2004/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1272/2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων»

Τροποποιεί τα ΠΔ 105/1995 (ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήµανση ασφαλείας και της υγείας στην εργασία), ΠΔ. 176/1997 (μέτρα προστασίας εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων),  ΠΔ. 62/1998 (μέτρα για την προστασία των νέων κατά την εργασία),  ΠΔ. 338/2001 (μέτρα για την προστασία κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες)  και ΠΔ 399/1994 (μέτρα για την προστασία από έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες), αναφορικά με την ταξινόμηση, επισήμανση και συσκευασία ουσιών και μειγμάτων από βιολογικούς και χημικούς παράγοντες και καρκινογόνες ουσίες και λαμβάνει μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεσή τους κατά την εργασία στις παραπάνω επικίνδυνες ουσίες και μείγματα.

Φυσικός παράγων θεωρείται κάθε στοιχείο, που προερχόμενο από την φύση επηρεάζει την ζωή και την υγεία του ανθρώπου, όπως η σκόνη, η θερμότητα, η υπεριώδης και ιοντίζουσα ακτινοβολία, η υγρασία, η ατμοσφαιρική πίεση κλπ.   

Χημικός παράγων θεωρείται κάθε χημικό στοιχείο ή ένωση, ελεύθερο ή σε πρόσμειξη, όπως υφίσταται σε φυσική κατάσταση, ή όπως παράγεται, χρησιμοποιείται, ή απελευθερώνεται, μεταξύ των άλλων υπό μορφή αποβλήτων, µέσω οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας, είτε παράγεται σκοπίμως είτε όχι και είτε διατίθεται στο εμπόριο είτε όχι.

Βιολογικός παράγων θεωρούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλιέργιες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

Υποχρεώσεις εργοδοτών

α. Να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε, οι ζώνες στις οποίες διεξάγονται οι παραπάνω δραστηριότητες, να καταδεικνύουν τον κίνδυνο για την ασφάλεια, ή την υγεία των εργαζομένων και να μην είναι προσπελάσιμες για εργαζόμενους άλλους από εκείνους που αναγκαστικά εισέρχονται λόγω της εργασίας, ή των καθηκόντων τους.

β. Να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε, οι εργαζόμενοι να μην τρώνε, ή πίνουν στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.

γ. Στις ίδιες ζώνες να απαγορεύουν το κάπνισμα

δ. Να παρέχεται στους εργαζόμενους, κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

ε. Να προβλέπεται η ύπαρξη χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού εργασίας ή προστασίας, αφενός, και του κανονικού ιματισμού, αφετέρου.

στ. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλες και πλήρεις εγκαταστάσεις λουτρών και χώρων υγιεινής.

ζ. Ο εξοπλισμός προστασίας να είναι σωστά τοποθετημένος σε καθορισμένο χώρο, να ελέγχεται και να καθαρίζεται πριν και, οπωσδήποτε μετά από κάθε χρήση.

η. Ο ελαττωματικός εξοπλισμός να επισκευάζεται ή να αντικαθίσταται πριν από νέα χρήση.

θ. Να παρέχουν την κατάλληλη εκπαίδευση στους εργαζόμενους σχετικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων κινδύνων που οφείλονται στο κάπνισμα, τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης, τις απαιτήσεις υγιεινής, την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού.

Π.Δ. 77/1993 "Για την προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες και τροποποίηση και συμπλήρωση του ΠΔ 307/1986 σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 88/642/ΕΟΚ". Τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τα ΠΔ 399/1994 (μέτρα για την προστασία από έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες), ΠΔ. 338/2001 (μέτρα για την προστασία κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες), ΠΔ 52/2015 (Εναρμόνιση με την οδηγία 2014/27/ΕΕ) και Ν. 3850/2010 (Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων)

Αφορά κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων σε παράγοντες.

Ο εργοδότης οφείλει να προσδιορίζει τη φύση και το επίπεδο έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατόν να εκτιμήσει όλους τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους και να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει μέτρα, ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατό. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθεσης».

Ο εργοδότης υποχρεούται να παίρνει κατά σειρά τα πιο κάτω μέτρα

α) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τους παράγοντες που είναι επιβλαβείς για την υγεία των εργαζομένων, ή επικίνδυνοι µε άλλους αβλαβείς ή λιγότερο επιβλαβείς, καθώς και να περιορίζει τη χρήση τους στο χώρο εργασίας,

β) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, παραγωγικές διαδικασίες, μεθόδους και μέσα που δημιουργούν στους χώρους εργασίας παράγοντες, οι οποίοι θεωρούνται επιβλαβείς για την υγεία ή επικίνδυνοι, µε άλλες που δεν δημιουργούν καθόλου τους παράγοντες αυτούς, ή τους δημιουργούν σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που ορίζει η κατά περίπτωση «οριακή τιμή έκθεσης»,

γ) να περιορίζει, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τον αριθμό των εργαζομένων που εκτίθενται, ή ενδέχεται να εκτεθούν σε παράγοντες και το χρόνο έκθεσής τους,

δ) να παρέχει μέτρα και μέσα ατομικής προστασίας στους εργαζομένους, όταν δεν είναι πρακτικά δυνατό να αποφευχθεί η επιβλαβής έκθεσή τους.

Ο εργοδότης επιπλέον πρέπει να λαμβάνει και τα εξής μέτρα

α) να ελέγχει την συγκέντρωση, ή ένταση των παραγόντων στους χώρους εργασίας και τα επίπεδα έκθεσης των εργαζομένων σε αυτούς, πριν αρχίσει η λειτουργία μηχανών ή εγκαταστάσεων και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, καθώς και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών σε συνδυασμό µε τα αποτελέσματα του ιατρικού ελέγχου των εργαζομένων.

β) να ενεργεί τακτικό έλεγχο και συντήρηση των μέσων, συσκευών ή συστημάτων που χρησιμοποιούνται, ώστε αυτά να λειτουργούν σωστά και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις.

γ) να προβλέπει και να λαμβάνει ειδικά επείγοντα μέτρα για τις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, που μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες υπερβάσεις των «οριακών τιμών έκθεσης»,

δ) να εγκαθιστά σηματοδότηση προειδοποίησης και ασφάλειας των χώρων εργασίας και συστήματα συναγερμού.

ε) να τηρεί και να ενημερώνει, σύμφωνα µε τις σχετικές διατάξεις και τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής, καταλόγους των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγοντες και βιβλία καταχώρησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων που γίνονται.

Σε περίπτωση υπέρβασης μιας οριακής τιμής έκθεσης, ο εργοδότης καθορίζει, χωρίς καθυστέρηση, τα αίτια της υπέρβασης αυτής και εφαρμόζει, το ταχύτερο δυνατόν τα κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης και τον περιορισμό της έκθεσης των εργαζομένων στα επιτρεπόμενα επίπεδα. Στο ενδιάμεσο διάστημα χορηγεί στους εργαζόμενους, για προσωρινή χρήση, κατάλληλα ατομικά μέσα προστασίας.

Π.Δ. 15/1999 «Τροποποίηση του π.δ 186/95 «προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 90/679/ΕΟΚ και 93/88/ΕΟΚ» όπως τροποποιήθηκε με το π.δ 174/97 σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 97/59/ΕΚ και 97/65/ΕΚ της Επιτροπής

Για κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης σε βιολογικούς παράγοντες, ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του µια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων. Στην εκτίμηση αυτή προσδιορίζεται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να αξιολογούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.

O εργοδότης πρέπει να αποφεύγει την χρήση επιβλαβών βιολογικών παραγόντων, εφ όσον αυτό επιτρέπεται από τη φύση της δραστηριότητας, αντικαθιστώντας τους από βιολογικούς παράγοντες οι οποίοι υπό τις συνθήκες χρήσης τους και βάσει των υπαρχουσών γνώσεων είναι ακίνδυνοι ή λιγότερο επικίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση ο κίνδυνος έκθεσης του εργαζομένου πρέπει να μειώνεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε να προστατεύεται επαρκώς η υγεία και η ασφάλεια του.

 Οι  εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε

α. Οι εργαζόμενοι δεν τρώγουν και δεν πίνουν στους χώρους εργασίας στους οποίους υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από βιολογικούς παράγοντες,  

β. Να χορηγείται στους εργαζόμενους κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

γ. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων επαρκείς και κατάλληλες εγκαταστάσεις λουτρών και αποχωρητηρίων, καθώς και ενδεχομένως συστήματα για την πλύση των ματιών ή/και αντισηπτικά του δέρματος.

δ. Να φροντίζουν για την απολύμανση και τον καθαρισμό ή, εφόσον είναι απαραίτητο, την καταστροφή του ιματισμού και του προστατευτικού εξοπλισμού.

ε. Να εκπαιδεύουν κατάλληλα τους εργαζόμενους, ιδίως µε τη μορφή ενημέρωσης και οδηγιών, σχετικά µε, α) τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία, ) τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης, γ) τις απαιτήσεις υγιεινής, δ) την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού, ε) τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σε περίπτωση ατυχήματος και για την πρόληψη ατυχημάτων.

Π∆ 338/2001 «Προστασία της υγείας και ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες»

α) Καθορίζει ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των εργαζομένων στον χώρο εργασίας από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, που προέρχονται ή ενδέχεται να προέλθουν, από την επίδραση χημικών παραγόντων οι οποίοι υπάρχουν στο χώρο εργασίας, ή ως αποτέλεσμα οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας όπου υπεισέρχονται χημικοί παράγοντες.

β) Ο εργοδότης πρέπει διασφαλίσει ότι ο κίνδυνος από επιβλαβή χημικό παράγοντα για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία έχει εξαλειφθεί, ή μειωθεί στο ελάχιστο.

γ) Ο εργοδότης οφείλει να αξιολογήσει αν στο χώρο εργασίας υφίστανται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες. Εάν αυτό συμβαίνει, εκτιμά κάθε κίνδυνο που οφείλεται στην παρουσία των εν λόγω χημικών παραγόντων.

δ) Οι κίνδυνοι, όπου υπεισέρχονται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες εξαλείφονται ή περιορίζονται στο ελάχιστο µε τον σχεδιασμό και την οργάνωση εργασίας στο χώρο εργασίας, την πρόβλεψη κατάλληλου εξοπλισμού, την μείωση στο ελάχιστο του αριθμού των εργαζομένων που υφίστανται, ή είναι πιθανόν να υποστούν έκθεση σε κίνδυνο, τον περιορισμό στο ελάχιστο της διάρκειας και της έντασης της έκθεσης με κατάλληλα μέτρα υγιεινής, όπως με περιορισμό της ποσότητας χημικών παραγόντων που υπάρχουν στο χώρο εργασίας στο ελάχιστο, με κατάλληλες διαδικασίες εργασίας που περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για τον ασφαλή χειρισμό, αποθήκευση και μεταφορά, εντός του χώρου εργασίας επιβλαβών χημικών παραγόντων και αποβλήτων που περιέχουν τέτοιους χημικούς παράγοντες.

Π∆ 399/1994 «Προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται µε την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση µε την οδηγία του Συμβουλίου 90/394/EOK.

α) Έχει ως αντικείμενο την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε «καρκινογόνους παράγοντες, ή μεταλλαξιγόνους παράγοντες».

β) Κάθε δραστηριότητα, που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε καρκινογόνους παράγοντες, απαγορεύεται.

γ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η υποκατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσης τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

δ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η έκθεση των εργαζομένων, να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό και σε κάθε περίπτωση να είναι κάτω από τις οριακές τιμές εφόσον υπάρχουν.

Ο εργοδότης εφαρμόζει και όλα τα ακόλουθα μέτρα προστασίας.

Περιορισμό των ποσοτήτων του «καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας.

Περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν, στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Σχεδιασμό των μεθόδων εργασίας και των μηχανικών μέτρων προστασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκλυση καρκινογόνων παραγόντων.

Δέσμευση του καρκινογόνου παράγοντα στην πηγή του με τοπική απορρόφηση, ή γενικό εξαερισμό.

Χρήση κατάλληλων μεθόδων μέτρησης των καρκινογόνων παραγόντων, ιδίως για την έγκαιρη ανίχνευση ασυνήθους έκθεσης οφειλόμενης σε απρόβλεπτο συμβάν, ή σε ατύχημα.

Εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών και μεθόδων εργασίας.

Μέτρα συλλογικής προστασίας ή / και μέτρα ατομικής προστασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκθεση δεν μπορεί να αποφευχθεί µε άλλα μέσα.

Οριοθέτηση των επικίνδυνων ζωνών και χρήση κατάλληλων σημάτων προειδοποίησης και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων «απαγορεύεται το κάπνισμα» σε χώρους στους οποίους οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε κίνδυνο.

Μέτρα υγιεινής και ατομικής προστασίας, όπως 

Τακτικό καθαρισμό των δαπέδων, των τοίχων και των λοιπών επιφανειών.

Οι εργαζόμενοι να µην τρώνε, ή πίνουν, στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.  

Παροχή κατάλληλου προστατευτικού ιματισμού με πρόβλεψη ύπαρξης χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού, τόσο αυτού, όσο και του προσωπικού των εργαζομένων  

Θέση στην διάθεση των εργαζομένων καταλλήλων εγκαταστάσεων λουτρών και χώρων υγιεινής.

Π.Δ. 149/2006  « Ελάχιστες προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας όσον αφορά την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος) σε εναρμόνιση με την οδηγία 2003/10/ΕΚ»  (Κατάργησε το Π.Δ. 85/1991 "Προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους στο θόρυβο κατά την εργασία, σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/188/ΕΟΚ").

α) Λαμβάνει μέτρα προστασίας των εργαζομένων από έκθεση σε θόρυβο, με χρήση καταλλήλων και δεόντως προσαρμοσμένων μέσων ατομικής προστασίας της ακοής, όταν η έκθεση σε θόρυβο υπερβαίνει τις κατώτερες τιμές έκθεσης.  

β) Όταν η έκθεση σε θόρυβο είναι ίση ή υπερβαίνει τις ανώτερες τιμές έκθεσης, η χρήση μέσων ατομικής προστασίας της ακοής είναι υποχρεωτική. 

γ) Τα μέσα ατομικής προστασίας της ακοής επιλέγονται κατά τρόπον ώστε να αποσοβείται, ή να ελαχιστοποιείται, ο κίνδυνος για την ακοή.

δ) Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται σημειώνονται εκθέσεις άνω των οριακών τιμών έκθεσης, ο εργοδότης οφείλει: Να μειώσει την έκθεση κάτω των οριακών τιμών έκθεσης, Να εντοπίσει τους λόγους που προκάλεσαν την υπέρβαση των οριακών τιμών έκθεσης και Να προσαρμόσει τα μέτρα προστασίας και πρόληψης προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν επανάληψη της υπέρβασης.

Π.Δ. 398/1994 " Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης σε συμμόρφωση με την Οδηγία 90/270/ΕΟΚ".

Οθόνη οπτικής απεικόνισης νοείται κάθε αλφαριθμητική ή γραφική οθόνη που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού επεξεργασίας, αναπαραγωγής ή οπτικής παρουσίασης στοιχείων ανεξάρτητα από την χρησιμοποιούμενη μέθοδο. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση, Να εξασφαλίζει ότι κάθε εργαζόμενος θα προβεί σε ιατρικές εξετάσεις της όρασης και του μυοσκελετικού συστήματος κατά την πρόσληψη. Στη συνέχεια μία φορά τον χρόνο, καθώς και όταν οι εργαζόμενοι αισθάνονται ενοχλήσεις που μπορεί να οφείλονται στην εργασία τους. Να παρέχει στους εργαζόμενους ειδικά γυαλιά, εφ όσον είναι αναγκαία και εφ όσον τα συνήθη γυαλιά δεν είναι κατάλληλα, ή αποτελεσματικά, για την συγκεκριμένη εργασία.

Π.Δ. 397/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές κατά τη χειρονακτική διακίνηση φορτίων που συνεπάγεται κίνδυνο ιδίως για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα των εργαζομένων σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 90/269/ΕΟΚ». 

α) Ο εργοδότης υποχρεούται, να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, ή να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα μέσα και ιδίως τον κατάλληλο μηχανικό εξοπλισμό, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη χειρωνακτικής διακίνησης φορτίων από τους εργαζόμενους.

β) Οταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η χειρωνακτική διακίνηση φορτίων από τους εργαζομένους, να τους παρέχει τα κατάλληλα μέσα, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος που διατρέχουν κατά τη χειρωνακτική διακίνηση των φορτίων (γάντια για προστασία από κοψίματα, γδαρσίματα ή τρυπήματα, μπότες, ή παπούτσια ασφαλείας, με ενισχυμένο το πάνω μέρος των δακτύλων για την προστασία τους από πτώση αντικειμένων).

γ) να τους παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες για την σωστή μεταφορά φορτίων με τα χέρια, όπως.

Εκτίμησε το φορτίο και αν είναι αναγκαίο κάνε μία δοκιμαστική ανύψωση σε ύψος μερικών εκατοστών.

Ποτέ μην επιχειρείς να σηκώσεις μόνος σου φορτίο πολύ βαρύ, πολύ ογκώδες ή δύσκολο να μεταφερθεί.

Φρόντισε να μην υπάρχουν εμπόδια στο δρόμο που θα ακολουθήσεις.

Πάρε τη θέση ανύψωσης με τα πόδια ανοιχτά και έχοντας το ένα πόδι λίγο πιο μπροστά προς την κατεύθυνση που θα κινηθείς.

Λύγισε τα γόνατα σου. Oι μύες της πλάτης πρέπει να είναι χαλαρωμένοι.

Πιάσε σταθερά το φορτίο.

Σήκωσε το φορτίο, με την πλάτη ίσια όχι κυρτή και τα μπράτσα κοντά στο σώμα, έτσι ώστε το βάρος να μεταφέρεται στους μύες των ποδιών.

Άρχισε να βαδίζεις προς την προγραμματισμένη κατεύθυνση κρατώντας το φορτίο κοντά στο σώμα.

Μη μεταφέρεις ένα φορτίο που σου εμποδίζει την ορατότητα.

Φόρεσε γάντια, όταν είναι δυνατόν, για προστασία από κοψίματα, γδαρσίματα ή τρυπήματα.

Φόρεσε μπότες ή παπούτσια ασφαλείας με ενισχυμένο το πάνω μέρος των δακτύλων για την προστασία τους από πτώση αντικειμένων.

Π.∆. 16/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση µε την οδηγία 89/654/ΕΟΚ».

Το ΠΔ. καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, που πρέπει να τηρούνται στους χώρους εργασίας. Προβλέπει ότι πρέπει

α. Να διατηρούνται ελεύθερες οι κανονικές έξοδοι και οι έξοδοι κινδύνου καθώς και οι διάδρομοι κυκλοφορίας που οδηγούν σ’ αυτές.

β. Να γίνεται τεχνική συντήρηση των χώρων εργασίας και των εγκαταστάσεων και συστημάτων, και να αποκαθίστανται, το συντομότερο δυνατόν, τα ελαττώματα που διαπιστώνονται.

γ. Να καθαρίζονται τακτικά οι χώροι εργασίας και οι εγκαταστάσεις και τα συστήματα.

δ. Να γίνεται τακτική συντήρηση και έλεγχος λειτουργίας των συστημάτων στα θέματα ασφάλειας.

ε. Να υπάρχει και σε ικανοποιητική κατάσταση, Σταθερότητα, στερεότητα, αντοχή και ευστάθεια κτιρίων, Ηλεκτρική εγκατάσταση, Οδοί διαφυγής και έξοδοι κινδύνου, Πυρανίχνευση και πυρόσβεση, Εξαερισμός κλειστών χώρων εργασίας, Απαγωγή παραγόντων, Θερμοκρασία των χώρων, Φωτισμός, Δάπεδα, τοίχοι, οροφές και στέγες των χώρων, παράθυρα και φεγγίτες των χώρων, θύρες και πύλες, διάδρομοι κυκλοφορίας, Προστασία από πτώσεις και πτώση αντικειμένων, Ζώνες κινδύνου, Ειδικά μέτρα για τις κυλιόμενες σκάλες και τους κυλιόμενους διαδρόμους, Αποβάθρες και εξέδρες φόρτωσης, Χώρος για την ελευθερία κινήσεων στη θέση εργασίας, Χώροι ανάπαυσης

Π.∆. 396/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση µε την οδηγία 89/656/ΕΟΚ».

Καθορίζονται τα Μέσα Ατομικής Προστασίας, που απαιτείται να φέρουν οι εργαζόμενοι σε διάφορες θέσεις εργασίας. Αυτά είναι,  κεφαλιού,  ακοής, οφθαλμών και προσώπου, αναπνευστικών οδών, χεριών και βραχιόνων, ποδιών και κνημών, δέρματος, κορμού και κοιλιάς και ολοκλήρου του σώματος, ενδυμασίες προστασίας από ψύχος, τις κακοκαιρίες για εργασίες στην ύπαιθρο με βροχή ή κρύο, ενδυμασίες ασφαλείας, προστασία από πτώσεις και προστασία με δέσιμο. 

Π.Δ. 1073/1981 «Περί μέτρων ασφάλειας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού»

α) Τα άρθρα 102, 103 και 107 αναφέρονται στα ατομικά κατά περίπτωση μέτρα προστασίας των εργαζομένων (κράνη προστασίας της κεφαλής, ζώνες ασφαλείας) τα οποία πρέπει να είναι ικανά να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια.

β) Ο εργοδότης πρέπει να φροντίζει, ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους.

γ) Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται τέτοια χρήση.

δ) Οι ζώνες ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του 1 μέτρου.

ε) Απαγορεύεται να εργάζονται μεμονωμένα οι εργαζόμενοι, που χρησιμοποιούν για την προστασία των ζώνες ασφαλείας. 

Π.Δ. 155/2004 «Τροποποίηση του π.δ 395/94 «ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, σε συμμόρφωση με την οδηγία 2001/45/ΕΚ. (Τροποποίησε το Π.∆. 395/1994).

α) Λαμβάνει μέτρα για την προστασία εργαζομένων κατά την χρησιμοποίηση κλιμάκων και ικριωμάτων.

β) Ρυθμίζει τις τεχνικές πρόσβασης.

γ) Ορίζει τα  μέσα ατομικής προστασίας (σχοινί εργασίας και σχοινί ασφάλειας, ζώνη ασφάλειας).

δ) Ρυθμίζει την ασφάλεια εργασίας με φορητές μηχανικές σκάλες, και τις εργασίες σε ύψος.

Π.Δ. 105/1995 «Ελάχιστες προδιαγραφές για την σήμανση ασφάλειας ή/ και υγείας στην εργασία σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/58/EOK»

α) Περιλαμβάνει προδιαγραφές σχετικά με την σήμανση ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον χώρο εργασίας με απαγορευτικές και προειδοποιητικές πινακίδες που αφορούν, απαγόρευση, προειδοποίηση, υποχρέωση, εντοπισμό του κινδύνου, την αναγνώριση των μέσων διάσωσης και βοήθειας και τον εξοπλισμό κατά της πυρκαγιάς.

β) H σήμανση πρέπει να απεικονίζεται µε τις επεξηγήσεις της σημασίας της σε μικρογραφία σε συγκεντρωτικούς πίνακες, αναρτημένους σε προσιτά και εμφανή σημεία των χώρων εργασίας, ώστε να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των όλοι οι εργαζόμενοι .

γ) O εργοδότης πρέπει να προβλέπει και να εξασφαλίζει την ύπαρξη σήμανσης ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία, όταν οι υπαρκτοί ή πιθανοί κίνδυνοι, δεν μπορούν να αποφευχθούν ή να μειωθούν επαρκώς µε τα τεχνικά μέσα συλλογικής προστασίας ή µε μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας.

δ) H σηματοδότηση ασφάλειας των χώρων εργασίας δεν υποκαθιστά ή περιορίζει την λήψη των αναγκαίων εκάστοτε μέτρων προστασίας των εργαζομένων.

Π.Δ. 225/1989 "Υγιεινή και ασφάλεια στα υπόγεια τεχνικά έργα"

Περιλαμβάνει μέτρα Υγιεινής και Ασφάλειας στα Υπόγεια Τεχνικά Έργα, δηλαδή αυτά που βρίσκονται εξ ολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια της γης (π.χ. σήρραγγες κυκλοφορίας οχημάτων, αρδευτικές σήραγγες, υπόγειοι σταθμοί παραγωγής ενέργειας κλπ), καθώς επίσης και σε εργασίες που εκτελούνται στα υπόγεια στεγασµένα τμήματα των οικοδομικών ή άλλης φύσης εργοταξιακών έργων σε στάθμη χαμηλότερη των 6 µ. κάτω από την επιφάνεια της γης.

Ο εργοδότης φροντίζει ώστε να χρησιμοποιείται κατάλληλα ο ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός και να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι για τον τρόπο χρήσης του. Ο ατομικός εξοπλισμός προστασίας πρέπει να είναι πάντα έτοιμος για χρήση.

α. Προστασία σε υγρό περιβάλλον. Εργαζόμενοι υπό βροχή ή κάτω από ανάλογες συνθήκες υγρασίας εξοπλίζονται µε ενδύματα και κάλυμμα κεφαλιού αδιάβροχα.

β. Προστασία κεφαλής. Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν υποχρεωτικά κράνος ασφαλείας.

γ. Προστασία οφθαλμών. Οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν γυαλιά ή προσωπίδες ή άλλο κατάλληλο µέσο προστασίας, όταν κινδυνεύει η όρασή τους.

δ. Προστασία χεριών. Οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν γάντια από κατάλληλο κατά περίπτωση υλικό και µε το απαιτούμενο μέγεθος και μήκος, ή να χρησιμοποιηθούν ειδικές αλοιφές, όταν εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης των χεριών τους.

ε. Προστασία ποδιών. Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν τα κατά περίπτωση κατάλληλα υποδήματα.

στ. Προστασία από πτώσεις. Οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να προστατευθούν από πτώση µε μέσα συλλογικής προστασίας πρέπει να φορούν ζώνες ασφαλείας. Οι ζώνες ασφαλείας και τα παρελκόμενά τους (σχοινιά, ιμάντες πρόσδεσης και λοιπά εξαρτήματα αγκύρωσης και γενικά οι σύνδεσμοι και μεταλλικά μέρη) πρέπει να έχουν καθένα ξεχωριστά, αλλά και σαν σύνολο ενδεικτικά όρια θραύσης 1.150 κιλά και να αντέχουν χωρίς κίνδυνο αιωρούμενο φορτίο τουλάχιστον 450 κιλά. Οι ζώνες ασφαλείας πρέπει να περιορίζουν το ύψος πτώσης στο 1 μέτρο. Απαγορεύεται να συνδέεται πάνω από ένας εργαζόμενος µε το ίδιο σύστημα πρόσδεσης.

ζ. Προστασία από οχήματα. Οι εργαζόμενοι κοντά σε χώρους κυκλοφορίας οχημάτων και ιδιαίτερα σε συνθήκες περιβάλλοντος που μειώνουν την ορατότητα πρέπει να φορούν ενδύματα χρώματος κιτρίνου, ή ζωηρού πορτοκαλί, ή εξαρτήματα ανακλαστικά ώστε να διακρίνονται µε ευχέρεια.

η. Προστασία της αναπνευστικής οδού. Όταν η προστασία της αναπνευστικής οδού των εργαζομένων δεν μπορεί να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά µε σύστημα εξαερισμού ή άλλα μέσα, οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε σκόνες, καπνούς, ατμούς ή αέρια, πρέπει να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας της αναπνευστικής οδού. Εργαζόμενοι που απασχολούνται σε θέσεις όπου ενδέχεται να παρουσιασθεί έλλειψη οξυγόνου πρέπει να εφοδιάζονται µε αναπνευστική συσκευή παροχής της απαιτούμενης κατά περίπτωση ποσότητας αέρα. Τα άτομα που χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν αναπνευστική συσκευή πρέπει να έχουν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση για την ορθή χρήση τους να έχουν υποβληθεί σε ειδική ιατρική εξέταση (ακτινογραφία θώρακα σπιρομέτρηση καρδιογράφημα υπό κόπωση 1~0 WATT για 5').

Υποχρεώσεις εργαζομένων

α) Να τηρούν τις διατάξεις του διατάγματος και των ειδικών κανονισμών του έργου και να υπακούουν στις εντολές των υπευθύνων.

β) Να τηρούν όλες τις απαιτήσεις υγιεινής και ασφάλειας που έχουν σχέση µε την εργασία τους.

γ) Να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας.

δ) Να διατηρούν τις διατάξεις και τους μηχανισμούς ασφάλειας.

ε) Να µην κυκλοφορούν άσκοπα μέσα στο έργο.

στ) Να µην παρακωλύουν, αφαιρούν ή μετατοπίζουν διατάξεις ασφάλειας ή άλλα μέσα προστασίας, ούτε να παρεμποδίζουν την εφαρμογή διαδικασίας ή μεθόδων πρόληψης ατυχημάτων και προστασίας της υγείας.

ζ) Να µην επεμβαίνουν σε χειριστήρια, μηχανήματα, σωληνώσεις, ηλεκτρικά δίκτυα ή άλλες συσκευές, εφόσον δεν έχουν πάρει εντολή να τα χειρίζονται ή να τα συντηρούν.

Π.Δ. 305/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2/57/ΕΟΚ».

α) Προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο κατά την έννοια του ΠΔ αποκαλείται κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο.

β) Για εργοτάξιο όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας, ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου και συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου.

γ) Kατά την εκτέλεση του έργου ισχύουν οι γενικές αρχές πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, που προβλέπονται στο άρθρο 7 του π.δ. 17/96, το οποίο έχει κωδικοποιηθεί με τον Ν. 3850 /2010.

Σύμφωνα με το Π.Δ. 778/1980 «Περί μέτρων ασφάλειας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών».

α) Στο άρθρο 3 προβλέπεται ότι κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών πρέπει να χρησιμοποιούνται ικριώματα, ή φορητές κλίμακες.

β) Στις εξωτερικές εργασίες ύψους άνω των 4 μέτρων από του εδάφους να χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Στις εν λόγω εργασίες είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και κινητά μεταλλικά ικριώματα, εν είδει πύργων, εφ' όσον όμως το ύψος του δαπέδου εργασίας των δεν υπερβαίνει τα 5 μέτρα.

γ) Στις εξωτερικές (αποκλειομένων των εξωστών) και εσωτερικές εργασίες ύψους κάτω των 3,50 μέτρων δύναται να χρησιμοποιούνται κινητά ικριώματα (καβαλέτα).

δ) Στις εσωτερικές εργασίας άνω των 3,50 μέτρων πρέπει να χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα.  Στις εργασίες αυτές δύναται να χρησιμοποιούνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα 12 μέτρα.

ε) Τα μεταλλικά ικριώματα πρέπει να χρησιμοποιούνται επί σταθερών, ανθεκτικών, επιπέδων και ομαλών δαπέδων. Όταν μετατοπίζονται πρέπει να ωθούνται, ή σύρονται από την βάση των, οι τροχοί των πρέπει να συγκρατούνται ασφαλώς στους ορθοστάτες, και πρέπει να ασφαλίζονται έναντι ανατροπής, ή τυχαίας μετατόπισής των.

στ) Οι φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, πρέπει να προστατεύονται, είτε περιμετρικώς με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου και θωράκια ύψους 0,15 του μέτρου, είτε με πλήρη κάλυψή των με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους δυόμισι εκατοστών,  που να πιάνεται σε ανθεκτικό πλαίσιο από ξύλινα τακάκια, είτε με την  τοποθέτηση σιδηρού πλέγματος οπλισμού, στερεωμένου εντός της πλάκας κατά την κατασκευήν της.

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013, οι επιχειρήσεις, που απασχολούν από 50 και άνω εργαζόμενους, πρέπει να έχουν Γιατρό Εργασίας. Την αυτή υποχρέωση έχουν οι επιχειρήσεις και αν απασχολούν ένα εργαζόμενο, εφ όσον η εργασία είναι σχετική µε μόλυβδο, αμίαντο, βιολογικούς ή καρκινογόνους παράγοντες (Ν. 1568/85, Ν. 3144/2003,  ΠΔ. 94/1987, ΠΔ.  212/2006, ΠΔ. 186/1995, ΠΔ. 399/1994).  Σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 άτομα, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να συνιστούν επιτροπή υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, αποτελούμενη από εκλεγμένους αντιπροσώπους τους στην επιχείρηση. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν από είκοσι 20 έως 50 άτομα, ορίζεται εκλεγμένος αντιπρόσωπος των εργαζομένων, για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας στην επιχείρηση.

Τα καθήκοντά του Ιατρού Εργασίας  

α) Επιθεωρεί τις θέσεις εργασίας.

β) Πρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη, στους εργαζόμενους και στους εκπροσώπους τους, γραπτά ή προφορικά, σχετικά µε τα μέτρα, που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.

γ) Ερευνά τις αιτίες ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

δ) Συντάσσει, σε συνεργασία µε τον Τεχνικό Ασφαλείας, γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων και να την θέτει στη διάθεση του εργοδότη.

ε) Συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα σχεδιασμού και προγραμματισμού της παραγωγικής διαδικασίας στην χρήση υλών και προμήθειας μέσων εξοπλισμού, όπως χρήση ατομικών μέσων προστασίας.

στ) Επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων.

ζ) Οργανώνει υπηρεσία παροχής Α Βοηθειών.

η) Προβαίνει σε ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων σχετικά µε την θέση εργασίας.

θ) Τηρεί ιατρικό φάκελο για κάθε εργαζόμενο.

ι) Εκτελεί προγράμματα εμβολιασμού των εργαζόμενων µε εντολή της αρμόδιας Διεύθυνσης Υγιεινής, όπου εδρεύει η επιχείρηση.

ια) Ερευνά τις αιτίες των ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

ιβ) Παρέχει επείγουσα θεραπεία σε περίπτωση ατυχήματος, ή αιφνίδιας νόσου.

ιγ) Καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο γραπτές υποδείξεις των οποίων ο εργοδότης λαμβάνει γνώση ενυπογράφως.

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013, όλες οι επιχειρήσεις, που απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο πρέπει να έχουν Τεχνικό Ασφάλειας. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους ο εργοδότης δύναται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, εφ όσον έχει τα προσόντα και επιμορφωθεί κατάλληλα.

Καθήκοντα Τεχνικού Ασφάλειας

α) Ο Τεχνικός Ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές (γραπτά ή προφορικά) σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή Πολυτεχνικής Σχολής, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

β) Συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα, σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας των εργαζομένων.

γ) Ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων πριν από τη λειτουργία τους, την ασφάλεια των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας της εργασίας.

δ) Επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας της εργασίας

ε) Επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας.

στ) Μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους.

ζ) Ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, αναλύει τα αποτελέσματα των ερευνών, τα αξιολογεί και προτείνει μέτρα αποτροπής παρόμοιων ατυχημάτων.

η) Εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για την διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

θ) Συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας.

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να έχει στην διάθεση του εργαζομένου ατομικά μέσα προστασίας, ώστε ο εργαζόμενος να δύναται να εξασφαλισθεί με την εξάλειψη του κινδύνου. Τα μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια. Στα ατομικά μέσα προστασίας συμπεριλαμβάνονται

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΙΟΥ

Στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού του κεφαλιού πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλο κράνος ασφαλείας.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΟΡΜΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα για το είδος της εργασίας ενδύματα εργασίας, όπως ενδύματα προστασίας από τις κακοκαιρίες, προστατευτικά ενδύματα που αναφλέγονται δύσκολα για εργασίες συγκόλλησης, δερμάτινες ποδιές, γιλέκα, σακάκια και ποδιές προστασίας από μηχανικές, ή χημικές προσβολές.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλη προσωπίδα, οθόνη, κατάλληλα γυαλιά, ή άλλο κατάλληλο μέσο προστασίας προσώπου και µατιών.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΚΟΗΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με ωτοασπίδες,  ωτοβύσµατα,  ωτοπώµατα, προκειμένου να προστατευθούν από εργασίες, που προκαλούν έντονο θόρυβο.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΩΝ Ο∆ΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται με αναπνευστήρες για τον καθαρισμό του εισπνεόμενου αέρα του άμεσου περιβάλλοντος από τα αιωρούμενα τοξικά αέρια, ή τη σκόνη, αυτοδύναμες αναπνευστικές συσκευές, ή αναπνευστικές συσκευές µε συνεχή παροχή καθαρού αέρα, µέσω σωλήνα από το εξωτερικό περιβάλλον.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΧΕΡΙΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλα γάντια. Όταν χρειάζεται µε καλύμματα των βραχιόνων και να τους χορηγούνται ειδικές προστατευτικές κρέμες, ανάλογα µε τη φύση της εργασίας τους από θερμές, τοξικές, ερεθιστικές. ή διαβρωτικές ουσίες.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟ∆ΙΩΝ

Ανάλογα µε το είδος της εργασίας πρέπει να εφοδιάζονται με τα κατάλληλα προστατευτικά υποδήματα, ή µπότες.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΠΤΩΣΕΙΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με σχοινιά και ατομικές ζώνες ασφαλείας. Η ζώνη ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός μέτρου.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΟΧΗΜΑΤΑ

Όσοι εκτίθενται σε κίνδυνο ατυχήματος από κινούμενα οχήματα πρέπει να εφοδιάζονται µε ευδιάκριτα γιλέκα οπτικής σήμανσης, όπως ενδύματα χρώματος ζωηρού κίτρινου, ή πορτοκαλί και με μέσα, ή εξαρτήματα ανακλαστικά, που ανακλούν δηλαδή το φως.

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013, κάθε εργαζόμενος έχει υποχρέωση

α. Να εφαρμόζει τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας.

β. Να φροντίζει ανάλογα με τις δυνατότητές του για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία σύμφωνα με την εκπαίδευσή του και τις κατάλληλες οδηγίες του εργοδότη του.

γ. Να χρησιμοποιεί σωστά τις μηχανές, τις συσκευές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες, τα μεταφορικά και άλλα μέσα.

δ. Να μη θέτει εκτός λειτουργίας, αλλάζει, ή μετατοπίζει αυθαίρετα, τους μηχανισμούς ασφάλειας των μηχανών, εργαλείων, συσκευών, εγκαταστάσεων και κτιρίων και να χρησιμοποιεί σωστά αυτούς τους μηχανισμούς ασφάλειας.

ε. Να αναφέρει αμέσως στον εργοδότη ή/και σε όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όλες τις καταστάσεις που μπορεί να θεωρηθεί εύλογα ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και κάθε έλλειψη που διαπιστώνεται στα συστήματα προστασίας.

στ. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση όλων των καθηκόντων, ή απαιτήσεων, που επιβάλλονται από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία.

ζ. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε ο εργοδότης να μπορεί να εγγυηθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία εντός του πεδίου δραστηριότητάς τους.

η. Να παρακολουθεί σχετικά σεμινάρια ή άλλα επιμορφωτικά προγράμματα σε θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

θ. Να χρησιμοποιεί σωστά τα ατομικά μέσα προστασίας, που τίθενται στη διάθεσή του και μετά τη χρήση τους να τα τακτοποιεί στην θέση τους.

Σύμφωνα με τον ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013

Α. Ο εργοδότης οφείλει

α. Να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων

β. Να καταρτίζει πρόγραμμα πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων και να επιδιώκει την βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων.

γ. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και να διευκολύνει το έργο τους στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους.

δ. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων Υγιεινής και Ασφάλειας της εργασίας.

ε. Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους επαγγελματικούς κινδύνους, που υπάρχουν στην εργασία τους.

στ. Να εξασφαλίζει την συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων.

ζ. Να διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

Β. Ο εργοδότης οφείλει

α. Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογικών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κινδύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία.

β. Όταν αναθέτει καθήκοντα σ’ έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

γ. Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων.

δ. Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες.

Γ. Ο εργοδότης υποχρεούται 

α. Να λαμβάνει μέτρα για τον σχεδιασμό των χώρων εργασίας, για την δημιουργία ασφαλούς και υγιεινού περιβάλλοντος και ακώλυτης ροής της εργασίας. Οι διαστάσεις των χώρων εργασίας πρέπει να είναι ανάλογες με το είδος της παραγωγικής διαδικασίας και τον αριθμό των εργαζομένων.

β. Να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες ώστε να αποφεύγεται, ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατό. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθεσης».

γ. Να φροντίζει ώστε, να προσαρμόζονται τα μέτρα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων,

δ. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους,

ε. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων,

στ. Να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους,

ζ. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση,

η. Να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων,

θ. Να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

ι. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων.

δ.  Ο εργοδότης υποχρεούται 

α) Να έχει στην διάθεση του εργαζομένου ατομικά μέσα προστασίας, ώστε ο εργαζόμενος να δύναται να εξασφαλισθεί με την εξάλειψη του κινδύνου. Τα μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια.

β) Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο.

γ) Να φροντίζει, ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους.

ε. Όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν, α) να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή, β) να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, γ) να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνει ο καθένας τους  εργαζομένους του και τους εκπροσώπους τους για τους κινδύνους αυτούς, δ) την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων αναλαμβάνει ο εργοδότης που έχει υπό τον έλεγχο του τον τόπο όπου εκτελούνται εργασίες.

Ο ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011, ν. 4144/2013 και ν. 4174/2013, κωδικοποίησε το ΠΔ. 294/1988 και κατήργησε τον ν. 1568/1985 «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων» και περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, την ενημέρωση, τη διαβούλευση, την ισόρροπη συμμετοχή, την κατάρτιση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών, για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίσει την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαµβάνει μέτρα, που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλειά των. Οι αρχές πρόληψης συνίστανται, α) σε αποφυγή των κινδύνων, β) σε εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) σε προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, δ) σε αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο, ή το λιγότερο επικίνδυνο, ε) σε προγραμματισμό της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο, που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία, στ) σε καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους, ζ) σε προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) σε προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θ) σε παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους.

Β. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Ο εργοδότης οφείλει

α. Να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων

β. Να καταρτίζει πρόγραμμα πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων και να επιδιώκει την βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων.

γ. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και να διευκολύνει το έργο τους στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους.

δ. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων Υγιεινής και Ασφάλειας της εργασίας.

ε. Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους επαγγελματικούς κινδύνους, που υπάρχουν στην εργασία τους.

στ. Να εξασφαλίζει την συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων.

ζ. Να διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

Ο εργοδότης οφείλει

α. Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογικών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κινδύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία.

β. Όταν αναθέτει καθήκοντα σ’ έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

γ. Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων.

δ. Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες.

Ο εργοδότης υποχρεούται 

α. Να λαμβάνει μέτρα για τον σχεδιασμό των χώρων εργασίας, για την δημιουργία ασφαλούς και υγιεινού περιβάλλοντος και ακώλυτης ροής της εργασίας. Οι διαστάσεις των χώρων εργασίας πρέπει να είναι ανάλογες με το είδος της παραγωγικής διαδικασίας και τον αριθμό των εργαζομένων.

β. Να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες ώστε να αποφεύγεται, ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατό. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθεσης».

γ. Να φροντίζει ώστε, να προσαρμόζονται τα μέτρα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων,

δ. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους,

ε. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων,

στ. Να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους,

ζ. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση,

η. Να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων,

θ. Να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

ι. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων.

Γ. ΠΟΛΛΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΠΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 

Όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν, α) να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή, β) να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, γ) να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνει ο καθένας τους  εργαζομένους του και τους εκπροσώπους τους για τους κινδύνους αυτούς, δ) την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων αναλαμβάνει ο εργοδότης που έχει υπό τον έλεγχο του τον τόπο όπου εκτελούνται εργασίες.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ  

Κάθε εργαζόμενος έχει υποχρέωση

α. Να εφαρμόζει τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας.

β. Να φροντίζει ανάλογα με τις δυνατότητές του για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία σύμφωνα με την εκπαίδευσή του και τις κατάλληλες οδηγίες του εργοδότη του.

γ. Να χρησιμοποιεί σωστά τις μηχανές, τις συσκευές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες, τα μεταφορικά και άλλα μέσα.

δ. Να μη θέτει εκτός λειτουργίας, αλλάζει, ή μετατοπίζει αυθαίρετα, τους μηχανισμούς ασφάλειας των μηχανών, εργαλείων, συσκευών, εγκαταστάσεων και κτιρίων και να χρησιμοποιεί σωστά αυτούς τους μηχανισμούς ασφάλειας.

ε. Να αναφέρει αμέσως στον εργοδότη ή/και σε όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όλες τις καταστάσεις που μπορεί να θεωρηθεί εύλογα ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και κάθε έλλειψη που διαπιστώνεται στα συστήματα προστασίας.

στ. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση όλων των καθηκόντων, ή απαιτήσεων, που επιβάλλονται από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία.

ζ. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε ο εργοδότης να μπορεί να εγγυηθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία εντός του πεδίου δραστηριότητάς τους.

η. Να παρακολουθεί σχετικά σεμινάρια ή άλλα επιμορφωτικά προγράμματα σε θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

θ. Να χρησιμοποιεί σωστά τα ατομικά μέσα προστασίας, που τίθενται στη διάθεσή του και μετά τη χρήση τους να τα τακτοποιεί στην θέση τους.

Ε. ΑΤΟΜΙΚΑ ΜΕΣΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

α) Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να έχει στην διάθεση του εργαζομένου ατομικά μέσα προστασίας, ώστε ο εργαζόμενος να δύναται να εξασφαλισθεί με την εξάλειψη του κινδύνου. Τα μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια.

β) Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο.

γ) Ο εργοδότης πρέπει να φροντίζει, ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους.

δ) Στα ατομικά μέσα προστασίας συμπεριλαμβάνονται

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΙΟΥ

Στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού του κεφαλιού πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλο κράνος ασφαλείας.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΟΡΜΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα για το είδος της εργασίας ενδύματα εργασίας, όπως ενδύματα προστασίας από τις κακοκαιρίες, προστατευτικά ενδύματα που αναφλέγονται δύσκολα για εργασίες συγκόλλησης, δερμάτινες ποδιές, γιλέκα, σακάκια και ποδιές προστασίας από μηχανικές, ή χημικές προσβολές.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλη προσωπίδα, οθόνη, κατάλληλα γυαλιά, ή άλλο κατάλληλο μέσο προστασίας προσώπου και µατιών.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΚΟΗΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με ωτοασπίδες,  ωτοβύσµατα,  ωτοπώµατα, προκειμένου να προστατευθούν από εργασίες, που προκαλούν έντονο θόρυβο.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΩΝ Ο∆ΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται με αναπνευστήρες για τον καθαρισμό του εισπνεόμενου αέρα του άμεσου περιβάλλοντος από τα αιωρούμενα τοξικά αέρια, ή τη σκόνη, αυτοδύναμες αναπνευστικές συσκευές, ή αναπνευστικές συσκευές µε συνεχή παροχή καθαρού αέρα, µέσω σωλήνα από το εξωτερικό περιβάλλον.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΧΕΡΙΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλα γάντια. Όταν χρειάζεται µε καλύμματα των βραχιόνων και να τους χορηγούνται ειδικές προστατευτικές κρέμες, ανάλογα µε τη φύση της εργασίας τους από θερμές, τοξικές, ερεθιστικές. ή διαβρωτικές ουσίες.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟ∆ΙΩΝ

Ανάλογα µε το είδος της εργασίας πρέπει να εφοδιάζονται με τα κατάλληλα προστατευτικά υποδήματα, ή µπότες.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΠΤΩΣΕΙΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με σχοινιά και ατομικές ζώνες ασφαλείας. Η ζώνη ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός μέτρου.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΟΧΗΜΑΤΑ

Όσοι εκτίθενται σε κίνδυνο ατυχήματος από κινούμενα οχήματα πρέπει να εφοδιάζονται µε ευδιάκριτα γιλέκα οπτικής σήμανσης, όπως ενδύματα χρώματος ζωηρού κίτρινου, ή πορτοκαλί και με μέσα, ή εξαρτήματα ανακλαστικά, που ανακλούν δηλαδή το φως.

ΣΤ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΕΧΝΙΚΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

 α) Όλες οι επιχειρήσεις, που απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο πρέπει να έχουν Τεχνικό Ασφάλειας.

β) Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους ο εργοδότης δύναται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, εφ όσον έχει τα προσόντα και επιμορφωθεί κατάλληλα.

Ζ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΓΙΑΤΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

α) Οι επιχειρήσεις, που απασχολούν από 50 και άνω εργαζόμενους, πρέπει να έχουν Γιατρό Εργασίας.

β) Την αυτή υποχρέωση έχουν οι επιχειρήσεις και αν απασχολούν ένα εργαζόμενο, εφ όσον η εργασία είναι σχετική µε μόλυβδο, αμίαντο, βιολογικούς ή καρκινογόνους παράγοντες (Ν. 1568/85, Ν. 3144/2003,  ΠΔ. 94/1987, ΠΔ.  212/2006, ΠΔ. 186/1995, ΠΔ. 399/1994)

γ)  Σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 άτομα, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να συνιστούν επιτροπή υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, αποτελούμενη από εκλεγμένους αντιπροσώπους τους στην επιχείρηση.

Σε επιχειρήσεις που απασχολούν από είκοσι 20 έως 50 άτομα, ορίζεται εκλεγμένος αντιπρόσωπος των εργαζομένων, για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας στην επιχείρηση.

Η. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

Ο εργοδότης οφείλει

α. Να αναγγέλλει στις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας, στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, όλα τα εργατικά ατυχήματα,

β. Εφ όσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος.

γ. Να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών.

δ. Να τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15, 26, 28, 314 παρ. 1 εδ. α και 302 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης του εργαζομένου  και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωσή του, ευθύνονται ποινικά για την σωματική βλάβη, ή τον θάνατο του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 302 του ΠΚ, όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές, συν του άρθρου 28  ΠΚ, προκύπτει ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής στοιχεία, α) από παράλειψη του δράστη, να μην καταβλήθηκε η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη επομένως ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την θεμελίωση του εγκλήματος από παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, το οποίο ορίζει, ότι η μη αποτροπή του εγκλήματος τιμωρείται σαν το έγκλημα να έγινε με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή πηγάζει κυρίως, α) από ρητή διάταξη νόμου, ή  β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου.

Επομένως, όταν το εργατικό ατύχημα προκάλεσε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, τόσο ο εργοδότης, όσο και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωση, τιμωρούνται ποινικά, γιατί από παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφάλειας της υγείας και της ζωής του εργαζομένου, επέτρεψαν την επέλευση της σωματικής βλάβης, ή τον θάνατο. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. β ΠΚ, δεν απαιτείται έγκληση από τον παθόντα και το επιληφθέν ανακριτικό όργανο δρα αυτεπάγγελτα, τηρουμένης της αυτοφώρου διαδικασίας.

Στα εγκλήματα αυτά πρέπει, τόσο στο κλητήριο θέσπισμα, όσο και στην δικαστική απόφαση, για την πληρότητα τους (άλλως ελέγχονται αναιρετικά) να αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, ή, η ειδική σχέση από όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει (ΑΠ 704/2015. ΑΠ 485/2015, (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 813/2014, ΑΠ 615/2011). Αν στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί στον πρώτο βαθμό. Αν προβληθεί και απορριφθεί μπορεί να επαναφερθεί με λόγο έφεσης στην δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

Με τον ν. 551/1915

Η παραγραφή των αξιώσεων του εργαζομένου για το εργατικό ατύχημα κατά του εργοδότη, εφ όσον ο εργοδότης τήρησε τις προϋποθέσεις των άρθρων 10 εδ α και 17 εδ. α του κ.ν. 551/1915 είναι τριετής από του ατυχήματος. Προϋπόθεση της βραχυπρόθεσμης παραγραφής των τριών ετών είναι ο εργοδότης, εφ όσον από το ατύχημα προκλήθηκε ανικανότητα προς εργασία πέραν της εβδομάδος, να βεβαιώσει εντός 15 ημερών από το ατύχημα εγγράφως και ενόρκως ενώπιον του ειρηνοδίκη του τόπου του ατυχήματος, με δύο αυτόπτες μάρτυρες, εφ όσον υπάρχουν, τις λεπτομέρειες του ατυχήματος, την ημέρα που συνέβη, το όνομα και τον τόπο καταγωγής του παθόντος (ΑΠ 541/2005, ΕφΠειρ 1136/2005, ΕφΔυτΜακ 36/2007). Για τους συγγενείς του θανόντος εργαζομένου η τριετία αρχίζει  από τον θάνατο του εργαζομένου.

Με το κοινό δίκαιο  

Σε κάθε άλλη περίπτωση η παραγραφή των αξιώσεων του εργαζομένου είναι πενταετής από τότε που ο εργαζόμενος έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Θεωρείται ότι ο παθών, ή οι συγγενείς του σε περίπτωση θανάτου του, γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας (ΑΠ 779/2002, ΑΠ 141/2007). Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών, ή οι συγγενείς, θεωρείται ότι γνωρίζουν το πρόσωπο του υποχρέου κατά το χρόνο που αυτοί,  ερευνώντας, θα μπορούσαν να το πληροφορηθούν (ΑΠ 141/2007).

Στον δανεισμό του εργαζομένου δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός με τον παλαιό εργοδότη, ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν και επομένως σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί, τόσο κατά του παλαιού εργοδότη, όσο και κατά του νέου εργοδότη (ΑΠ 1116/2011). 

Γενικά, δεν απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά την διάρκεια εργατικού ατυχήματος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την ατομική σύμβαση εργασίας. Αρκεί να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, και να μη γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος. Κατάχρηση δικαιώματος γενικά υφίσταται, όταν ο εργοδότης καταγγέλλει αναιτιολόγητα την εργασιακή σύμβαση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ (άρθρα 281, 174 και 180 AK, ΑΠ 288/1966, ΑΠ 770/1989, ΑΠ 543/1997). Τούτο συμβαίνει όταν η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αν καταγγελθεί καταχρηστικά η σύμβαση εργασίας, πέραν των άλλων, ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος περί της αποδοχής της εργασίας και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές του, σαν να  απασχολείτο κανονικά (άρθρα 349, 350, 656 AK, ΑΠ 125/2015)

Σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, που είναι και εργατικό, ο εργοδότης ευθύνεται σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα.

Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος είναι ο οδηγός οχήματος και κατ εντολή του εργοδότη εκτελεί ανατεθείσα εργασία και συμβεί τροχαίο ατύχημα, που επέφερε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, υφίσταται εργατικό ατύχημα.

Το αν υφίσταται υπαιτιότητα του εργοδότη εξαρτάται, αν τηρήθηκαν οι διατάξεις για την υγεία και ασφάλεια του εργαζομένου. Έχει κριθεί ότι υφίσταται υπαιτιότητα του εργοδότη, όταν αυτός πχ. μη τηρώντας τις διατάξεις του νόμου περί ωραρίου εργασίας και ανάπαυσης, υποχρέωσε τον οδηγό, να εκτελεί συνεχή δρομολόγια, χωρίς σταθερό ωράριο, νυχθημερόν, χωρίς ανάπαυση, χωρίς συνοδηγό, με αποτέλεσμα την κόπωσή του και εξ αυτής εξασθένιση των δυνάμεων και ανακλαστικών του (ΑΠ 1253/2014).

Ατύχημα από βίαιο συμβάν (εργατικό ατύχημα) θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι, α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

Α. Έχει κριθεί ότι αποτελούν εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν   

α) Κατά την μετάβαση του εργαζομένου προς και από τον τόπο της εργασίας (ΣτΕ 1953/65).

β) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου, προς και από τον τόπο της εργασίας, με μεταφορικό μέσο του εργοδότη, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο από τα συνήθη και σε κοινή χρήση υπάρχοντα, αρκεί ο εργαζόμενος να μη παρέκκλινε από τη συνηθισμένη διαδρομή του ( ΣτΕ 1455/69, ΣτΕ 1829/73).

γ) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου στον τόπο εργασίας, μετά από εκτέλεση υπηρεσίας του εργοδότη (Σ.Ε. 1264/60).

δ) Κατά την μετάβασή του από το σπίτι του στην οικονομική εφορία για εργασίες του εργοδότη (Σ.Ε. 350/87).

ε)Μέσα στο χώρο της εργασίας κατά τη διάρκεια διακοπής εργασίας προς αναψυχή και ξεκούραση.

στ) Από συμπλοκή του εργαζομένου με οδηγό  οχήματος κατά τον χρόνο  εκτέλεσης της εργασίας.

ζ)  Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του εκτός εργασίας, εφ όσον αυτή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν αναγκαία προς αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας του εργαζομένου (ΑΠ 1078/85).

η) Ως κατοικία του εργαζομένου θεωρείται η εξώθυρα του σπιτιού του. Εάν μένει σε εσωτερικό σπίτι, δεν είναι η γενική εξώθυρα του σπιτιού, αλλά η εξώθυρα του εσωτερικού σπιτιού. Σε πολυκατοικία θεωρείται και η σκάλα.

θ) Καθ οδόν προς το σπίτι, προτού να αποθέσει τα εργαλεία, τον εξοπλισμό και την ενδυμασία της εργασίας του.

ι) Αυτά που γίνονται κατά τα διαλείμματα της εργασίας, ή την μεσημεριανή διακοπή, μέσα στο χώρο της εργασίας.

ια) Η απομάκρυνση του εργαζομένου από τον χώρο της εργασίας, θεωρείται ότι διακόπτει τον τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την εργασία, όταν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ατομική πρωτοβουλία του εργαζομένου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ή σε πρωτοβουλία που έχει σαν σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, που δεν είναι άμεσες και επείγουσες.

ιβ) Κατά την διάρκεια κανονικής με αποδοχές άδειας.

ιγ) Κατά τη μετάβαση του εργαζομένου στον εργοδότη για είσπραξη του μισθού του μέσα στο χώρο της επιχείρησης

ιδ) Ο θάνατος, που προκλήθηκε από τσίμπημα σφήκας, κατά τη διάρκεια της εργασίας και στον τόπο αυτής, ανεξάρτητα από τυχόν αλλεργική προδιάθεση του εργαζομένου που προκάλεσε το θάνατό του (Γεν. έγγραφο 162705/24-10-67). 

ιε) Κατά την διάρκεια απεργίας,  εφ όσον προκύπτουν από την άρνηση του εργαζομένου να μετάσχει της απεργίας.

Β. Ατυχήματα που δεν είναι εργατικά ατυχήματα

α) Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, το ατύχημα που συνέβη εκτός εργασίας και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος.

β) Δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια των εργαζομένων, εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι τα ατυχήματα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση της εργασίας.

Π.χ. εργαζόμενος, ενώ βρίσκεται στο σπίτι του και ασχολείται με εργασίες του σπιτιού, πέφτει από την σκάλα (οποιαδήποτε σκάλα) και σπάει το χέρι του.  Δεν είναι εργατικό ατύχημα.

γ) Αυτά που συνέβησαν από πρόθεση του εργαζομένου.

δ) Η αυτοκτονία, ή απόπειρα αυτοκτονίας, εκτός αν κριθεί ότι είναι συνέπεια ψυχικού κλονισμού του αυτόχειρα, που προήλθε από την εργασία ή με αφορμή αυτή (ΑΠ 301/77, 339/76, Εφ Αθ 1054/75)

Εργατικό ατύχημα είναι το ατύχημα, που συμβαίνει στον εργαζόμενο κατά την διάρκεια της εργασίας, ή με αφορμή την εργασία και το οποίο οφείλεται σε απότομο, βίαιο, γεγονός, εφ' όσον αυτό προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα να εργασθεί πάνω από 4 ημέρες, ή και απώλεια ζωής. Απαιτείται να συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις, α) βίαιο συμβάν, β) ασθένεια, ή, επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, γ) παροχή εργασίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος.

Α. ΒΙΑΙΟ ΣΥΜΒΑΝ 

Ατύχημα από βίαιο συμβάν θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι, α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ  ΒΙΑΙΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ 

α) Κατά την μετάβαση του εργαζομένου προς και από τον τόπο της εργασίας (ΣτΕ 1953/65).

β) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου, προς και από τον τόπο της εργασίας, με μεταφορικό μέσο του εργοδότη, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο από τα συνήθη και σε κοινή χρήση υπάρχοντα, αρκεί ο εργαζόμενος να μη παρέκκλινε από τη συνηθισμένη διαδρομή του ( ΣτΕ 1455/69, ΣτΕ 1829/73).

γ) Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου στον τόπο εργασίας, μετά από εκτέλεση υπηρεσίας του εργοδότη (Σ.Ε. 1264/60).

δ) Κατά την μετάβασή του από το σπίτι του στην οικονομική εφορία για εργασίες του εργοδότη (Σ.Ε. 350/87).

ε)Μέσα στο χώρο της εργασίας κατά τη διάρκεια διακοπής εργασίας προς αναψυχή και ξεκούραση.

στ) Από συμπλοκή του εργαζομένου με οδηγό  οχήματος κατά τον χρόνο  εκτέλεσης της εργασίας.

ζ)  Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του εκτός εργασίας, εφ όσον αυτή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν αναγκαία προς αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας του εργαζομένου (ΑΠ 1078/85).

η) Ως κατοικία του εργαζομένου θεωρείται η εξώθυρα του σπιτιού του. Εάν μένει σε εσωτερικό σπίτι, δεν είναι η γενική εξώθυρα του σπιτιού, αλλά η εξώθυρα του εσωτερικού σπιτιού. Σε πολυκατοικία θεωρείται και η σκάλα.

θ) Καθ οδόν προς το σπίτι, προτού να αποθέσει τα εργαλεία, τον εξοπλισμό και την ενδυμασία της εργασίας του.

ι) Αυτά που γίνονται κατά τα διαλείμματα της εργασίας, ή την μεσημεριανή διακοπή, μέσα στο χώρο της εργασίας.

ια) Η απομάκρυνση του εργαζομένου από τον χώρο της εργασίας, θεωρείται ότι διακόπτει τον τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την εργασία, όταν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ατομική πρωτοβουλία του εργαζομένου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ή σε πρωτοβουλία που έχει σαν σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, που δεν είναι άμεσες και επείγουσες.

ιβ) Κατά την διάρκεια κανονικής με αποδοχές άδειας.

ιγ) Κατά τη μετάβαση του εργαζομένου στον εργοδότη για είσπραξη του μισθού του μέσα στο χώρο της επιχείρησης

ιδ) Ο θάνατος, που προκλήθηκε από τσίμπημα σφήκας, κατά τη διάρκεια της εργασίας και στον τόπο αυτής, ανεξάρτητα από τυχόν αλλεργική προδιάθεση του εργαζομένου που προκάλεσε το θάνατό του (Γεν. έγγραφο 162705/24-10-67). 

ιε) Κατά την διάρκεια απεργίας,  εφ όσον προκύπτουν από την άρνηση του εργαζομένου να μετάσχει της απεργίας.

ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΑ

α) Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, το ατύχημα που συνέβη εκτός εργασίας και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος.

β) Δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια των εργαζομένων, εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι τα ατυχήματα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση της εργασίας.

Π.χ. εργαζόμενος, ενώ βρίσκεται στο σπίτι του και ασχολείται με εργασίες του σπιτιού, πέφτει από την σκάλα (οποιαδήποτε σκάλα) και σπάει το χέρι του.  Δεν είναι εργατικό ατύχημα.

γ) Αυτά που συνέβησαν από πρόθεση του εργαζομένου.

δ) Η αυτοκτονία, ή απόπειρα αυτοκτονίας, εκτός αν κριθεί ότι είναι συνέπεια ψυχικού κλονισμού του αυτόχειρα, που προήλθε από την εργασία ή με αφορμή αυτή (ΑΠ 301/77, 339/76, Εφ Αθ 1054/75)

Β. ΑΣΘΕΝΕΙΑ     

Η ασθένεια, ή, η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, συνιστά εργατικό ατύχημα, όταν η ασθένεια εκδηλώθηκε κάτω από κανονικές συνθήκες εργασίας, ή επιδεινώθηκε από την εξακολούθηση της εργασίας με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο εργοδότης την εκδήλωση της ασθένειας (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000 ΕφΑθ 3130/88, ΕφΑθ 3051/2012). Ασθένεια, που δεν οφείλεται στις κανονικά παρεχόμενες συνθήκες εργασίας, ούτε συνδέεται με αυτήν, αλλά προέρχεται από ενδογενή αίτια οφειλόμενα στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του εργαζομένου δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα. Ομοίως, σε περίπτωση μη παράβασης από τον εργοδότη της υποχρέωσής του να προνοεί υπέρ του εργαζομένου, η ασθένεια που προκλήθηκε, ή εκδηλώθηκε, κάτω από συνηθισμένους δυσμενείς όρους και συνθήκες παροχής της συμφωνημένης εργασίας, δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα (ΑΠ 226/87, ΕΦΠειρ 782/1989, ΕφΑθ 3051/2012). Στο όρο ασθένεια περιλαμβάνεται και «επαγγελματική ασθένεια». Ως τέτοια χαρακτηρίζεται η νόσος, που προσβάλλει ορισμένα άτομα αποκλειστικά και μόνο λόγω του επαγγέλματός τους.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

α) Η μετά την εκδήλωση της ασθένειας του εργαζομένου εξακολούθηση της αυτής εργασίας, που προσφέρετο υπό κανονικές συνθήκες (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000).

β) Η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, που προκλήθηκε από την υπέρμετρη προσπάθεια, την οποία κατέβαλε ο εργαζόμενος για να ανταποκριθεί σε ασυνήθεις όρους εργασίας, ή στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εργασθεί κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες (ΣτΕ. 4953/87, 5289/87, 5847/95). Ακόμα και όταν η επιδείνωση υφισταμένης ασθένειας, δεν εμπόδιζε τον εργαζόμενο στην εργασία του μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος (Α.Π. 1090/85, 2619/85, 523/68).

γ) Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, που προκλήθηκε από ασυνήθεις όρους εργασίας και δυσμενείς συνθήκες, συνιστά εργατικό ατύχημα (ΣτΕ 3350/86). Αντίθετα σε οφείλεται σε ασθένεια η χρόνια ρήξη του οπίσθιου κέρατος του έσω μηνίσκου του δεξιού γόνατος (ΕφΠειρ 231/2014).

Γ.  ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 

Ο όρος «εργασία» αναφέρεται σε οποιαδήποτε εργασία, κατά την οποία ο εργαζόμενος, κατ εντολή του εργοδότη, θέτει στην διάθεση του εργοδότη τις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του προς παραγωγή ενός οικονομικού αποτελέσματος, ακόμα και εάν η παραχθείσα εργασία είναι πέρα από τα καθήκοντά του, που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας.

Δεν έχει σημασία αν η σχέση εργασίας είναι νόμιμη, ή όχι, έγκυρη, ή άκυρη, ή αν έχει υπογραφεί σύμβαση εργασίας, ή όχι. Αρκεί ο εργαζόμενος, να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Στην παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εκεί δηλαδή, που ο εργαζόμενος παρέχει έναντι αμοιβής τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του, όπως είναι οι σχέσεις εργασίας που συνάπτουν υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κλπ, αν συμβεί ατύχημα κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου δεν έχουμε εργατικό ατύχημα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος. Όταν, όμως, παρ ότι στη σχέση αποδίδεται ο χαρακτήρας των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του έναντι μισθού, που καταβάλλεται μηνιαίως ή περιοδικώς, ο εργοδότης ασκεί επί του εργαζομένου εποπτεία και ελέγχει την εργασία του, δίνοντάς του οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της, καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της εργασίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη, τότε έχουμε καταδολίευση των συνθηκών της παρεχόμενης εργασίας και η σχέση χαρακτηρίζεται ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, και έχουμε εργατικό  ατύχημα.

Δ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ 

Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την βλάβη που επήλθε (ΑΠ976/2014). Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια, ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια, ή παράλειψη.

Μόνο όταν η αμέλεια του παθόντος, ή τρίτου προσώπου, συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος της σωματικής βλάβης, τότε διακόπτεται και αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 514/2015).

Το αν η πράξη, ή η παράλειψη, ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζομένη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο από την πλευρά της παράβασης, ή μη, των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.